© copyright 2011 www.vandf.gr all rights reserved

The V and F Multi English—Greek Glossary

The Term base contains 10,600 definitions to date.

This glossary will soon include the French language.

Please use the “edit > find…” function of your browser to find a term. If you don’t find it, please let us know at Vion and Frederique and we will add it.

Η λειτουργία «επεξεργασία > εύρεση...» του φυλλομετρητή σας θα βρει την λέξη που ζητάτε. Εάν όχι, γράψτε μας στο Vion and Frederique για να την προσθέσουμε.

All content of this page images and text, is copyrighted, and may not be republished in any form or for any purpose without written permission from www.vandf.gr. The content of the glossary may however be used freely and without restriction as a reference and translation tool.

Το περιεχόμενο της παρούσας σελίδας, εικόνες και κείμενο, προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα, και δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευσή του σε οποιαδήποτε μορφή ή για οποιοδήποτε σκοπό χωρίς γραπτή εξουσιοδότηση από την www.vandf.gr. Ωστόσο, το περιεχόμενο του γλωσσάριου μπορεί να χρησιμοποιείται ελεύθερα και χωρίς περιορισμό ως εργαλείο αναφοράς και μετάφρασης.

L'ensemble du contenu de cette page, notamment les images et le texte, est protégé par le droit d'auteur et ne peut pas être publié sans l'autorisation préalable de www.vandf.gr. Le contenu du glossaire peut cependant être utilisé librement et sans restriction comme un outil de référence et de traduction.

ENGLISH GREEK CATEGORY
1-click maintenance Συντήρηση με 1 κλικ I.T.
4-wire 4-σύρματο ELECTRONICS
4x4 τετρακίνηση MECHANICS
abacus αριθμητήριο, άβακας MATHEMATICS
abdominal pain κοιλιακό άλγος MEDICINE
abduct απάγω KINESIOLOGY
aberration εκτροπή, παρέκκλιση, απόκλιση φωτός ASTRONOMY
aberration of starlight αποπλάνηση φωτός ASTRONOMY
abiotic αβιοτικός BIOLOGY
ablation φωτοαποδόμηση ASTROPHYSICS
ablation rate ρυθμός φωτοαποδόμησης ASTROPHYSICS
abort ματαίωση, ακύρωση ή περικοπή αποστολής GENERAL
abortion έκτρωση MEDICINE
about πληροφορίες I.T.
above ground πάνω από την επιφάνεια του εδάφους GENERAL
abrasion εκτριβή, απόξεση GENERAL
abrasive disk λειαντικός δίσκος GENERAL
abrasive material στιλβωτικό υλικό GENERAL
abrasive sleeve αντιτριβικό χιτώνιο MECHANICS
abscess απόστημα MEDICINE
abscisic acid, ΑΒΑ αποσκισικό οξύ CHEMISTRY
abscisin αποσκισίνη CHEMISTRY / BIOLOGY
abscission εκτομή BIOLOGY
absolute acceleration απόλυτη επιτάχυνση ASTRONOMY
absolute growth rate απόλυτο τάχος αύξησης BIOLOGY
absolute magnitude απόλυτο μέγεθος (M) ASTRONOMY
absolute pressure απόλυτη πίεση MECHANICS
absolute roughness απόλυτη τραχύτητα MECHANICS
absolute temperature απόλυτη θερμοκρασία PHYSICS
absolute viscosity απόλυτο ιξώδες FLUID MECHANICS
absolute zero -273.16°C or -459.69°F απόλυτο μηδέν PHYSICS
absorb απορροφώ GENERAL
absorbent απορροφητικός GENERAL
absorbent paper διηθητικός χάρτης GENERAL
absorption απορρόφηση GENERAL
absorption coefficient συντελεστής απορρόφησης PHYSICS
abstinence αποχή, εγκράτεια GENERAL
abstract περίληψη GENERAL
abuse κακοποίηση, κατάχρηση GENERAL
abuse of a dominant position κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης LAW
abuse of power κατάχρηση εξουσίας LAW
abutment στήριγμα, έρεισμα ENGINEERING
AC - Alternating Current AC - εναλλασσόμενο ρεύμα ELECTRICAL
AC power ισχύς / τροφοδοσία εναλλασσόμενου ρεύματος ELECTRICAL
acanthophysis ακανθόφυση MEDICINE
acari άκαρι ACAROLOGY
accelerate the steps to running speed επιταχύνω τα βήματα στην ταχύτητα λειτουργίας GENERAL
acceleration επιτάχυνση GENERAL
acceleration of gravity επιτάχυνση της βαρύτητας PHYSICS
acceleration rate ρυθμός επιτάχυνσης PHYSICS
accelerator επιταχυντής GENERAL
accelerometer επιταχυνσίμετρο MECHANICS
accent προφορά, τονισμός SOCIOLINGUISTICS
accentuation τονισμός SOCIOLINGUISTICS
acceptance sampling δειγματοληψία αποδοχής, δειγματοληψία παραλαβής STATISTICS
access πρόσβαση GENERAL
access attack επίθεση πρόσβασης I.T.
access building κτίριο πρόσβασης GENERAL
access code κωδικός πρόσβασης GENERAL
Access control list (ACL) Λίστα Ελέγχου Πρόσβασης I.T.
access door θύρα πρόσβασης GENERAL
access to a profession πρόσβαση σε επάγγελμα LAW
access to education πρόσβαση στην εκπαίδευση LAW
access to information πρόσβαση στην πληροφορία LAW
access unit μονάδα πρόσβασης, μονάδα προσπέλασης I.T.
accessibility ρυθμίσεις πρόσβασης I.T.
accession to the European Union προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση LAW
accessory εξάρτημα GENERAL
accessory components παρελκόμενα εξαρτήματα GENERAL
accessory drive gear κίνηση κιβωτίου οδοντοτροχών παρελκομένων GENERAL
accessory gear οδοντοτροχοί κίνησης παρελκομένων MECHANICS
accessory module μονάδα παρελκομένων GENERAL
acclimation εγκλιματισμός PHSIOLOGY
account λογαριασμός GENERAL
Account Manager διαχείριση λογαριασμών I.T.
accountant λογιστής ECONOMICS
accounting λογιστική ECONOMICS
accretion πρόσφυση PHYSICS
accumulator γενικός καταχωρητής, συσσωρευτής GENERAL
accuracy ορθότητα, ακρίβεια GENERAL
acellular ακυτταρικός BIOLOGY
acervulus ακέρβουλο BOTANY
acetaldehyde ακεταλδευδη CHEMISTRY
acetaminophen ακεταμινοφαίνη PHARMACOLOGY
acetone ακετόνη CHEMISTRY
acetylene ακετυλένιο, ασετυλίνη CHEMISTRY
achene αχαίνιο BOTANY
achromatopsia αχρωματοψία MEDICINE
acicular βελονοειδής MINERALOGY
acid / caustic storage area περιοχή αποθήκευσης οξέος / καυστικών ουσιών CHEMISTRY
acid feed skid πέλμα τροφοδοσίας οξέος CHEMISTRY
acid regeneration skid πέλμα αναγέννησης οξέος CHEMISTRY
acid value τιμή οξύτητας CHEMISTRY
aciniform λοβιοειδής MEDICINE
acinose λοβιώδης MEDICINE
acinus λόβιo MEDICINE
acknowledge αναγνωρίζω GENERAL
acne ακμή MEDICINE
acoustic ακουστικός GENERAL
acoustic cue ακουστικό γνώρισμα LINGUISTICS
acoustic decoder ακουστικός αποκωδικοποιητής PHONETICS
acoustic insulating material ακουστικό μονωτικό υλικό ACOUSTICS
acoustic potential ακουστικό δυναμικό ACOUSTICS
acoustic velocity ακουστική ταχύτητα ACOUSTICS
acoustical feedback ακουστική ανάδραση, ακουστική ανατροφοδότηση ACOUSTICS
acoustic-phonetic ακουστοφωνητικός PHONETICS
acoustics ακουστική ACOUSTICS
acquired επίκτητος GENERAL
acquired immunity επίκτητη ανοσία MEDICINE
acquired resistance επίκτητη αντοχή BOTANY
acrobatic beam ακροβατικός διάδρομος GYMNASTICS
acrobatics ακροβατική γυμναστική GYMNASTICS
acrodynia ακροδυνία MEDICINE
acronym ακρώνυμο LINGUISTICS
acropetal ακροπέταλος BOTANY
actinometer ακτινόμετρο METEOROLOGY
actinophage ακτινομυκητοφάγος MEDICINE
action δράση GENERAL
action potential δυναμικό δράσης BIOPHYSICS
Action-bar γραμμή ενεργειών I.T.
activated ενεργοποιημένος GENERAL
active ενεργός, ενεργητικός GENERAL
active content ενεργό περιεχόμενο I.T.
active head restraint ενεργό προσκέφαλο TRAFFIC SAFETY
active heating ενεργός θέρμανση THERMODYNAMICS
active protection devices συσκευές ενεργού προστασίας SAFETY
active resistance ενεργητική αντίσταση CHEMISTRY
active sun ενεργός ήλιος PHYSICS
Active Thermal Control (ATC) ενεργός θερμικός έλεγχος THERMODYNAMICS
active window ενεργό παράθυρο I.T.
activity δραστηριότητα GENERAL
activity centres κέντρα δραστηριοτήτων GENERAL
actuator βαλβίδα, ενεργοποιητής MECHANICS
acupuncture βελονισμός MEDICINE
acute disease οξεία ασθένεια MEDICINE
acute myocardial infarction (AMI) οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου (ΟΕΜ) MEDICINE
acute phase φάση οξείας μορφής MEDICINE
acylation ακυλίωση CHEMISTRY
ad hoc committee επί τούτω επιτροπή, επιτροπή ad hoc GENERAL
adaptable προσαρμόσιμος GENERAL
adaptation προσαρμογή GENERAL
adapting nipple ρακόρ προσαρμογής HYDRAULICS
adaptive προσαρμοστικός GENERAL
adaptive forward lighting (AFL) προσαρμοζόμενος εμπρόσθιος φωτισμός TRAFFIC SAFETY
adaptor προσαρμογέας GENERAL
Add Προσθήκη I.T.
Add new product key Προσθήκη νέου κωδικού προϊόντος I.T.
Add product key Προσθήκη κωδικού προϊόντος I.T.
addiction εθισμός MEDICINE
additives πρόσθετα GENERAL
Address Harvester Θεριστής Διευθύνσεων I.T.
adduct προσάγω CHEMISTRY
adelphogamy αδελφογαμία BIOLOGY
adenalgia αδεναλγία MEDICINE
adenase αδενάση MEDICINE
adenine αδενίνη BIOCHEMISTRY
adenography αδενογραφία MEDICINE
adenoid αδενοειδής MEDICINE
adenopathy αδενοπάθεια MEDICINE
adenosine αδενοσίνη BIOLOGY
adequacy επάρκεια GENERAL
adherence προσκόλληση GENERAL
adhesion πρόσφυση, συνάφεια, σύμφυση GENERAL
adhesion strength αντοχή πρόσφυσης MECHANICS
adhesion stress τάση πρόσφυσης MECHANICS
adhesive κολλώδης, συγκολλητικός GENERAL
adiabatic αδιαβατικός GENERAL
adiabatic compression αδιαβατική συμπίεση GENERAL
adiabatic expansion αδιαβατική διαστολή GENERAL
adipose tissue λιπώδης ιστός MEDICINE
adjacent γειτονικός, παρακείμενος, συνεχόμενος GENERAL
adjacent re-entry model µοντέλο παρακείµενης επανεισόδου CHEMISTRY
adjectival noun επιθετικό ουσιαστικό LINGUISTICS
adjective επίθετο LINGUISTICS
adjust screen resolution προσαρμογή ανάλυσης οθόνης I.T.
adjust settings before giving a presentation προσαρμογή ρυθμίσεων πριν από μία παρουσίαση I.T.
adjustable settings προσαρμόσιμες ρυθμίσεις GENERAL
adjustable stop ρυθμιζόμενο στοπ MECHANICS
adjusting gib ρυθμιστική σφήνα MECHANICS
adjustments ρυθμίσεις GENERAL
adjuvant συμπληρωματικός, πρόσθετος, βελτιωτικός PHARMACOLOGY
Administration Διαχείριση GENERAL
administrative control διοικητικός έλεγχος GENERAL
administrative cooperation διοικητική συνεργασία LAW
administrative expenditure δαπάνη λειτουργίας ECONOMICS
administrative law διοικητικό δίκαιο LAW
administrative powers διοικητική αρμοδιότητα LAW
administrative unit διοικητική μονάδα LAW
admission εισαγωγή MEDICINE
admission chamber θάλαμος εισαγωγής MECHANICS
admission pressure limit όριο πίεσης εισαγωγής MECHANICS
admission steam lead αγωγός ατμού εισαγωγής MECHANICS
admission to examinations συμμετοχή στις εξετάσεις EDUCATION
admissions εισαγωγές GENERAL
adolescence εφηβεία MEDICINE
adoption υιοθεσία LAW
adoption of a law by vote θέσπιση νόμου LAW
adoption of the budget έγκριση του προϋπολογισμού LAW
adrenal επινεφριδιακός MEDICINE
adrenalin αδρεναλίνη MEDICINE
adrenalitis επινεφριδίτις MEDICINE
adsorption εφίζηση, προσρόφηση PHYSICS
adult ενήλικος GENERAL
adult education εκπαίδευση ενηλίκων EDUCATION
adult plant resistance αντοχή ανεπτυγμένου φυτού BOTANY
advance προσέρχομαι GENERAL
advance diameter ratio λόγος διαμέτρου προώθησης AEROSPACE
advance polling stations κέντρα πρόωρης ψηφοφορίας POLITICAL SCIENCE
Advanced Options Προηγμένες επιλογές I.T.
advection οριζόντια μεταφορά CHEMISTRY / ENGINEERING
advection fog ομίχλη (οριζόντιας) μεταφοράς METEOROLOGY
advection-diffusion equation εξίσωση μεταφοράς διάχυσης PHYSICS
advective acceleration μεταθετική επιτάχυνση HYDRODYNAMICS
adverb επίρρημα LINGUISTICS
adverbial επιρρηματικός LINGUISTICS
adverse possession χρησικτησία LAW
Adware Λογισμικό ανεπιθύμητων διαφημίσεων I.T.
aecidium αικίδιο MYCOLOGY
aeciospore αικιδιοσπόριο BOTANY
aerial scale επιφανειακή κλίμακα TOPOLOGY
aerobe αερόβιος BIOLOGY
aerobes αερόβιοι οργανισμοί BIOLOGY
aerobiosis αεροβίωση BIOLOGY
aerobraking αεροπέδηση ASTROPHYSICS
aerodynamic heating αεροδυναμική θέρμανση PHYSICS
aerodynamics αεροδυναμική PHYSICS
aeronautics αεροναυτική, αεροναυτική μηχανική AERONAUTICS
aerophilic αερόφιλος BIOLOGY
aerosol αεροαιώρημα, αερόλυμα CHEMISTRY
aerozine 50 (50% hydrazine, 50% UDMH) αεροζίνη 50 (μείγμα 50% υδραζίνης,50% UDMH) ASTROPHYSICS
aethalium αιθάλιο BOTANY
aetiology αιτιολογία GENERAL
affection συναίσθημα GENERAL
afferent προσαγωγός PHYSIOLOGY
affidavit έγγραφη μαρτυρική κατάθεση, ένορκη βεβαίωση, υπεύθυνη δήλωση LAW
affine transform κηδεστής (συγγενής) μετασχηματισμός MATHEMATICS
affinity συγγένεια GENERAL
affricatιve προστριβόμενο σύμφωνο LINGUISTICS
aft πρύμνη, πρυμναίο NAUTICAL TERMS
aft side πρυμναία πλευρά NAUTICAL TERMS
after seat drain αποστράγγιση πρυμναίας θέσης ENGINEERING
afterbirth ύστερο MEDICINE
aftercondenser μετασυμπυκνωτής ENGINEERING
aftercooler, intercooler μεταψύκτης ENGINEERING
agar άγαρ CHEMISTRY
agena target docking adapter (ATDA) προσαρμογέας υποδοχής στόχου Agena ASTROPHYSICS
agency abroad υποκατάστημα εξωτερικού LAW
agent παράγων GENERAL
agglutination συγκόλληση BIOLOGY
aggravated arson διακεκριμένος εμπρησμός LAW
aggravation επιδείνωση GENERAL
aggregation συνάθροιση, συσσώρευση GENERAL
aggregator συναθροιστής GENERAL
aggression επιθετικότης LAW
agrarian law αγροτικό δίκαιο LAW
agricultural adviser σύμβουλος γεωργικών εφαρμογών MANAGEMENT
agricultural building αγροτικό κτίριο GENERAL
agricultural cooperative γεωργικός συνεταιρισμός ECONOMICS
agricultural economics γεωργική οικονομία ECONOMICS
agricultural education γεωργική εκπαίδευση EDUCATION
agricultural equipment γεωργικός εξοπλισμός INDUSTRY
agricultural holding γεωργική εκμετάλλευση LAW
Agricultural Insurance Organisation Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) ECONOMICS
agricultural surplus γεωργικό πλεόνασμα AGRONOMY
agricultural trade γεωργικές συναλλαγές AGRONOMY
agricultural waste γεωργικά απόβλητα AGRONOMY
agri-foodstuffs αγροδιατροφικός τομέας AGRONOMY
agro-industrial cropping βιομηχανική καλλιέργεια AGRONOMY
agro-industry βιομηχανία μεταποίησης γεωργικών προϊόντων INDUSTRY
agronomy γεωπονική AGRONOMY
AIAA ινστιτούτο αεροναυτικής & αστροναυτικής ΗΠΑ AEROSPACE
aid βοήθεια GENERAL
aid in kind βοήθεια σε είδος GLOBAL HEALTH
aid per hectare ενίσχυση ανά εκτάριο GLOBAL HEALTH
aid to disadvantaged groups ενίσχυση των οικονομικώς αδυνάτων GLOBAL HEALTH
aid to undertakings ενίσχυση επιχειρήσεων GLOBAL HEALTH
AIDAA εταιρεία αεροναυτικής & αστροναυτικής Ιταλίας AEROSPACE
aileron πτερύγιο κλίσης αεροσκάφους ή διαστημόπλοιου AEROSPACE
aileron high-speed πτερύγιο κλίσης σκάφους υψηλής ταχύτητας AEROSPACE
aileron low-speed πτερύγιο κλίσης σκάφους χαμηλής ταχύτητας AEROSPACE
aim αποβλέπω, σκοπεύω, σημαδεύω GENERAL
air αέρας GENERAL
air break διακόπτης αέρα, αποζεύκτης αέρα ENGINEERING
air breaker διακόπτης αέρα ENGINEERING
air clutch συμπλέκτης συμπιεσμένου αέρα ENGINEERING
air compressors αεροσυμπιεστής ENGINEERING
air conditioner κλιματιστικό μηχάνημα AUTOMATION
air conditioning κλιματισμός AUTOMATION
air cooled condenser αερόψυκτος συμπυκνωτής INDUSTRY
air cooled heat exchanger αερόψυκτος θερμικός μεταλλάκτης AUTOMATION
air cooler ψύκτης αέρος AUTOMATION
air dryer στεγνωτήρας, αποξηραντήρας INDUSTRY
air duct αεραγωγός INDUSTRY
air flow ρεύμα αέρα GENERAL
air gap διάκενο αέρος I.T.
air inlet and exhaust system σύστημα εισόδου και εξαγωγής αέρα INDUSTRY
air law αεροπορικό δίκαιο LAW
air lock, airlock αεροθύλακας, στεγανός θάλαμος ρυθμιζόμενης πίεσης αέρα AEROSPACE
air magnetic breaker μαγνητικός διακόπτης αέρα INDUSTRY
air mass μάζα αέρος PHYSICS
air processing unit μονάδα επεξεργασίας αέρα INDUSTRY
air receiver δέκτης αέρα INDUSTRY
air space εναέριος χώρος AEROSPACE
air terminal chamber τερματικός θάλαμος αέρα INDUSTRY
air traffic control έλεγχος εναέριου χώρου AEROSPACE
airbag αερόσακος INDUSTRY
airborne control system (ACS) σύστημα εναερίου ελέγχου AEROSPACE
airfoil αεροτομή AEROSPACE
airglow ορατό φως τη νύχτα στην ανώτερη ατμόσφαιρα ASTROPHYSICS
airport αερολιμένας AEROSPACE
airship αερόπλοιο AEROSPACE
akinesia ακινησία MEDICINE
alarm ανακοινώνω, ειδοποιώ GENERAL
alarm device settings ρυθμίσεις συναγερμών συσκευής GENERAL
albedo λευκαύγεια, άλβεδον, αναλογία ανακλώμενου φωτός CLIMATOLOGY
albino αλφεικός BIOLOGY
alcohol οινόπνευμα, αλκοόλη GENERAL
alcoholism αλκοολισμός GENERAL
alert προειδοποίηση GENERAL
alert flooding καταιγισμός προειδοποιήσεων I.T.
aleuriospore αλευροσπόριο MEDICINE
aleurone layer cell αλευροκύτταρo BIOLOGY
alexin αλεξινή BIOLOGY
algae άλγες, φύκη BIOLOGY
algorithm αλγόριθμος MATHEMATICS
Algorithmic State Machine (ASM) αλγοριθμικό διάγραμμα καταστάσεων I.T.
aliasing αλλοίωση, αναδίπλωση, οδόντωση I.T.
aliform πτερυγιοειδές GENERAL
alighting on water προσυδάτωση AEROSPACE
align παραλληλοποιώ, αντιστοιχίζω GENERAL
aligned access ευθυγράμμιση I.T.
aligned data ευθυγραμμισμένα δεδομένα I.T.
alignment ευθυγράμμιση, στοίχιση, παραλληλοποίηση, αντιστοίχιση GENERAL
alignment instructions οδηγίες ευθυγράμμισης I.T.
alimentation διατροφή GLOBAL HEALTH
alkali metal αλκάλιο, αλκαλιμέταλλο CHEMISTRY
alkaline αλκαλικός CHEMISTRY
alkaline solution of cellulose xanthate αλκαλικό διάλυμα ξανθικής κυτταρίνης CHEMISTRY
alkalinuria αλκαλιουρία MEDICINE
alkaloid αλκαλοειδές CHEMISTRY
alkalosis αλκάλωση MEDICINE
alkoxy… αλκοξυ… CHEMISTRY
alkyl… αλκυλ… CHEMISTRY
alkylammonium flouride φθοριούχο αλκυλαμμώνιο CHEMISTRY
alkylester αλκυλεστέρας CHEMISTRY
alkylium αλκύλιο CHEMISTRY
All rights reserved Mε επιφύλαξη κάθε / παντός (νόμιμου) δικαιώματος LAW
allegheny ballistics laboratory (ABL) εργαστήριο βαλλιστικής, βλητικής Αllegheny AEROSPACE
allelopathy αλληλοπάθεια BIOLOGY
allergen αλλεργιογόνο MEDICINE
allergy αλλεργία MEDICINE
allocation διανομή, εκχώρηση, κατανομή GENERAL
allochory αλλοχωρία BOTANY
allogibberic acid αλλογιββερικό οξύ CHEMISTRY
allometric constant αλλομετρική σταθερά MATHEMATICS
allometric relationship αλλομετρική σχέση MATHEMATICS
allometry αλλομετρία BOTANY / MATHEMATICS
allophone αλλόφωνο LINGUISTICS
allophonic αλλοφωνικός LINGUISTICS
allophycocyanin αλλοφυκοκυανίνη BIOLOGY
allotropic αλλοτροπικός CHEMISTRY
allotropy αλλοτροπία CHEMISTRY
allow bluetooth devices to find this computer να επιτρέπεται σε συσκευές Bluetooth να εντοπίσουν αυτόν τον υπολογιστή I.T.
allowable επιτρεπτό, επιτρεπόμενο GENERAL
allowable exhaust pressure operation επιτρεπτή λειτουργία πίεσης εξαγωγής καυσαερίων INDUSTRY
allowable pressure & temperature variations επιτρεπτές διακυμάνσεις πίεσης και θερμοκρασίας INDUSTRY
allowable rotor vibration limits επιτρεπτά όρια δόνησης στροφείου INDUSTRY
allowance αποζημίωση, επίδομα GENERAL
alloy κράμα INDUSTRY
alloy steel κράμα χάλυβα INDUSTRY
all-pole ολοπολικό I.T.
allyl alcohol αλλυλική αλκοόλη CHEMISTRY
allyl aldehyde αλλυλική αλδεύδη CHEMISTRY
aloe vera αλόη βέρα MEDICINE / BOTANY
alopecia αλωπεκία MEDICINE
alphanumeric characters αριθμογράμματα, αλφαριθμικοί χαρακτήρες I.T.
altazimuth mounting υψοαζιμουθιακή στήριξη ASTRONOMY
altered state of mind αλλοιωμένη συνειδησιακή κατάσταση PSYCHOLOGY
alternate drain εναλλασσόμενη αποστράγγιση INDUSTRY
alternately εκ περιτροπής GENERAL
alternating current (AC) εναλλασσόμενο ρεύμα ELECTRICAL
alternating current generator γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος ELECTRICAL
alternating series εναλλασσόμενη σειρά MATHEMATICS
alternative communication εναλλακτική επικοινωνία LINGUISTICS
alternative load εναλλασσόμενο φορτίο INDUSTRY
altimeter υψομέτρης, υψόμετρο, υψομετρικό όργανο AEROSPACE
alumina οξείδιο αργιλίου, αργιλία, αλουμίνα CHEMISTRY
aluminium hydroxide υδροξείδιο αλουμινίου CHEMISTRY
aluminium, aluminum αλουμίνιο, αργύλιο, αργύλλιο PHYSICS
alveolus φατνίο ANATOMY
alveoral φατνιακό ANATOMY
always on top πάντα σε πρώτο πλάνο I.T.
amalgam αμάλγαμα CHEMISTRY
amber ήλεκτρο, κεχριμπάρι GEOLOGY
amber light πορτοκαλί λυχνία INDUSTRY
ambidextrous αμφιδέξιος PHYSIOLOGY
ambient περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως πίεση ή θερμοκρασία GENERAL
ambient noise θόρυβος περιβάλλοντος ACOUSTICS
ambiguity ασάφεια GENERAL
ambiguous αμφίσημος, αμφισβητούμενος, αμφιλεγόμενος GENERAL
ambilateral αμφοτερόπλευρος MEDICINE
ambiphotoperiodic αμφιφωτοπεριοδικός BOTANY
Amdahl's law νόμος του Amdahl I.T.
ameba αμοιβάδα BIOLOGY
amebiasis αμοιβάδωση MEDICINE
American Astronautical Society (AAS) American Rocket Society (ARS) AEROSPACE
American Rocket Society (ARS) American Rocket Society (ARS) AEROSPACE
amerospore αμεροσπόριο BIOLOGY
amine αμίνη BIOLOGY
amino acid αμινοξύ BIOLOGY
aminobenzoic ester αμινοβενζοϊκός εστέρας CHEMISTRY
aminoethyl… αμινοαιθυλ... CHEMISTRY
amino-protective αμινο-προστατευτικός MEDICINE
ammeter αμπερόμετρο ELECTRONICS
ammonia αμμωνία CHEMISTRY
amnesia αμνησία MEDICINE
amniocentesis αμνιοκέντηση MEDICINE
amnion άμνιο MEDICINE
amorphous άμορφος GENERAL
amortization απόσβεση MECHANICS
ampere (A) αμπέρ (Α) (μονάδα έντασης ηλεκτρικού ρεύματος) ELECTRICAL
amperometric αμπερομετρικός ELECTRICAL
amphetamine αμφεταμίνη PHARMACOLOGY
amphibia αμφίβια BIOLOGY
amphigonadism αμφιγοναδισμός BIOLOGY
amphimixis αμφίμιξη BIOLOGY
amphispore αμφισπόριο MYCOLOGY
amphitrichous αμφίτριχο βακτήριο MEDICINE / BIOLOGY
ampicillin αμπικιλλίνη MEDICINE
amplifier ενισχυτής GENERAL
amplitude πλάτος PHYSICS
amplitude modulation (AM) διαμόρφωση πλάτους ELECTRONICS
amplitude of element πλάτος στοιχείου PHYSICS
amplitudes πλάτη GENERAL
ampule φύσιγγα GENERAL
amputation ακρωτηριασμός MEDICINE
amylase αμυλάση MEDICINE
amyloid αμυλοειδές MEDICINE
amyloplast αμυλοπλάστης BIOLOGY
anabolism αναβολισμός MEDICINE
anaerobe αναερόβιος BIOLOGY
anaerobes, anaerobic organisms αναερόβιοι οργανισμοί BIOLOGY
anal πρωκτικός MEDICINE
analemma ανάλημμα ASTRONOMY
analeptic αναληπτικό MEDICINE
analgesia αναλγησία MEDICINE
analgesic αναλγητικός MEDICINE
analog computer αναλογικός υπολογιστής I.T.
analog signal αναλογικό σήμα PHYSICS
analog transmission αναλογική μετάδοση PHYSICS
analogous ανάλογος GENERAL
analyse, analyze αναλύω GENERAL
analysis ανάλυση GENERAL
Analyze and sort files by Ανάλυση και ταξινόμηση αρχείων κατά I.T.
anamnesis ανάμνηση MEDICINE
anaphase ανάφαση BIOLOGY
anaphylaxis αναφυλαξία MEDICINE
anastomosis αναστόμωση BIOLOGY
anatomy ανατομία ANATOMY
anchor αγκυρώνω GENERAL
anchor points ορμητήρια, σημεία εκκίνησης GENERAL
ancient music optical recognition οπτική αναγνώριση αρχαίας μουσικής I.T.
androgen ανδρογόνο MEDICINE
Andromeda, And (constellation) Ανδρομέδα (αστερισμός) ASTRONOMY
androphore ανδροφόρος BOTANY
anemia αναιμία MEDICINE
anemochory ανεμοχωρία BOTANY
anemograph ανεμογράφος METEOROLOGY
anemometer ανεμόμετρο METEOROLOGY
anemometry ανεμομετρία METEOROLOGY
anergy ανεργία BIOLOGY
aneroid barometer μεταλλικό βαρόμετρο METEOROLOGY
anesthesia αναισθησία MEDICINE
anesthesiology αναισθησιολογία MEDICINE
anesthetic αναισθητικό, αναισθητικός MEDICINE
aneurysm ανεύρυσμα MEDICINE
angina στηθάγχη MEDICINE
angina pectoris (AP) σταθερή στηθάγχη (ΣΣ) MEDICINE
angiodysplasia αγγειοδυσπλασία MEDICINE
angiofibroma αγγειοϊνωμα MEDICINE
angiography αγγειογραφία MEDICINE
angioplasty αγγειοπλαστική MEDICINE
angiosperm αγγειόσπερμο BOTANY
angiotensin αγγειοτενσίνη, αγγειοτασίνη MEDICINE
angiotensin converting enzyme (ACE) μετατρεπτικό ένζυμο αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) MEDICINE
angiotensin converting enzyme inhibitor (ACEI) αναστολέας μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης (ΑΜΕΑ) MEDICINE
angle γωνία GENERAL
angle of attack γωνία πρόσκρουσης, γωνία πρόσπτωσης PHYSICS
angle of incidence γωνία πρόσπτωσης PHYSICS
angle of view οπτική γωνία, γωνία θέασης OPTICS
angle valve γωνιακή βαλβίδα INDUSTRY
angled κεκλιμένος (με κλίση), υπό γωνία GENERAL
Angstrom Άνγκστρομ: μονάδα μέτρησης μήκους κύματος PHYSICS
angstrom unit μονάδα άνγκστρομ PHYSICS
angular acceleration γωνιακή επιτάχυνση PHYSICS
angular deformation γωνιακή παραμόρφωση PHYSICS
angular distance γωνιακή απόσταση PHYSICS
angular momentum στροφορμή PHYSICS
angular velocity γωνιακή ταχύτητα PHYSICS
angulation γωνίωση MEDICINE
aniline ανιλίνη CHEMISTRY
animal fats ζωικά λίπη BIOLOGY
animal husbandry ζωοτεχνία, κτηνοτροφία, εκτροφή AGRONOMY
anisochromia ανισοχρωμία MEDICINE
anisocytes ανισοκύτταρα MEDICINE
anisogametes ανισογαμέτες BIOLOGY
anisogamy ανισογαμία BIOLOGY
anisotropic ανισότροπος I.T.
anisotropy ανισοτροπία I.T.
ankle αστράγαλος ANATOMY
ankylosis αγκύλωση MEDICINE
annealing ανόπτηση METALLURGY
annotation επισημείωση, σχολιασμός, υπομνηματισμός GENERAL
announcement of candidacy δήλωση υποψηφιότητας POLITICAL SCIENCE
annual parallax ετήσια παράλλαξη ASTRONOMY
annular δακτυλιοειδής GENERAL
annular groove δακτυλιοειδής αυλάκωση INDUSTRY
annulotomy δακτυλιοτομία, δακτυλιοτομή MEDICINE
annulus δακτύλιος MATHEMATICS
annunciator αναγγελτήρας INDUSTRY
annunciator system σύστημα αναγγελίας INDUSTRY
anomaly ανωμαλι(α)κός GENERAL
anonymization ανωνυμοποίηση I.T.
anonymous FTP ανώνυμο FTP I.T.
anorectic ανορεκτικός MEDICINE
anorexia ανορεξία MEDICINE
anoxia ανοξία GENERAL
answer tone recognition αναγνώριση τόνου απάντησης I.T.
antacid αντιόξινος MEDICINE
antagonism ανταγωνισμός GENERAL
antagonist ανταγωνιστής GENERAL
antemortem προθανάτιος FORENSICS
anterior cusp πρόσθια γλωχίνα MEDICINE
anterior cusp (EF slope) πρόσθια γλωχίνα (κλίσης EF) MEDICINE
anterior cusp opening width (DE) εύρος διανοίξεως προσθίας γλωχίνας (DE) MEDICINE
anterior wall πρόσθιο τοίχωμα MEDICINE
anteroposterior προσθιοπίσθια MEDICINE
anthelmintic ανθελμινθικός PHARMACOLOGY
anther ανθήρας BOTANY
antheridium ανθηρίδιο BOTANY
antheridium amphigynous αμφίγυνο ανθηρίδιο BOTANY
antheridium exigynous έκγυνο ανθηρίδιο BOTANY
antheridium hypogynous υπόγυνο ανθηρίδιο BOTANY
antheridium paragynous παράγυνο ανθηρίδιο BOTANY
antherozoid ανθηροζωΐδιο BIOLOGY
anthophyte, flowering plant ανθόφυτο BOTANY
anthracnoses ανθρακώσεις BOTANY
anthropocentric ανθρωποκεντρικός SOCIAL SCIENCE
anthropoid ανθρωποειδής ANTHROPOLOGY
anthropology ανθρωπολογία ANTHROPOLOGY
anti virus αντιιικό I.T.
antiagglutinin αντισυγκολλητίνη MEDICINE
anti-aliasing αντι-αλλοίωση, αντι-αναδίπλωση I.T.
antianxiety αγχολυτικός, αντιαγχώδης PHARMACOLOGY
antibiosis αντιβίωση PHARMACOLOGY
antibiotic αντιβιοτικό PHARMACOLOGY
antibody αντίσωμα MEDICINE / BIOLOGY
anticoagulant αντιπηκτικός PHARMACOLOGY
anticonvulsive αντισπασμωδικός PHARMACOLOGY
anticorrelation αντισυσχετισμός GENERAL
antidependence αντιεξάρτηση I.T.
antidepressant αντικαταθλιπτικός PHARMACOLOGY
antidiuretic αντιδιουρητικός PHARMACOLOGY
antidote αντίδοτο PHARMACOLOGY
anti-fungal substance αντιμυκητική ουσία CHEMISTRY
antigen αντιγόνο PHARMACOLOGY
antihistamine αντιϊσταμινικό PHARMACOLOGY
anti-infective αντιλοιμώδης PHARMACOLOGY
anti-inflammatory αντιφλεγμονώδης PHARMACOLOGY
anti-inflammatory agent αντιφλογιστικός παράγων PHARMACOLOGY
antimatter, anti-matter αντιΰλη PHYSICS
antimicrosomal αντιμικροσωμιακά MEDICINE
anti-missile defence αντιπυραυλική άμυνα MILITARY
antioxidant αντιοξειδωτικός CHEMISTRY
antiparticle αντισωματίδιο PHYSICS
antiphase signal σήμα αντίθετης φάσης ELECTRONICS
antipruritic αντικνησμώδης PHARMACOLOGY
antipyretic αντιπυρετικός PHARMACOLOGY
antiquark(s) αντικουάρκ PHYSICS
anti-satellite weapon (ASAT) αντιδορυφορικός πύραυλος MILITARY
antiscalant feed τροφοδοσία αντισκωρικού / απολεπιστικού INDUSTRY
antiscalent feed skid πέλμα τροφοδοσίας αντισκωρικού / απολεπιστικού INDUSTRY
antiseptic αντισηπτικός CHEMISTRY
antiserum αντιορρός IMMUNOLOGY
antiserum heterologous titre τίτλος ετερόλογου αντιορρού IMMUNOLOGY
antiserum homologous titre τίτλος ομόλογου αντιορρού IMMUNOLOGY
antiserum titre τίτλος αντιορρού IMMUNOLOGY
anti-shared αντιδιαμοιραζόμενος MEDICINE
antisocial αντικοινωνικός SOCIAL SCIENCE
antispam software αντισπαμικό λογισμικό I.T.
anti-spam tool αντισπαμικό εργαλείο I.T.
antisporulant αντισποριογόνο BIOLOGY
anti-spyware, anti-spyware προστασία από κατασκοπευτικό λογισμικό I.T.
anti-stick dull bevel needle βελόνα με αντικολλητική αμβλεία λοξοτομή MEDICINE
antitoxin αντιτοξίνη IMMUNOLOGY
antitrust rules κανόνες σε θέματα συμπράξεων LAW
antitussive αντιβηχικός PHARMACOLOGY
antivirus αντιιικό λογισμικό, αντι-ιικό λογισμικό I.T.
Antlia, Ant (constellation) Αντλία (αστερισμός) ASTRONOMY
antritis ιγμορίτις MEDICINE
anus πρωκτός ANATOMY
anvil αμόνι, άκμονας INDUSTRY
anxiety άγχος PSYCHOLOGY
aorta αορτή ANATOMY
aorta (Ao) & aortic valve αορτή (Ao) και αορτική βαλβίδα MEDICINE
aortic regurgitation (AR) ανεπάρκεια αορτής (ΑΑ) MEDICINE
aortic stenosis (AS) στένωση αορτής (ΣΑ) MEDICINE
aortic valve αορτικής βαλβίδας MEDICINE
apandrous άπανδρος BOTANY
apathy απάθεια PSYCHOLOGY
apatite απατίτης MINEROLOGY
aperture διάμετρος οπής, στενό άνοιγμα, ρυθμιζόμ. φωτοφράκτης GENERAL
apex κορυφή GENERAL
apex (four chambers) κορυφή (τεσσάρων κοιλοτήτων) MEDICINE
apex (of the heart) κορυφή (της καρδίας) MEDICINE
aphanoplasmodium αφανοπλασμώδιο MYCOLOGY
aphasia αφασία MEDICINE
aphelion αφήλιο(ν) ASTRONOMY
aphrodisiac αφροδισιακός GENERAL
apical κορυφαίος GENERAL
apical dominance ακραία κυριαρχία BOTANY
apical meristem ακραίο μερίστωμα BOTANY
aplanospore απλανοσπόριο BIOLOGY
apnea άπνοια MEDICINE
apoapsis απόαψη ASTRONOMY
apogamy απογαμία BOTANY
apogee απόγειο ASTROPHYSICS
Apollo lunar surface experiment package (ALSEP) πακέτο πειραμάτων σεληνιακής επιφάνειας Apollo AEROSPACE
apolune αποσελήνιο ASTROPHYSICS
apomixis απόμιξη BOTANY
apophysis απόφυση BOTANY
apoplastic αποπλαστικός BOTANY
apoplastic movement αποπλαστική κίνηση BOTANY
apoplexy αποπληξία MEDICINE
apoprotein αποπρωτεΐνη BIOLOGY
apothecary φαρμακοποιός PHARMACOLOGY
apothecium αποθήκιο MYCOLOGY
apparatus συσκευή GENERAL
apparent binaries φαινόμενοι διπλοί αστέρες ASTRONOMY
apparent brightness φαινόμενη λαμπρότητα, λαμπρότητα ASTRONOMY
apparent field of view φαινόμενο οπτικό πεδίο ASTRONOMY
apparent magnitude (m) φαινόμενο μέγεθος (m) ASTRONOMY
apparent motion of stars φαινόμενη κίνηση αστέρων ASTRONOMY
apparent orbit φαινόμενη τροχιά ASTRONOMY
apparent position φαινόμενη θέση ASTRONOMY
appearance εμφάνιση GENERAL
appearance and personalization εμφάνιση και εξατομίκευση I.T.
appearance settings ρυθμίσεις εμφάνισης I.T.
Appellate Attorney Δικηγόρος παρ' Εφέταις LAW
appendectomy σκωληκοειδεκτομή MEDICINE
appendicitis σκωληκοειδίτις MEDICINE
appendix σκωληκοειδής απόφυση MEDICINE
application manual εγχειρίδιο εφαρμογών GENERAL
Application Protection System (APS) σύστημα προστασίας εφαρμογής I.T.
applicator nozzle ακροσωλήνιο INDUSTRY
apply εφαρμόζω GENERAL
apply εφαρμογή I.T.
appoint a shareholder/stockholder καθιστώ κάποιον μέτοχο MANAGEMENT
apposition παράθεση LINGUISTICS
appreciable load σημαντικό φορτίο INDUSTRY
approach προσέγγιση GENERAL
apressorium απρεσσόριο BOTANY / MYCOLOGY
apse αψίδα ARCHITECTURE
Apus, Aps (constellation) Πτηνό (αστερισμός) ASTRONOMY
apyretic απύρετος MEDICINE
aqua ύδωρ GENERAL
Aquarius, Aqr (constellation) Υδροχόος (αστερισμός) ASTRONOMY
aqueous υδατικός CHEMISTRY
aquifer υπόγειος υδροφορέας GEOLOGY
Aquila, Aql (constellation) Αετός (αστερισμός) ASTRONOMY
aquisitive prescription χρησικτησία LAW
Ara, Ara (constellation) Βωμός (αστερισμός) ASTRONOMY
arbitrary gain αυθαίρετη απολαβή, αυθαίρετο κέρδος PHYSICS
arbor support έδρανο άξονα υποδοχής φρέζας INDUSTRY
arc τόξο, φαινόμενη τροχιά ουράνιου σώματος ASTROPHYSICS
arc furnace κάμινος βολταϊκού τόξου METALLURGY
arc second δευτερόλεπτο τόξου, (1/3600 μιας μοίρας) ASTRONOMY
arc, arch αψίδα, τόξο GENERAL
archetype αρχέτυπο SOCIAL SCIENCE
Architecture for Voice, Video & Integrated Data (AVVID) Αρχιτεκτονική ενοποίησης φωνής, βίντεο & δεδομένων I.T.
archiving αρχειοθέτηση, αρχειοθήκευση I.T.
are cooled ψύχονται GENERAL
are drawn σύρονται GENERAL
Are you sure you want to Είστε βέβαιος ότι θέλετε να I.T.
area έκταση, περιοχή, εμβαδόν, επιφάνεια GENERAL
area control service υπηρεσία ελέγχου περιοχής AEROSPACE
area function συνάρτηση επιφανείας MATHEMATICS
argon αργόν PHYSICS / CHEMISTRY
argument of periapsis όρισμα της περίαψης, γωνιακή απόσταση περίαψης ASTROPHYSICS
Arianespace ιδιωτική εταιρεία ΕΠΕ παραγωγής ARIANE ESA AEROSPACE
Aries, Ari (constellation) Κριός (αστερισμός) ASTRONOMY
arithmetic and logic unit (ALU) αριθμητική και λογική μονάδα I.T.
arithmetic mean αριθμητικός μέσος MATHEMATICS
arithmotype αριθμότυπος BIOLOGY
armature οπλισμός GENERAL
armature amperes αμπέρ οπλισμού ELECTRICAL
armature current ρεύμα οπλισμού ELECTRICAL
armature DC Component Time Constant Data δεδομένα χρονικής σταθεράς στοιχείου συνεχούς ρεύματος οπλισμού ELECTRICAL
armature Volts βολτ οπλισμού ELECTRICAL
armature winding DC resistance αντίσταση συνεχούς ρεύματος περιέλιξης οπλισμού ELECTRICAL
armature winding sequence resistance data δεδομένα αντίστασης ακολουθίας περιέλιξης οπλισμού ELECTRICAL
armored οπλισμένο INDUSTRY
armoring tape ταινία οπλισμού INDUSTRY
arms trade εμπόριο όπλων MILITARY
army ballistic missile agency (ABMA) βαλλιστική αντιπροσωπεία πυραύλων στρατού, ΗΠΑ MILITARY
aromatic αρωματικός GENERAL
ARPANET πρωτοποριακό δίκτυο μεγάλης εμβέλειας I.T.
arrangement διάταξη GENERAL
arrangement of joint studs διάταξη συνδεόμενων μπουζονιών INDUSTRY
array πίνακας, συστοιχία GENERAL
arrhythmia αρρυθμία MEDICINE
arsenic αρσενικό CHEMISTRY
art education καλλιτεχνική εκπαίδευση EDUCATION
artefact (UK), artifact (US) τέχνημα, τεχνούργημα, τεχνητό προϊόν GENERAL
arterial blood pressure αρτηριακή πίεση MEDICINE
arteriole αρτηρίδιο MEDICINE
arteriosclerosis αρτηριοσκλήρωση MEDICINE
artery αρτηρία ANATOMY
arthroconidium αρθροσπόριο MYCOLOGY
arthrodesis αρθρόδεση MEDICINE
arthroplasty αρθροπλαστική MEDICINE
articular αρθρικός ANATOMY
articulate αρθρώνω GENERAL
articulation άρθρωση GENERAL
articulator αρθρωτής, αρθρωτήρας MEDICINE
articulatory αρθρωτικός PHONETICS
artificial τεχνητός GENERAL
artificial feel τεχνητή αίσθηση AEROSPACE
artificial gravity τεχνητή βαρύτητα AEROSPACE
artificial intelligence (AI) τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) I.T.
artificial vision τεχνητή όραση I.T.
artistic creation καλλιτεχνική δημιουργία ARTS
Arusha Convention σύμβαση της Αρούσα EDUCATION
as opposed to εξ αντιδιαστολής GENERAL
asbestos αμίαντος CHEMISTRY
ascending node αναβιβάζων σύνδεσμος ASTROPHYSICS
ascension άνοδος, ανάβαση, αναφορά GENERAL
ascent module θαλαμίσκος διαστημικού οχήματος AEROSPACE
ascigerous-centrum ασκοκαρπικό κέντρο MYCOLOGY
ascocarp ασκοκάρπιο MYCOLOGY
ascogenous hypha ασκογόνος υφή MYCOLOGY
ascogonium ασκογόνιο MYCOLOGY
ascophore ασκοφόρος, ασκοσπόριο MYCOLOGY
ascostome ασκόστομα MYCOLOGY
ascostrom ασκόστρωμα MYCOLOGY
ascus ασκός MEDICINE
ascus apical cavity κορυφαία κοιλότητα ασκού MEDICINE
ascus apical slit σχισμή ασκού MYCOLOGY
ascus bitunicate διχίτων ασκός MYCOLOGY
ascus calyptra καλύπτρα ασκού BOTANY
ascus crown στεφάνη ασκού BOTANY
ascus pore πόρος ασκού MYCOLOGY
ascus unitunicate μονοχίτων ασκός BOTANY
asepsis ασηψία BIOLOGY
aseptic conditions ασηπτικές συνθήκες BIOLOGY
asexual propagation αγενής πολλαπλασιασμός BOTANY
asexual reproduction αγενής αναπαραγωγή BIOLOGY
ashen light τεφρόφως, τεφρώδες φως ASTROPHYSICS
ashes τέφρα GENERAL
Asian and Pacific Council Συμβούλιο Συνεργασίας Ασίας και Ειρηνικού LAW
asked price ζητούμενη τιμή ECONOMICS
aspect πλευρά MECHANICS
aspect ratio διάταμα OPTICS
aspermia ασπερμία MEDICINE
aspidosperma quebracho ασπιδόσπερμα του κουεβραχίου BOTANY
aspiration αναρρόφηση, δασύτητα, εισπνοή, προσδοκία GENERAL
aspirin ασπιρίνη PHARMACOLOGY
assembled in a bar διατεταγμένα σε ράβδο GENERAL
assessment εκτίμηση ECONOMICS
asset περιουσία ECONOMICS
assignee εντολοδόχος, εκδοχέας LAW
assignor εντολέας, εκχωρητής LAW
assimilation αφομοίωση GENERAL
assistant βοηθός GENERAL
Assistant General Counsel Αναπληρωτής / Βοηθός Γενικός Νομικός Σύμβουλος LAW
associated cards συνδεόμενες κάρτες GENERAL
associated ducting συνδεόμενοι αγωγοί INDUSTRY
association συνειρμός GENERAL
Association Astronautique Française (AAF) εταιρεία αεροναυτικής Γαλλίας AEROSPACE
Ass's Bridge Γέφυρα των Γαϊδάρων (κάτι συνηθισμένο σε όλους) PSYCHOLOGY
asteroid αστεροειδής ASTRONOMY
asteroid belt ζώνη αστεροειδών ASTRONOMY
asthma άσθμα MEDICINE
astigmatism αστιγματισμός MEDICINE
astronaut αστροναύτης AEROSPACE
astronautics αστροναυτική AEROSPACE
Astronomical Unit (AU) αστρονομική μονάδα PHYSICS
astrophysics αστροφυσική PHYSICS
asymetric cryptography ασυμμετρική κρυπτογράφηση I.T.
asymmetric digital subscriber line (ADSL) ασύμμετρη ψηφιακή συνδρομητική γραμμή (ADSL) I.T.
asymmetry ασυμμετρία GENERAL
asynchronous bus ασύγχρονη αρτηρία I.T.
asynchronous exception ασύγχρονη διακοπή I.T.
asynchronous motor ασύγχρονος κινητήρας ELECTRICAL
asynchronous transfer mode σύγχρονος τρόπος μετάδοσης I.T.
at his sole discretion κατά την απόλυτη κρίση του LAW
atemperator μειωτήρας θερμοκρασίας ατμού INDUSTRY
Athens Regional Department of Aliens Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Αθηνών LAW
atherogenesis αθηρογένεση MEDICINE
atheroma αθήρωμα MEDICINE
atheromatosis αθηρωμάτωση MEDICINE
atherosclerosis αθηροσκλήρωση MEDICINE
ATM (Automated Teller Machine) Αυτόματη Ταμειολογιστική Μηχανή, Αυτόματη Τραπεζοσυναλλακτική Μηχανή I.T.
atmosphere ατμόσφαιρα PHYSICS
atmospheric balloon αερόστατο ατμοσφαιρικής έρευνας METEOROLOGY
atmospheric conditions ατμοσφαιρικές συνθήκες METEOROLOGY
atmospheric pollution ατμοσφαιρική ρύπανση GLOBAL HEALTH
atmospheric pressure ατμοσφαιρική πίεση METEOROLOGY
atmospheric probe ανεπάνδρωτο διαστημικό όχημα ατμοσφ. εξερεύνησης ASTROPHYSICS
atmospheric relief diaphragm rupture ρήξη διαφράγματος ατμοσφαιρικής εκτόνωσης INDUSTRY
atomic nucleus ατομικός πυρήνας PHYSICS
atomization νεφέλωμα, καταιωνισμός, ψεκασμός GENERAL
atomizing air αέρας ψεκασμού GENERAL
atomizing air manifold συλλέκτης, πολλαπλή εισαγωγή αέρα ψεκασμού INDUSTRY
atomizing systems συστήματα ψεκασμού INDUSTRY
atrial fibrillation (AF or afib) κολπική μαρμαρυγή (ΚΜ) MEDICINE
atrial flutter (AFL) κολπικός πτερυγισμός (ΚΠτ) MEDICINE
atrial septal defect (ASD) μεσοκολπική επικοινωνία (έλλειμμα) (ΜκΕ) MEDICINE
atrioventricular (AV) κολποκοιλιακός (ΚΚ) MEDICINE
atrioventricular block (AVB) κολποκοιλιακός αποκλεισμός (ΚΚΑ) MEDICINE
atrioventricular node (AVN) κολποκοιλιακός κόμβος (ΚΚΚ) MEDICINE
atrophy ατροφία MEDICINE
ATS - Automatic Turbine Startup ATS - Αυτόματη εκκίνηση στροβίλου INDUSTRY
Attachments Συνημμένα I.T.
attack προσβολή GENERAL
attack time χρόνος αποκατάστασης TELECOMMUNICATIONS
attenuation εξασθένηση ENGINEERING / ACOUSTICS
attenuation stage βαθμίδα εξασθένησης ENGINEERING / ACOUSTICS
attitude προσανατολισμός, συμπεριφορά GENERAL
attitude and articulation control subsystem (AACS) υποσύστημα ελέγχου προσανατολισμού & σταθεροποίησης AEROSPACE
Attitude and orbit control subsystem (AOCS) σύστημα ελέγχου συμπεριφοράς και τροχιάς AEROSPACE
attitude control έλεγχος προσανατολισμού διαστημόπλοιου AEROSPACE
attitude control system (ACS) σύστημα ελέγχου προσανατολισμού AEROSPACE
atto (a)- (prefix) άττο (πρόθεμα) - π.χ.: αττόμετρο GENERAL
attorney at law δικηγόρος LAW
attraction έλξη PHYSICS
attributable μπορεί να αποδοδεί GENERAL
attribute χαρακτηριστικό, ιδιότητα, ιδιοχαρακτηριστικό GENERAL
attrition τριβή, εσωτερική φθορά MECHANICS
attrition test δοκιμή φθοράς διά τριβής MECHANICS
atypical άτυπα GENERAL
audibility ακουστότητα ACOUSTICS
audible ακουστός ACOUSTICS
audible chirp ακουστό τερέτισμα ACOUSTICS
audiogram ακοόγραμμα ACOUSTICS
audiometric ακοομετρικός ACOUSTICS
audiometry ακοομετρία ACOUSTICS
audiovisual οπτικοακουστικός MULTIMEDIA
audiovisual document οπτικοακουστικό τεκμήριο I.T.
audit record (log file) αρχείο καταγραφής παρακολούθησης I.T.
auditing παρακολούθηση, επιθεώρηση GENERAL
auditory meatus ακουστικό κανάλι MEDICINE
auditory nerve ακουστικό νεύρο MEDICINE
augmentative communication επαυξητική επικοινωνία LINGUISTICS
augmented transition network grammars γραμματικές επαυξημένου δικτύου μεταπτώσεων LINGUISTICS
aura αύρα GENERAL
aural ωτικός MEDICINE
auricle πτερύγιο του ωτός, ωτίον του κόλπου, κόλπος MEDICINE
Auriga, Aur (constellation) Ηνίοχος (αστερισμός) ASTRONOMY
aurora σέλας, ηώς, αυγή, πολικό σέλας METEOROLOGY
aurora australis νότιο σέλας METEOROLOGY
aurora borealis βόρειο σέλας METEOROLOGY
aurora's tears πρωινή πάχνη METEOROLOGY
auscultation ακρόαση πνευμόνων MEDICINE
austenite ωστενίτης METALLURGY
austenitic steel ωστενιτικός χάλυβας METALLURGY
authentication αυθεντικοποίηση, πιστοποίηση, ταυτοποίηση, αναγνώριση ταυτότητας GENERAL
authentication key κωδικός αυθεντικοποίησης, κωδικός αναγνώρισης ταυτότητας I.T.
Authentication key for installation/update Κωδικός αυθεντικοποίησης για εγκατάσταση / ενημέρωση I.T.
authentication of the signature βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής LAW
authenticity αυθεντικότητα GENERAL
authenticode (Μicrosoft) γνήσιος κώδικας, λειτουργία του Microsoft Ιnternet Explorer I.T.
authorization εξουσιοδότηση GENERAL
authorized pieces of identification αναγνωρισμένα δελτία ταυτότητας LAW
autism αυτισμός MEDICINE
auto synchronization αυτόματος συγχρονισμός I.T.
auto transformer αυτομετασχηματιστής ELECTRICAL
autochory αυτοχωρία BOTANY
autocorrelation αυτοσυσχέτιση PHYSICS
autoecious αυτόοικος MYCOLOGY
autoecism αυτοoικία BIOLOGY
auto-exit αυτόματη έξοδος I.T.
autogamy αυτογαμία BIOLOGY
autogenous welding οξυγονοκόλληση, αυτογενής συγκόλληση METALLURGY
autoimmune αυτοάνοσος MEDICINE
autoimmunity αυτοανοσία MEDICINE
autoimmunization αυτοανοσοποίηση MEDICINE
auto-join αυτόματη σύνδεση I.T.
autolysis αυτόλυση BIOLOGY
automatic character recognition (ACR) αυτόματη αναγνώριση χαρακτήρων I.T.
automatic chucking lathe αυτόματος τόρνος INDUSTRY
automatic control theory θεωρία αυτόματου ελέγχου ENGINEERING / MATHEMATICS
automatic down feed αυτόματη κάθοδος INDUSTRY
automatic drill αυτόματο τρυπάνι INDUSTRY
automatic feed αυτόματη τροφοδοσία INDUSTRY
automatic repair αυτόματη επιδιόρθωση I.T.
automatic scrolling (autoscroll) αυτόματη κύλιση I.T.
automatic sequential programmed operation αυτόματη ακολουθιακή προγραμματισμένη λειτουργία I.T.
Automatic Speech Recognition (ASR) αυτόματη αναγνώριση ομιλίας (ASR) I.T.
Automatic Storage Management (ASM) αυτόματη διαχείριση αποθήκευσης I.T.
automatic voltage adjuster αυτόματος ρυθμιστής τάσης ELECTRONICS
automixis αυτόμιξη BIOLOGY
autopilot αυτόματος πιλότος AEROSPACE
autopsy αυτοψία FORENSICS
autoradiography αυτοραδιογραφία BIOLOGY
autoregressive αυτοπαλινδρόμηση ACOUSTICS
auto-repeat αυτόματη επανάληψη I.T.
auto-resets επαναφέρεται αυτόματα I.T.
autosοme αυτοσωματικό χρωμόσωμα GENETICS
autotroph, autotrophic αυτότροφος, αυτοτροφικός BIOLOGY
autumnal equinox φθινοπωρινή ισημερία ASTRONOMY
auxiliary βοηθητικός GENERAL
auxiliary boiler βοηθητικός λέβητας INDUSTRY
auxiliary device βοηθητική συσκευή, βοηθητική διάταξη GENERAL
auxiliary feed valve βοηθητική βαλβίδα τροφοδοσίας INDUSTRY
auxiliary feed valve body σώμα βοηθητικής βαλβίδας τροφοδοσίας INDUSTRY
auxiliary pump βοηθητική αντλία INDUSTRY
auxiliary service building κτίριο βοηθητικών υπηρεσιών INDUSTRY
auxiliary service building sump drains φρεάτια αποστράγγισης κτιρίου βοηθητικών υπηρεσιών INDUSTRY
auxiliary steam βοηθητικός ατμός INDUSTRY
auxiliary transformer βοηθητικός μετασχηματιστής ELECTRICAL
auxin αυξίνη BOTANY
auxotrophic αυξοτρόφος, αυξοτροφικός GENETICS
availability διαθεσιμότητα (πόρου) I.T.
available διαθέσιμος GENERAL
available energy resources διαθέσιμοι ενεργειακοί πόροι ENERGY
avascular ανάγγειος MEDICINE
average μέσος όρος GENERAL
average material properties μέσες ιδιότητες υλικού PHYSICS
average memory access time μέσος χρόνος πρόσβασης I.T.
average metal section temperature μέση θερμοκρασία μεταλλικού τμήματος INDUSTRY
average quantizer μέσος κβαντιστής I.T.
average velocity μέση ταχύτητα PHYSICS
average word branching factor μέσος παράγοντας διακλάδωσης λέξης I.T.
averaged-in-time velocity χρονική μέση τιμή ταχύτητας, χρονικά μεσοτιμημένη ταχύτητα PHYSICS
aversive απεχθής MEDICINE
avoidance αποφυγή GENERAL
award of contract ανάθεση σύμβασης με δημοπρασία LAW
axeny αξενία BIOLOGY
axial αξονικός, κατά μήκος άξονα GENERAL
axial annulus velocity ταχύτητα αξονικού δακτυλίου PHYSICS
axial compressor αξονικός συμπιεστής ENGINEERING
axial flow type τύπος αξονικής ροής ENGINEERING
axial load αξονικό φορτίο, φορτίο στη διεύθυνση άξονα ENGINEERING
axial position probe αξονικός ανιχνευτής θέσης INDUSTRY
axial position trip αξονικός ασφαλειοδιακόπτης θέσης INDUSTRY
axial probes failed trip ασφαλειοδιακόπτης αστοχίας αξονικών ανιχνευτών INDUSTRY
axial spacers αξονικά διαχωριστικά INDUSTRY
axial support αξονική στήριξη ENGINEERING
axial thrust αξονική ώση ENGINEERING
axial velocity αξονική ταχύτητα ENGINEERING
axis άξονας PHYSICS
axisymmetric αξονοσυμμετρικός PHYSICS
axisymmetric flow αξονοσυμμετρική ροή PHYSICS
axle ημιαξόνιο, στέλεχος, τροχαλίας ENGINEERING
azimuth αζιμούθιο ASTRONOMY
azimuthal projection αζιμουθιακή προβολή CARTOGRAPHY
azygospore αζυγοσπόριο MYCOLOGY
babbitt (metal) αντιτριβικό μέταλλο METALLURGY
babbitted surface επιφάνεια επιστρωμένη με αντιτριβικό μέταλλο METALLURGY
babble βοή, δυσνόητη ή ακατάληπτη ομιλία, κελάρυσμα LINGUISTICS
Bacillus Βάκιλλος BIOLOGY
back πίσω I.T.
back chuck οπίσθιος δίσκος σύσφιξης, σφιγκτήρας INDUSTRY
back door, backdoor ιός κερκόπορτας I.T.
back end user χρήστης οπισθοφυλακής, χρήστης νωτιαίου άκρου I.T.
back page οπισθόφυλλο GENERAL
back plate πλάκα βάσης, κάλυμμα συμπλέκτη INDUSTRY
back pressure πίεση επιστροφής INDUSTRY
back vowel οπίσθιο φωνήεν PHONETICS
backbone κορμός, αρτηρία δικτύου I.T.
backchannel οπισθοκανάλι I.T.
backflow αντίστροφη ροή ENGINEERING
backflow of water αντίστροφη ροή νερού ENGINEERING
background παρασκήνιο I.T.
background noise θόρυβος βάθους, θόρυβος υποβάθρου PHYSICS
background speech ομιλία υποβάθρου I.T.
backing strip ταινία υποστήριξης INDUSTRY
backlash νεκρή διαδρομή, τζόγος ENGINEERING
backlog ανεκτέλεστες εργασίες I.T.
backmotion κίνηση επιστροφής INDUSTRY
backplane αρτηρία κεντρικής πλακέτας ELECTRONICS
back-propagation οπισθοδιάδοση I.T.
backscattering οπισθοσκέδαση κυμάτων, σωματίδιων ή σημάτων PHYSICS
backslash οπισθοπλαγία, λαιοπλαγία, ανάποδη κάθετος I.T.
backspace πλήκτρο backspace, οπισθοδιάστημα I.T.
backup pump εφεδρική αντλία INDUSTRY
Backup the whole Registry Δημιουργία αντιγράφου ασφαλείας ολόκληρου του μητρώου I.T.
Backup the Windows Registry Δημιουργία αντιγράφου ασφαλείας του μητρώου των Windows I.T.
back-up, backup εφεδρικό αντίγραφο, εφεδρεία, αντίγραφο ασφαλείας I.T.
backward compatibility οπισθόφορη συμβατότητα, αναδρομική συμβατότητα I.T.
backward conditional branch διακλάδωση οπισθοδρόμησης I.T.
backwards προς τα πίσω GENERAL
backwater curve καμπύλη υπερύψωσης PHYSICS
bacterial βακτηριακός, βακτηριδιακός BIOLOGY
bacterial wilt αδροβακτηρίωση BOTANY
bactericidal βακτηριδιοκτόνος BIOLOGY
bacterium βακτήριο, βακτηρίδιο BIOLOGY
bad message header μη έγκυρη κεφαλίδα μηνύματος I.T.
badly rubbed έντονα φθαρμένο GENERAL
baffle εκτροπέας GENERAL
baffle rubber ελαστικό εκτροπέων INDUSTRY
bag σάκκος GENERAL
bailiff κλητήρας LAW
baked ψημένο GENERAL
Balance Of Plant (BOP) ισοστάθμιση εγκαταστάσεων (BOP) INDUSTRY
balanced three-phase load ισοσταθμισμένο φορτίο τριών φάσεων, ισοσταθμισμένο τριφασικό φορτίο ELECTRICAL
ball and socket joint σφαιρική άρθρωση MEDICINE
ball bearing ένσφαιρος τριβέας, σφαιροτριβέας, ρουλεμάν με μπίλιες MECHANICS
ball float σφαιρικός πλωτήρας (φλοτέρ) MECHANICS
ball of the foot ακροστήριγμα πέλματος ANATOMY
ball printer εκτυπωτής σφαιρικής κεφαλής I.T.
ball valve ένσφαιρη βαλβίδα INDUSTRY
ballistic flyby βαλλιστική (βαλιστική) διέλευση AEROSPACE
ballistics βαλλιστική (βαλιστική), βλητική AEROSPACE
ball-seated type τύπου σφαιρικής έδρας INDUSTRY
ballute αεροδυναμικό φρένο που είναι και μπαλόνι και αλεξίπτωτο AEROSPACE
band ζώνη (συχνοτήτων) TELECOMMUNICATIONS
bandage επίδεσμος MEDICINE
banding machine τσερκαδόρος INDUSTRY
bandpass ζωνοπερατό, διέλευση ζώνης TELECOMMUNICATIONS
bandpass filter ζωνοπερατό φίλτρο, φίλτρο διέλευσης ζώνης TELECOMMUNICATIONS
bandwidth εύρος ζώνης, ζωνικό εύρος I.T.
bank τράπεζα ECONOMICS
bank deposit τραπεζική κατάθεση ECONOMICS
bank of batteries συστοιχία μπαταριών INDUSTRY
bank-note χαρτονόμισμα ECONOMICS
bankruptcy πτώχευση ECONOMICS
bar feed mechanism μηχανισμός πρόωσης ράβδου INDUSTRY
bar seal ράβδος στεγανότητας INDUSTRY
barcode γραμμοκωδικός, γραμμωτός κωδικός I.T.
bare γυμνός GENERAL
bargain hunter κυνηγός ευκαιριών ECONOMICS
barium βάριο PHYSICS
barograph βαρογράφος METEOROLOGY
barometer βαρόμετρο METEOROLOGY
barometric βαρομετρικός METEOROLOGY
barometric pressure βαρομετρική πίεση METEOROLOGY
barrier φράγμα GENERAL
barring φραγή GENERAL
barring clause περιοριστική διάταξη ή ρήτρα LAW
barring none μηδενός εξαιρουμένου LAW
barring the unexpected εκτός απροόπτου GENERAL
barycenter βαρύκεντρο PHYSICS
Barycentric Coordinate Time (TCB) βαρυκεντρικός συντεταγμένος χρόνος PHYSICS
baryon βαρυόνιο PHYSICS
baryon number βαρυονικός αριθμός PHYSICS
basal βασικός BIOLOGY / GENERAL
basalt βασάλτης GEOLOGY
base βάση GENERAL
base pointer (BP) δείκτης βάσης I.T.
base top drain άνω αποστράγγιση βάσης INDUSTRY
baseband ζώνη βάσης TELECOMMUNICATIONS
based address διεύθυνση με βάση I.T.
based indexed address δεικτοδοτημένη διεύθυνση με βάση I.T.
based indexed scaled address δεικτοδοτημένη κλιμακοθετημένη διεύθυνση με βάση I.T.
baseform βασική φόρμα LINGUISTICS
baseline γραμμή βάσης GENERAL
baseline valve βαλβίδα γραμμής αναφοράς INDUSTRY
basic education βασική εκπαίδευση EDUCATION
Basic Input / Output System (BIOS) βασικό σύστημα εισόδου / εξόδου I.T.
basic insulation level βασικό επίπεδο μόνωσης, βασική στάθμη μόνωσης ELECTRICAL
basilar cells βασικά κύτταρα BIOLOGY
basilar crest βασική ακρολοφία MEDICINE
basilar membrane βασική μεμβράνη BIOLOGY
basin κυκλικό χαμήλωμα >200 χλμ. σχηματισμένο από κρούση, λεκάνη GEOLOGY
basipetal βασιπεταλικός BOTANY
basis έρεισμα GENERAL
basophilic stippling βασοφιλική στίξη BIOLOGY
basophils βασεόφιλα BIOLOGY
bass tone βαθύς τόνος ACOUSTICS
bastion host διακομιστής αυστηρών ρυθμίσεων ασφάλειας I.T.
batch δέσμη I.T.
batch file αρχείο δέσμης I.T.
baths and dressing rooms λουτρά και αποδυτήρια GENERAL
battery μπαταρία GENERAL
battery charger φορτιστής μπαταρίας ELECTRONICS
battery room χώρος μπαταρίας INDUSTRY
battery unit μονάδα μπαταρίας ELECTRONICS
Bayesian filtering Μπεϋζιανό φιλτράρισμα I.T.
b-cell lymphomas λεμφώματα κυττάρου Β MEDICINE
beam δέσμη, δοκός, φορέας φορτίων GENERAL
beam search algorithm αλγόριθμος αναζήτησης δέσμης I.T.
beam separator διαχωριστής δέσμης OPTICS
bearer bond ανώνυμο ομόλογο LAW
bearing έδρανο, κουζινέτο, τριβέας MECHANICS
bearing bracket έδρανο τριβέα MECHANICS
bearing cap κάλυμμα εδράνου MECHANICS
bearing drain enlargement διεύρυνση αποστράγγισης εδράνου MECHANICS
bearing gap διάκενο τριβέα MECHANICS
bearing liners χιτώνιο τριβέα MECHANICS
bearing metal thermocouples μεταλλικά θερμοζεύγη τριβέα MECHANICS
bearing surface επιφάνεια με παραλαβή φορτίου MECHANICS
beat ρυθμικός κτύπος, παλμός MEDICINE / GENERAL
Beaufort scale κλίμακα Μποφόρ, ανεμομετρική κλίμακα METEOROLOGY
before seat drain αποστράγγιση πριν από την έδρα INDUSTRY
beginner's guide οδηγός αρχαρίου, οδηγός αρχάριου χρήστη I.T.
beginning of life (BOL) αρχή της ζωής INDUSTRY
behavior συμπεριφορά GENERAL
behavior-blocking software λογισμικό εμπλοκής συμπεριφοράς I.T.
bell κυπρί INDUSTRY
bellows φυσητήρας INDUSTRY
belly γαστέρα GENERAL
belt ιμάντας INDUSTRY
belt conveyor κυλιόμενος ιμάντας, μεταφορική ταινία INDUSTRY
bench πάγκος εργασίας, εξέδρα χειρισμού INDUSTRY
bench center lathe κεντρικός τόρνος πάγκου εργασίας INDUSTRY
benchmark δοκιμασία επιδόσεων, συγκριτική αξιολόγηση, αρεικρίνηση I.T.
bend λυγίζω, κάμπτω GENERAL
bending κάμψη GENERAL
bending load καμπτικό φορτίο, φόρτιση κάθετη σε άξονα MECHANICS
bending moment ροπή κάμψης, καμπτική ροπή MECHANICS
bending strength αντοχή σε κάμψη MECHANICS
bending test δοκιμή κάμψης MECHANICS
benefit of discussion ένσταση δίζησης SOCIAL SCIENCE
benign καλοήθης MEDICINE
benzamide βενζεμίδη CHEMISTRY
benzo (beta) βενζ (β) CHEMISTRY
benzoin βεvζόη CHEMISTRY
benzoldiole βενζοδιόλη CHEMISTRY
benzopyridine βενζοπυριδίνη CHEMISTRY
benzyl βενζύλιο CHEMISTRY
benzyl group βενζυλομάδα CHEMISTRY
benzyl… βενζυλ… CHEMISTRY
benzyladenine βενζυλαδενίνη CHEMISTRY
benzylaminopurine βενζυλαμινοπουρίνη CHEMISTRY
benzyloxy… βενζυλοξυ... CHEMISTRY
bequest διαθήκη LAW
best endurance speed ταχύτητα βέλτιστης αυτονομίας AEROSPACE
beta βήτα I.T.
beta emitter πηγή εκπομπής ακτίνων βήτα PHYSICS
bevel λοξοτόμηση INDUSTRY
bevel-headed screw βίδα με λοξοτομημένη κεφαλή INDUSTRY
bezel δακτύλιος συγκράτησης, στεφάνη συγκράτησης INDUSTRY
bias πόλωση, τάση πλέγματος ELECTRONICS
bicarbonate διττανθρακικός CHEMISTRY
biceps δικέφαλος μυς ANATOMY
biconcave αμφίκοιλος GENERAL
biconvex αμφίκυρτος OPTICS
bid προσφορά ECONOMICS
bidirectional δικατευθυντικός, αμφίδρομος GENERAL
big bang μεγάλη έκρηξη ASTROPHYSICS
big bang theory θεωρία μεγάλης έκρηξης ASTROPHYSICS
bilabial διχειλικός LINGUISTICS
bilateral αμφίπλευρος GENERAL
bilateral aid διμερής βοήθεια INTERNATIONAL RELATIONS
bilateral calcification αμφοτερόπλευρη αποτιτάνωση MEDICAL
bile χολή BIOLOGY
bilingual δίγλωσσος LINGUISTICS
biliprotein βιλιπρωτεΐνη BIOLOGY
bill χρέωση ECONOMICS
bill of indictment κατηγορητήριο LAW
binary δυαδικός GENERAL
binary prefix δυαδικό πρόθεμα I.T.
binary star διπλός αστέρας ASTRONOMY
Binary value Δυαδική τιμή MATHEMATICS / I.T.
binaural αμφιωτικός ACOUSTICS
bind δεσμεύω GENERAL
binding δεσμός GENERAL
binding band συνδετική ταινία GENERAL
Binding Buffer Reagent Αντιδραστήριο ρυθμιστικό διάλυμα δέσμευσης BIOLOGY
binocular διόφθαλμος BIOLOGY
bioassay βιοδοκιμή BIOLOGY
biochemistry βιοχημεία BIOLOGY
biocompatibility βιοσυμβατότητα BIOLOGY / MEDICINE
biocomputation βιοϋπολογισμός BIOLOGY / I.T.
bioenergy βιοενέργεια ENERGY
bioethics βιοηθική ETHICS
biological βιολογικός BIOLOGY
biology βιολογία BIOLOGY
bioluminescence βιοφωταύγεια BIOLOGY
biomass βιομάζα BIOLOGY
biomaterial βιοϋλικό BIOLOGY
biomedicine βιοϊατρική MEDICINE
biomembrane βιομεμβράvη BIOLOGY
biometeorology βιομετεωρολογία BIOLOGY
biometric identification βιομετρική I.T.
biomolecule βιομόριο BIOLOGY
bionics βιονική ENGINEERING
biophysics βιοφυσική PHYSICS
biopsy βιοψία MEDICINE
biosynthesis βιοσύνθεση BIOLOGY
biotic βιοτικός GENERAL
bi-propellant, bipropellant προωθητήρια ουσία από δύο αμιγείς ή ασυνδύαστες ουσίες AEROSPACE
biquadratic equation διτετράγωνη εξίσωση MATHEMATICS
birth γέννηση GENERAL
birth rate γεννητικότης DEMOGRAPHY
bisect διχοτομώ GENERAL
bisection διχοτόμηση GENERAL
bisexual αμφιφυλόφιλος SOCIAL SCIENCE
bit αρίδα, λεπίδα, τρυπάνι INDUSTRY
bit δυαδικό ψηφίο, / δυφίο (μονάδα μέτρησης δεδομένων) I.T.
bit string δυφιοσειρά (σειρά δυφίων) I.T.
bite δήγμα, δάγκωμα, τσίμπημα (εντόμων) GENERAL
BitLocker Drive Encryption κρυπτογράφηση μονάδων δίσκου BitLocker I.T.
bits per second (Bps) δυφία ανά δευτερόλεπτο, δυαδικά ψηφία μετάδοσης πληροφοριών ανά δευτερόλεπτο I.T.
black box recorder μαύρο κουτί AEROSPACE
black clause μαύρη ρήτρα LAW
black hat ευφημισμός παρόνομων εισβολέων I.T.
black hole μαύρη τρύπα ASTROPHYSICS
Blacklist Μαύρη λίστα I.T.
black-out σκοτοδίνη, συσκότιση ENERGY
blackout (physiological) απώλεια αισθήσεων MEDICINE
blackout (radio) απώλεια ραδιοεπικοινωνίας μεταξύ διαστημόπλοιου & Γης TELECOMMUNICATIONS
bladder κύστη MEDICINE
blade πτερύγιο, λεπίδα GENERAL
blade cooling ψύξη πτερυγίου AEROSPACE
blast εκτόξευση AEROSPACE
blasting ανατίναξη, αμμοβολή INDUSTRY
blast-off (colloquial) εκτόξευση AEROSPACE
bleed valve βαλβίδα βραδείας εκτόνωσης INDUSTRY
bleeding εκτόνωση INDUSTRY
blend συμμειγνύω, συνδυάζω GENERAL
blepharitis βλεφαρίτις MEDICINE
blind flange τυφλή φλάντζα INDUSTRY
blind hole τυφή οπή MECHANICS
blindness τύφλωση MEDICINE
block μπλοκ GENERAL
block (data storage) πλοκάδα (δεδομένων) I.T.
block diagram σχηματικό διάγραμμα, δομικό διάγραμμα GENERAL
block valve αποφρακτική βαλβίδα INDUSTRY
blocked rotor current ρεύμα φραγμένου στροφείου INDUSTRY
blocker αναστολέας OPTICS
blocking φραγή GENERAL
blog ιστολόγιο I.T.
blood αίμα MEDICINE
blood plasma πλάσμα (αίματος) MEDICINE
blood pressure (BP) αρτηριακή πίεση (ΑΠ) MEDICINE
blood vessel αιμοφόρο αγγείο MEDICINE
blood-letting αφαίμαξη MEDICINE
bloodletting technique τεχνική αφαίμαξης MEDICINE
blossom dropping ανθόρροια BOTANY
blow pipe σωλήνας καθαρισμού GENERAL
blowdown tank δεξαμενή εκτόνωσης INDUSTRY
blowdown valve βαλβίδα εκτόνωσης INDUSTRY
blower φυσερό INDUSTRY
blowers φυσητήρες, πνευματικοί μεταφορείς INDUSTRY
blue complex κυανό σύμπλοκο BIOLOGY
blue of the sky κυανό χρώμα του ουρανού PHYSICS
blue quartz ψευδοσάπφειρος MINERALOGY
BMS - Basic Message Service BMS - Βασική υπηρεσία μηνυμάτων I.T.
board κάρτα, πλακέτα GENERAL
board info display (BID) οθόνη πολλαπλών ενδείξεων I.T.
board of directors διοικητικό συμβούλιο LAW
body σώμα GENERAL
body bound stud μπουζόνι σύνδεσης σώματος MECHANICS
body force καθολική δύναμη PHYSICS
boiler λέβητας INDUSTRY
boilerplate δοκιμαστικό πανομοιότυπο σκάφους AEROSPACE
bold έντονα γραμμένος, εντονότυπος I.T.
bolt and valve stem thread lubricants λιπαντικά σπειρώματος στελέχους κοχλία και βαλβίδας INDUSTRY
bolted connector σύνδεσμος με κοχλία INDUSTRY
bolting σύνδεση με κοχλία INDUSTRY
bond δεσμός, σύνδεση, συνδέω CHEMISTRY
bonding σύζευξη CHEMISTRY
bonnet κάλυμμα, καπό κινητήρα INDUSTRY
Bookmark & Share Σελιδοδείκτης & κοινή χρήση I.T.
boolean query formulation δυαδική διατύπωση επερωτήσεων, μπούλεια διατύπωση ερωτημάτων I.T.
boost αύξηση, ενίσχυση, ώθηση σε προωστικό πύραυλο GENERAL
booster προωστικός πύραυλος εκτόξευσης διαστημικού οχήματος AEROSPACE
boot εκκίνηση I.T.
Bootes, Boo (constellation) Βοώτης (αστερισμός) ASTRONOMY
bootstrap cold air unit σύστημα ψύξης αυτοσυντηρούμενης λειτουργίας AEROSPACE
border περίγραμμα GENERAL
bore διαμέτρημα, εσωτερική διάμετρος, διάμετρος οπής, οπή GENERAL
bore plugs πώματα οπών GENERAL
bore stress limit όριο τάσης διάτρησης GENERAL
bored-out που έχει διατρηθεί GENERAL
borescope μετρητής διαμετρήματος OPTICS
boring fixture διατρητικό μηχάνημα MECHANICS
borrowing δανειοληψία ECONOMICS
boss πλήμνη MECHANICS
bot μποτ, διαδικτυακό ρομπότ I.T.
both ways αμφίδρομος GENERAL
botnet μποτοδίκτυο I.T.
bottling εμφιάλωση INDUSTRY
bottom κάτω, πυθμένας GENERAL
bottom of the stack πυθμένας, το άκρο της στοίβας με το πρώτο στοιχείο GENERAL
botulism αλλαντίαση MEDICINE
bounce table τράπεζα κρουστικών δοκιμών ENGINEERING
bound charge δέσμιο φορτίο ELECTRICAL
boundaries and interfaces όρια και διεπαφές GENERAL
boundary condition οριακή συνθήκη, συνοριακή συνθήκη PHYSICS
boundary layer οριακό στρώμα, οριακή στιβάδα PHYSICS
boundary layer thickness πάχος οριακού στρώματος PHYSICS
boundary wall roughness τραχύτητα οριακών τοιχωμάτων PHYSICS
bounded φραγμένος MATHEMATICS
bourdon gauge μετρητής μπουρντόν MECHANICS / PHYSICS
bow saw τοξοειδές πριόνι TOOLS
bow shock wave κρουστικό κύμα bow PHYSICS
bow thruster πρωραίος πλαγιοωθητήρας MECHANICS
bowed κυρτός GENERAL
bowel έντερο ANATOMY
bowing of the rotor κύρτωση του στροφείου MECHANICS
bowl λεκάνη GENERAL
box orbit τετράγωνη τροχιά ASTROPHYSICS
brace κηδεμόνας, ορθοστάτης GENERAL
brace άγκιστρο, μύστακας ({ ή }) I.T.
bracket υποστήριγμα, βραχίονας στήριξης MECHANICS
bracketing structure παρενθετική δομή I.T.
brackets αγκύλες ([ ]) I.T.
bract βράκτιο BOTANY
bradycardia βραδυκαρδία MEDICINE
bradychory βραδυχωρία BOTANY
braid πλέγμα, περιτύλιξη GENERAL
braided πεπλεγμένο πλεκτό GENERAL
braided cable πεπλεγμένο καλώδιο, πολύκλωνο καλώδιο ELECTRICAL
braided suture πεπλεγμένο ράμμα, πολύκλωνο ράμμα MEDICINE
brain εγκέφαλος ANATOMY
brain drain διαρροή επιστημονικού δυναμικού ECONOMICS
brain stem στέλεχος (εγκεφαλικό) ANATOMY
brainwashing πλύση εγκεφάλου PSYCHOLOGY
braking thrust ώση πέδησης AEROSPACE
branch διακλάδωση, διακλάδιση GENERAL
branch circuits διακλαδώσεις κυκλωμάτων ELECTRONICS
branch delay καθυστέρηση διακλάδωσης I.T.
branch penalty ποινή διακλάδωσης I.T.
branch prediction buffer προσωρινός καταχωρητής πρόβλεψης διακλάδωσης I.T.
branch target buffer προσωρινός καταχωρητής στόχου διακλάδωσης I.T.
branches κλάδοι GENERAL
branchial βραγχιακός MEDICINE
branching factor παράγοντας διακλάδωσης I.T.
brass τερματικό μπλοκ με ορειχάλκινες απολήξεις INDUSTRY
braze χαλκοκόλληση, συγκόλληση INDUSTRY
braze ring δακτύλιος συγκόλλησης INDUSTRY
breach of duty αμέλεια, από αμέλεια LAW
breach of trust απιστία LAW
break away απεμπλοκή GENERAL
break down κατάρρευση GENERAL
break even point νεκρό σημείο, σημείο εξισορρόπησης ECONOMICS
break sharp corners αφαίρεση αιχμηρών γωνιών AEROSPACE
breaker trip ασφαλειοδιακόπτης αποζεύκτη ELECTRICAL
breaking θραύση GENERAL
breaking load φορτίο θραύσης MECHANICS
breaking point όριο θραύσης MECHANICS
breaking stress τάση θραύσης MECHANICS
breaking test δοκιμή θραύσης MECHANICS
breast ultrasound imaging υπερηχογράφημα μαστών MEDICINE
breast-feeding, lactation θηλασμός MEDICINE
breather βαλβίδα αποκατάστασης πίεσης INDUSTRY
bricole καταπέλτης (μύδρων) MILITARY
bridge καβαλάρης GENERAL
bridge pier βάθρο γέφυρας ENGINEERING
Brinell hardness σκληρότητα κατά Brinell PHYSICS
Brinell hardness test δοκιμή σκληρότητας Brinell PHYSICS
Brinell number αριθμός Brinell (σκληρότητα) PHYSICS
british interplanetary society (BIS) βρετανική διαπλανητική κοινωνία AEROSPACE
british thermal unit βρετανική θερμική μονάδα ENERGY
brittle ψαθυρός, εύθραυστος PHYSICS
brittleness ψαθυρότητα, ευθραυστότητα PHYSICS
broad crested weir υπερχειλιστής πλατιάς στέψης ENGINEERING
broadband επικοινωνία ευρείας ζώνης (υψηλής χωρητικότητας), ευρυζωνική επικοινωνία I.T.
broadband switching array ευρυζωνική συστοιχία μεταγωγής I.T.
broadcast storm μετάδοση καταιγιστικής μορφής I.T.
broker εμπορομεσίτης MEDICINE
bronchial βρογχικός MEDICINE
bronchiole βρογχιόλιο MEDICINE
bronchitis βρογχίτις MEDICINE
bronchodilator βρογχοδιασταλτικός PHARMACOLOGY
bronchopulmonary βρογχοπvευμοvικός MEDICINE
bronchorraphy βρογχορραφή MEDICINE
bronchoscope βρογχοσκόπιο MEDICINE
bronchostenosis βρογχοστένωση MEDICINE
bronchus βρόγχος MEDICINE
bronze ορείχαλκος METALLURGY
brown coal λιγνίτης MINERALOGY
browse αναζήτηση I.T.
browser φυλλομετρητής I.T.
Bruce protocol πρωτόκολλο Bruce MEDICINE
brucella βρουκέλλο BIOLOGY
brucellosis βρουκέλλωση BIOLOGY / MEDICINE
brush rigging εξάρτηση ψηκτρών ELECTRICAL
brushes ψήκτρες ELECTRICAL
brushholder διάταξη συγκράτησης ψήκτρας ELECTRICAL
brushholder support στήριγμα διάταξης συγκράτησης ψύκτρας ELECTRICAL
brute force attack επίθεση ωμής δύναμης (μέθοδος κρυπτανάλυσης) I.T.
bryophyte βρυόφυτο BOTANY
bucket κάδος GENERAL
bucket resonance συντονισμός κάδου ENGINEERING
bucket row construction κατασκευή σειράς κάδων ENGINEERING
bucket vane shape πτερύγιο σε σχήμα κάδου ENGINEERING
Buckingham Pi Theorem θεώρημα Π του Buckingham PHYSICS
buckling λυγισμός, στρέβλωση MECHANICS
buckling load φορτίο λυγισμού MECHANICS
buckling stress τάση λυγισμού MECHANICS
buckling test δοκιμή λυγισμού MECHANICS
budget deficit έλλειμμα του προϋπολογισμού ECONOMICS
budget financing χρηματοδότηση του προϋπολογισμού ECONOMICS
budgetary assessment δημοσιονομική αξιολόγηση ECONOMICS
budgetary control έλεγχος του προϋπολογισμού ECONOMICS
budgetary discharge απαλλαγή από την εκτέλεση του προϋπολογισμού ECONOMICS
budgetary equilibrium ισοσκέλιση του προϋπολογισμού ECONOMICS
budgetary expenditure δαπάνη του προϋπολογισμού ECONOMICS
buffer ενδιάμεση μνήμη, προσωρινή μνήμη I.T.
buffering προσωρινή αποθήκευση δεδομένων I.T.
buffing στίλβωση, λείανση ENGINEERING
bugs σφάλματα I.T.
build up συσσωρεύομαι GENERAL
building block δομικός λίθος GENERAL
building subsidy ενισχύσεις κατασκευής κτιριακών έργων ECONOMICS
build-up συγκέντρωση, συσσώρευση GENERAL
built in ενσωματωμένο I.T.
built-up area πολεοδομικό συγκρότημα ENGINEERING
built-up assembly ενσωματωμένη διάταξη INDUSTRY
bulb βολβός, λυχνία GENERAL
bulb plant βολβόφυτα BOTANY
bulbil βολβίδιο BOTANY
bulge εξόγκωμα GENERAL
bulged εξογκωμένο GENERAL
bulimia βουλιμία MEDICINE
bulk κυρίως όγκος GENERAL
bull gear μειωτήρας MECHANICS
bulletin board system (BBS) ηλεκτρονικός πίνακας ανακοινώσεων I.T.
bulletin board system (BBS) μεμονωμένος κεντρικός υπολογιστής δημοσίων πληροφοριών I.T.
bundle, fascicle δεσμίδα GENERAL
buoyancy άνωση PHYSICS
buoyancy force δύναμη άνωσης, ανωστική δύναμη, άνωση PHYSICS
buoyancy principle αρχή του Αρχιμήδη, αρχή της άνωσης PHYSICS
buoyant jet ανωστική φλέβα PHYSICS
bur τρυπάνι TOOLS
burden attack επίθεση επιβάρυνσης MEDICINE
buried καλυμμένος GENERAL
burn έγκαυμα GENERAL
burn πυροδoτώ, καίω GENERAL
Burn files Εγγραφή αρχείων (σε CD, DVD) I.T.
burn files to disc εγγραφή αρχείων σε δίσκο (CD, DVD) I.T.
burn in εξαντλητικός έλεγχος I.T.
burner καυστήρας, κλίβανος INDUSTRY
burning καύση I.T.
burning a cd κάψιμο (εγγραφή) cd I.T.
burnt καμμένος GENERAL
burrs ρινίσματα INDUSTRY
bursa θύλακας MEDICINE
bursitis θυλακίτις MEDICINE
burst ριπή ENERGY
burst error σφάλμα ριπής I.T.
burst of insulin κύμα ινσουλίνης, καταιγισμός ινσουλίνης MEDICINE
bus αρτηρία ELECTRONICS
bus adapter προσαρμογέας αρτηρίας ELECTRONICS
bus enumerator απαριθμητής αρτηρίας ELECTRONICS
bus extender επέκταση αρτηρίας ELECTRONICS
bus frequency συχνότητα αρτηρίας ELECTRONICS
bus master επιτελής αρτηρίας, κύριος αρτηρίας ELECTRONICS
bus network δίκτυο αρτηρίας, δίκτυο διαύλου ELECTRONICS
bus rings δακτύλιος αρτηρίας ELECTRONICS
bus voltage τάση αρτηρίας ELECTRONICS
bush αντιτριβικός δακτύλιος, εσωτερική επένδυση εδράνου MECHANICS
bushing δακτυλιοειδής τριβέας (έδρανο) μονωτικός δακτύλιος MECHANICS
business administration διοίκηση επιχειρήσεων MANAGEMENT
Business cases Παραδείγματα υλοποίησης, επιχειρηματικές περιπτώσεις ECONOMICS
busy state κατάσταση κατειλημμένου, κατάσταση απασχόλησης I.T.
butane βουτάνιο CHEMISTRY
butt joint συναρμογή κατ' άκρα, μετωπιαία σύνδεση ENGINEERING
butt weld εσωραφή, αντικρυστή συγκόλληση ENGINEERING
butterfly valve βαλβίδα με πεταλούδα INDUSTRY
buttock γλουτός ANATOMY
button κουμπί GENERAL
button head κεφαλή κουμπιού INDUSTRY
buttress αντηρίδα, ενίσχυση εν είδει αντηρίδας ENGINEERING
buy αγορά ECONOMICS
by name κατά όνομα LAW
by purchaser από τον αγοραστή ECONOMICS
by-election αναπληρωματικές εκλογές POLITICAL SCIENCE
bypass παράκαμψη GENERAL
bypass valve βαλβίδα παράκαμψης INDUSTRY
byte δυφιοοκτάδα (μονάδα μέτρησης ισοδύναμο με 8 δυφία) I.T.
C3 plants C3 φυτά BOTANY
C4 plants C4 φυτά BOTANY
cabinet ερμάριο, καμπίνα GENERAL
cabinet shelf ράφι του επίπλου GENERAL
cable καλώδιο ELECTRICAL
cable tray εσχάρα καλωδίου ELECTRICAL
cabling καλωδίωση ELECTRICAL
cabling diagram notes σημειώσεις διαγραμμάτων καλωδίωσης ELECTRICAL
cabling practices πρακτικές καλωδίωσης ELECTRICAL
cache κρυφή μνήμη, ενδιάμεση μνήμη, λανθάνουσα μνήμη ΚΜΕ I.T.
cache flushing εκκένωση κρυφής μνήμης I.T.
cache miss αποτυχία κρυφής μνήμης I.T.
caching εγγραφή σε κρυφή μνήμη I.T.
cadastre κτηματολόγιο LAW
cadastre records κτηματογραφικά βιβλία LAW
cadaver πτώμα FORENSICS
Caelum, Cae (constellation) Γλυφείον (αστερισμός) ASTRONOMY
cafeinic acid καφεϊνικό οξύ BOTANY
caffeine καφεϊνη CHEMISTRY
cage κλωβός GENERAL
calcification ασβεστοποίηση, αποτιτάνωση MEDICINE
calcinosis ασβέστωση MEDICINE
calcium ασβέστιο PHYSICS
caliber διαμέτρημα MEASUREMENT
calibrated bar βαθμονομημένη ράβδος MEASUREMENT
calibration βαθμονόμηση, διακρίβωση MEASUREMENT
call-back security ασφάλεια επανάκλησης I.T.
calliper παχύμετρο MEASUREMENT
calm άπνοια, νηνεμία GENERAL
caloric θερμιδικός, θερμότητα GENERAL
calorie θερμίδα GENERAL
cam κνώδαξ, έκκεντρο MECHANICS
cam actuated ενεργοποιούμενο με κνώδακα/κάμα MECHANICS
Camelopardalis, Cam (constellation) Καμηλοπάρδαλις (αστερισμός) ASTRONOMY
camera φωτογραφική μηχανή PHOTOGRAPHY
cams and cranks έκκεντρα και στρόφαλοι MECHANICS
cam-shaft εκκεντροφόρος άξονας MECHANICS
canal διώρυγα, κανάλι, σωλήνας GENERAL
cancel άκυρο I.T.
cancelling branch ακυρωτική διακλάδωση I.T.
cancer καρκίνος MEDICINE
Cancer, Cnc (constellation) Καρκίνος (αστερισμός) ASTRONOMY
candela (cd) καντέλα (cd) (μονάδα έντασης φωτεινής πηγής) MEASUREMENT
candidiasis καντιντίαση MEDICINE
Canes Venatici, CVn (constellation) Κύνες Θηρευτικοί (αστερισμός) ASTRONOMY
Canis Major, Cma (constellation) Μέγας Κύων (αστερισμός) ASTRONOMY
Canis Minor, Cmi (constellation) Μικρός Κύων (αστερισμός) ASTRONOMY
cannabis κάνναβις GENERAL
cannery κονσερβοποιία INDUSTRY
canopy σκέπαστρο, χωροδικτύωμα ENGINEERING
cantilever πρόβολος δοκός ENGINEERING
cantilever beam πρόβολος, προβάλλουσα δοκός ENGINEERING
cantilevered με προβόλους ENGINEERING
canvas ύφασμα, καμβάς GENERAL
cap καπελάκι GENERAL
cap screw βίδα με περικόχλιο, βίδα με παξιμάδι GENERAL
capability δυνατότητα, ικανότητα GENERAL
capability curves καμπύλες δυνατοτήτων, καμπύλες ικανότητας ENGINEERING
capacitance χωρητικότητα (πυκνωτή) ELECTRONICS
capacitive circuit χωρητικό κύκλωμα ELECTRONICS
capacitor πυκνωτής, συμπυκνωτής ELECTRONICS
capacity χωρητικότητα GENERAL
capillary τριχοειδές MEDICINE
capillary action τριχοειδική δράση GENERAL
capillary phenomena τριχοειδικά φαινόμενα GENERAL
capillary tube τριχοειδής σωλήνας GENERAL
capillary tube or vessel τριχοειδές αγγείο GENERAL
capital depreciation απόσβεση κεφαλαίου ECONOMICS
capitulation υπακοή, υποταγή ECONOMICS
Capricornus, Cap (constellation) Αιγόκερως (αστερισμός) ASTRONOMY
capstan άξονας περιστροφής μαγνητοταινίας, εργατοκύλινδρος MECHANICS
capsule κάψουλα, αποσπώμενος θαλαμίσκος διαστημικού σκάφους AEROSPACE
capsule τύμπανο βαρομέτρου METEOROLOGY
caption λεζάντα GENERAL
carat καράτι, μονάδα μέτρησης χρυσού, 4 κόκκοι (1/5 γραμ.) MEASUREMENT
carbamic καρβαμιδικός CHEMISTRY
carbide καρβίδιο CHEMISTRY
carbie εξαερωτήρας (καρμπιρατέρ) INDUSTRY
carbohydrate υδατάνθρακας BIOLOGY
carbohydrate antigen 15-3 (CA 15 - 3) αντιγόνο υδρογονανθράκων BIOLOGY
carbon άνθρακας PHYSICS
carbon dioxide (CO2) διοξείδιο του άνθρακα CHEMISTRY
carbon dioxide system σύστημα διοξειδίου του άνθρακα CHEMISTRY
carbon footprint αποτύπωμα άνθρακα, ίχνος άνθρακα PHYSICS
carbon monoxide μονοξείδιο του άνθρακα CHEMISTRY
carbon powder σκόνη άνθρακα CHEMISTRY
carbon steel ανθρακούχος χάλυβας METALLURGY
carbonate ανθρακικός, ανθρακικό(ν) άλας, ενανθρακώνω CHEMISTRY
carbonated ανθρακούχος, ενανθρακωμένος CHEMISTRY
carbon-carbon bond δεσμός άνθρακα-άνθρακα CHEMISTRY
carbonic ανθρακικός CHEMISTRY
carbonic acid ανθρακικό οξύ CHEMISTRY
carborundum καρβίδιο του πυριτίου CHEMISTRY
carboxyl καρβοξύλιο CHEMISTRY
carboxylic acid καρβοξυλικό οξύ CHEMISTRY
car-centric αυτοκινητοκεντρικός SOCIAL SCIENCE / INDUSTRY
carcinogen καρκινογόνος GLOBAL HEALTH
carcinoma καρκίνωμα MEDICINE
card κάρτα GENERAL
cardiac καρδιακός MEDICINE
cardiac index (CI) καρδιακός δείκτης (ΚΔ) MEDICINE
cardiac output (CO) καρδιακή παροχή (ΚΠ) MEDICINE
cardinal vowel πρωτεύον, κύριο φωνήεν LINGUISTICS
cardiogram καρδιογράφημα MEDICINE
cardiography καρδιογραφία MEDICINE
cardioid καρδιοειδής, καρδιοειδές ELECTRONICS / GENERAL
cardiologist καρδιολόγος MEDICINE
cardiology καρδιολογία MEDICINE
cardiomegaly καρδιομεγαλία, μεγαλοκαρδία MEDICINE
cardiomyopathy (CM) μυοκαρδιοπάθεια (ΜΚΠ) MEDICINE
cardiopathy καρδιοπάθεια MEDICINE
caries τερηδόνα MEDICINE
Carina, Car (constellation) Τρόπις (αστερισμός) ASTRONOMY
carotenemia καρωτινοειδής ίκτερος, καρωτινοδερμία, καροτιναιμία MEDICINE
carpet μοκέτα GENERAL
carpus καρπός MEDICINE
carrageenan καραγενάνη CHEMISTRY
carrier αεροπλανοφόρο, μεταφορέας, φέρον κύμα, φορέας GENERAL
carrier detect (cd) ανίχνευση φέροντος κύματος TELECOMMUNICATIONS
carrier frequency φέρουσα συχνότητα, συχνότητα φέροντος κύματος TELECOMMUNICATIONS
carrier selection επιλογή φορέα TELECOMMUNICATIONS
carrier sense multiple access (CSMA) πολλαπλή πρόσβαση με επαίσθηση φέρουσας TELECOMMUNICATIONS
carrier system φερέσυχνο σύστημα (μέθοδος επικοινωνιών) TELECOMMUNICATIONS
carry over μεταφορά TRANSPORTATION
carrying out διεξαγωγή GENERAL
cartesian coordinate system καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων, σύστημα καρτεσιανών συντεταγμένων MATHEMATICS
cartesian coordinates καρτεσιανές συντεταγμένες MATHEMATICS
cartilage χόνδρος MEDICINE
cartridge φυσίγγιο, κασέτα GENERAL
cartridge filter φίλτρο φυσιγγίου INDUSTRY
cascade διαδοχικός, σε σειρά GENERAL
cascade configuration διάταξη σε σειρά PHYSICS
cascade, cataract καταρράκτης GEOLOGY
cascading κλιμακωτός GENERAL
cascading menu αναπτυσσόμενο μενού, κατεξαπλούμενο επιλογολόγιο I.T.
case περίπτωση GENERAL
case layout διάταξη θήκης INDUSTRY
case study μελέτη περίπτωσης, περιπτωσιολογική / περιπτωσιακή μελέτη MEDICINE
case wiring diagram διάγραμμα καλωδίωσης θήκης ELECTRICAL
casein καζεΐνη GENERAL
casing περίβλημα, πλαίσιο, (περι)χιτώνιο, κέλυφος GENERAL
casing pressure πίεση περιβλήματος INDUSTRY
Cassini Division Διαίρεση / Χάσμα Κασσίνι ASTROPHYSICS
Cassini gap κενό Cassini ASTROPHYSICS
Cassiopeia, Cas (constellation) Κασσιόπη (αστερισμός) ASTRONOMY
cast εκμαγείο, εκπομπή GENERAL
cast iron χυτοσίδηρος METALLURGY
cast iron pipe χυτοσιδηρούς σωλήνας, σωλήνας από χυτοσίδηρο INDUSTRY
cast steel χυτός χάλυβας METALLURGY
cast, mold εκμαγείο GENERAL
castings χυτοχάλυβας METALLURGY
castrate ευνουχίζω GENERAL
castration ευνουχισμός GENERAL
casualty δυστύχημα GENERAL
catabolism καταβολισμός BIOLOGY
catalyst καταλύτης CHEMISTRY
catalytic decomposition engine καταλυτική μηχανή αποσύνθεσης ENERGY
catalytic hydrogenation καταλυτική υδρογόνωση CHEMISTRY
catapult καταπέλτης, σφεντόνα MILITARY
catenary αλυσοειδής PHYSICS
cathartic καθαρτικός PHYSICS
catheter καθετήρας MEDICINE
catheterization καθετηριασμός MEDICINE
cathodic protection system σύστημα καθοδικής προστασίας ENGINEERING
cation κατιόν PHYSICS
causal agent αίτιο ασθενείας MEDICINE
causal organism αιτιώδης οργανισμός ασθενείας MEDICINE
cause of action βάση της αγωγής LAW
caustic καυστικό CHEMISTRY
caustic regeneration skid πέλμα αναγέννησης καυστικού INDUSTRY
cautery καυτηρίαση MEDICINE
caution προσοχή GENERAL
cavitation σπηλαίωση GENERAL
cavity κοιλότητα, κοίλωμα, κούφωμα, γούβα GENERAL
cavity magnetron μάγνετρον, κοιλότητα μάγνετρον ELECTRICAL
cavity wall διπλός τοίχος ENGINEERING
C-band ζώνη - C TELECOMMUNICATIONS
CBS - Current Breaker Switch CBS - διακόπτης αποζεύκτη ρεύματος ELECTRICAL
CD-ROM μνήμη σύμπυκνου δίσκου ανάγνωσης μόνο, CD-ROM (κατηγορία οπτικών δίσκων) I.T.
CD-RW επανεγγράψιμος σύμπυκνος δίσκος, επανεγγράψιμο CD I.T.
cecum τυφλό έντερο ANATOMY
ceiling οροφή ENGINEERING
ceilometers όργανα μέτρησης βάσης νεφών METEOROLOGY
celerity κυματομηχανική ταχύτητα PHYSICS
celestial coordinate oυρανογραφική συντεταγμένη ASTRONOMY
celestial equator ουράνιος ισημερινός ASTRONOMY
celestial location ουράνια θέση ASTRONOMY
celestial north pole ουράνιος βόρειος πόλος ASTRONOMY
celestial south pole ουράνιος νότιος πόλος ASTRONOMY
celestial sphere ουράνια σφαίρα ASTRONOMY
cell κελί, κύτταρο BIOLOGY
cell array συστοιχία κυττάρων µνήµης I.T.
cell phone κυψελοειδές τηλέφωνο TELECOMMUNICATIONS
cell-phone snooping υποκλοπές κινητών TELECOMMUNICATIONS
cellulitis κυτταρίτις MEDICINE
cellulose κυτταρίνη CHEMISTRY
cement συγκολλητικό μίγμα, τσιμέντο ENGINEERING
cement block τσιμεντόλιθος ENGINEERING
Centaurus, Cen (constellation) Κένταυρος (αστερισμός) ASTRONOMY
Centenarian άτομα ηλικίας 100 έως 109 ετών MEASUREMENT
center of buoyancy κέντρο άνωσης MECHANICS
center of gravity κέντρο βάρους MECHANICS
center of pressure κέντρο πίεσης AEROSPACE
center out εκτός κέντρου MEDICINE
center pin κεντρική περόνη MECHANICS
centering rings δακτύλιοι κεντραρίσματος MECHANICS
centerline κεντρική γραμμή MECHANICS
centi (c)- (prefix) εκατοστο- (πρόθεμα μονάδας) - π.χ.: εκατοστόμετρο GENERAL
centigrade εκατονταβάθμιος MEASUREMENT
centigram(me) εκατοστόγραμμο, ένα εκατοστό γραμμαρίου MEASUREMENT
centimeter(re) εκατοστό MEASUREMENT
central government κεντρική διοίκηση LAW
central obstruction κεντρική εμπόδιση ASTRONOMY
Central Processing Unit (CPU) Κεντρική Μονάδα Επεξεργασίας (ΚΜΕ) I.T.
central vowel κεντρικό φωνήεν LINGUISTICS
centre of curvature κέντρο καμπυλότητας MATHEMATICS
centrifugal φυγόκεντρος PHYSICS
centrifugal acceleration φυγόκεντρος επιτάχυνση PHYSICS
centrifugal compressor φυγοκεντρικός συμπιεστής GENERAL
centrifugal force φυγόκεντρος δύναμη, φυγόκεντρος PHYSICS
centrifugal pump φυγοκεντρική αντλία INDUSTRY
centrifugation φυγοκέντριση GENERAL
centrifuge μηχανή φυγοκέντρισης, φυγόκεντρος GENERAL
centrifuge (decanter) φυγοκεντριστής GENERAL
centriole κεντριόλιο BIOLOGY
centripetal acceleration κεντρομόλος επιτάχυνση MECHANICS
centripetal force κεντρομόλος δύναμη, κεντρομόλος MECHANICS
centroid κεντροειδές MATHEMATICS
centroid of a plane area κέντρο βάρους επίπεδης επιφάνειας MATHEMATICS
centroid of a solid κέντρο βάρους στερεού MATHEMATICS
centrosome κεντρόσωμα MATHEMATICS
Cepheus, Cep (constellation) Κηφεύς (αστερισμός) ASTRONOMY
cepstra αναφάσματα (σάφματα) PHONETICS
cepstral αναφασματικός (σαφματικός) PHONETICS
cepstral smoothing αναφασματική εξομάλυνση PHONETICS
cepstrum ανάφασμα (σάφμα) PHONETICS
ceramic beaded insulation μόνωση με κεραμική χάντρα ELECTRICAL
ceramics κεραμικά υλικά GENERAL
cereal flour αλεύρι σιτηρών AGRONOMY
cereal growing καλλιέργεια σιτηρών AGRONOMY
cerebellum παρεγκεφαλίδα ANATOMY
cerebral εγκεφαλικός MEDICINE
cerebrotomy εγκεφαλοτομία MEDICINE
certificate ληξιαρχική πράξη LAW
certificate of identity πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας LAW
Certificate of Next of Kin πιστοποιητικό πλησιεστέρων / εγγυτέρων συγγενών LAW
Certification Authority (CA) αρχή πιστοποίησης I.T.
certifies πιστοποιεί LAW
certripetal force κεντρομόλος δύναμη PHYSICS
cervix τράχηλος MEDICINE
cetane index δείκτης κητανίου MEASUREMENT
Cetus, Cet (constellation) Κήτος (αστερισμός) ASTRONOMY
CFLs λαμπτήρες φθορισμού ENERGY
chaff αντανακλαστικά σε ραντάρ ελάσματα AEROSPACE
chain αλυσίδα, μονάδα μέτρησης μήκους (Η.Β.) = 20.1168 μέτρα GENERAL
chain drive μηχανισμός χειρισμού με αλυσίδα MECHANICS
Chain letter αλυσιδωτή επιστολή GENERAL
chain link fence περίφραξη τύπου αλυσίδας GENERAL
chain pulley αλυσοτροχαλία INDUSTRY
challenge-response σύστημα πρόκλησης-απάντησης I.T.
Chamaeleon, Cha (constellation) Χαμαιλέων (αστερισμός) ASTRONOMY
chamber θάλαμος GENERAL
chamfer τοξότμηση, γωνιοτόμηση ENGINEERING
change advanced power settings αλλαγή ρυθμίσεων παροχής ενέργειας για προχωρημένους I.T.
change lever μοχλός αλλαγής MECHANICS
change over time αλλάζουν με το χρόνο INDUSTRY
Change plan settings αλλαγή ρυθμίσεων σχεδίου ENERGY
Change when the computer sleeps επιλογή χρόνου μετάβασης σε κατάσταση αναστολής λειτουργίας I.T.
channel αγωγός, διώρυγα, κανάλι GENERAL
channel cut-off αποκοπή καναλιού ACOUSTICS
chapter κεφάλαιο GENERAL
character recognition system σύστημα αναγνώρισης χαρακτήρων I.T.
character string χαρακτηροσειρά I.T.
characterised by χαρακτηρίζεται από GENERAL
charge coupled device (CCD) διάταξη με σύζευξη φορτίου ELECTRONICS
charm γοητευτικό (κουώρκ) PHYSICS
charm υποταξία MEDICINE
Charon Χάροντας ASTRONOMY
charset σύνολο χαρακτήρων με ορισμένη κωδικοποίηση I.T.
chart διάγραμμα, γράφημα GENERAL
chart recorder καταγραφικό ταινίας (γραφήματος) MEASUREMENT
chartering ναύλωση TRANSPORTATION
chassis πλαίσιο MECHANICS
chat δικτυακή συνομιλία σε πραγματικό χρόνο I.T.
chattering θορυβώδης λειτουργία μηχανής GENERAL
check ελέγχω, εξελέγχω GENERAL
check box πλαίσιο ελέγχου, πλαίσιο εξελέγχου I.T.
check valve βαλβίδα ελέγχου, βαλβίδα εξελέγχου INDUSTRY
checkout έλεγχος, εξέλεγχος GENERAL
checkout procedures διαδικασίες ελέγχου, διαδικασίες εξελέγχου I.T.
checksum άθροισμα ελέγχου, άθροισμα εξελέγχου I.T.
cheek παρειά ANATOMY
chemical χημικός CHEMISTRY
chemical cleaning χημικός καθαρισμός CHEMISTRY
chemical composition χημική σύνθεση, χημική σύσταση CHEMISTRY
chemical equilibrium χημική ισορροπία CHEMISTRY
chemical feed χημική τροφοδοσία CHEMISTRY
chemical fertiliser χημικό λίπασμα CHEMISTRY
Chemical Hazard Assessment and Risk Management (CHARM) Εκτίμηση χημικού κινδύνου και σχέδιο διαχείρισης κινδύνου CHEMISTRY
chemical laboratory χημικό εργαστήριο CHEMISTRY
chemiluminescent method μέθοδος χημειοφωταύγειας CHEMISTRY
chemotherapy χημειοθεραπεία MEDICINE
chemurgical solution φυτοφάρμακο BOTANY
chest θώρακας ANATOMY
chickenpox ανεμευλογία MEDICINE
chickenpox, varicella ανεμευλογιά MEDICINE
Chief Information Security Officer (CISO) προϊστάμενος πληροφοριακής ασφάλειας MANAGEMENT
chill ρίγος MEDICINE
chimney καπνοδόχος GENERAL
chin γέvειο ANATOMY
Chinese Academy of Sciences (CAS) Κινεζική Ακαδημία Επιστημών EDUCATION
Chinese Academy of Space Technology (CAST) Κινεζική Ακαδημία Τεχνολογίας Διαστήματος EDUCATION
Chinese Society of Astronautics (CSA) Κινεζική Εταιρεία Αστροναυτικής AEROSPACE
chip πλινθίο, τσιπ ELECTRONICS
chiropodist ποδίατρος MEDICINE
chiropody ποδιατρική MEDICINE
chiropractic χειροπρακτική MEDICINE
chisel σμίλη, κοπίδι TOOLS
Chlamydia Χλαμύδια BIOLOGY / MEDICINE
chloride χλωριούχος CHEMISTRY
chlorinated hydrocarbon χλωριωμένος υδρογονάνθρακας CHEMISTRY
chlorine χλώριο CHEMISTRY
chlorofluorocarbons (CFCs) χλωροφθοράνθρακες CHEMISTRY
choke τσοκ, στραγγαλιστικό πηνίο MECHANICS
cholera χολέρα MEDICINE
cholesterol χοληστερόλη MEDICINE
cholorella χλορέλλα BOTANY
choose επιλέγω, διαλέγω GENERAL
Choose Επιλέξτε I.T.
chorea χορεία MEDICINE
chromatid χρωματίδη GENETICS
chromosome χρωμόσωμα GENETICS
chromosphere χρωμόσφαιρα ASTRONOMY
chromospheric events χρωμοσφαιρικά φαινόμενα ASTROPHYSICS
chronic χρόνιος MEDICINE
chronic disease χρόνια ασθένεια MEDICINE
chronic phase recovery φάση ανάρρωσης / χρονίας μορφής ανάρρωση MEDICINE
chronotropic χρονότροπος MEDICINE
chuck adapter προσαρμογέας σφιγκτήρα TOOLS
cilia βλέφαρα BIOLOGY / MEDICINE
ciliary βλεφαριδικός BIOLOGY / MEDICINE
CIM - Contact Inversion Mask CIM - μάσκα αντιστροφής επαφής I.T.
cineradiographic κινηματοραδιογραφικός MEDICINE
ciphertext κρυπτοκείμενο, κρυπτογραφημένο κείμενο I.T.
Circinus, Cir (constellation) Διαβήτης (αστερισμός) ASTRONOMY
circle of curvature κύκλος καμπυλότητας MATHEMATICS
circle of precession κύκλος μετάπτωσης PHYSICS
circuit κύκλωμα ELECTRICAL
circuit breaker αποζεύκτης, διακόπτης κυκλώματος, αυτόματος διακόπτης ELECTRICAL
circular κυκλικός GENERAL
circular list κυκλική λίστα I.T.
circular orbit (CO) κυκλική τροχιά (ουράνιου σώματος) ASTROPHYSICS
circular queue κυκλική ουρά σε σχήμα δακτυλίου I.T.
circulating currents κυκλοφορούντα ρεύματα ELECTRICAL
circulation κυκλοφορία GENERAL
circumcision περιτομή MEDICINE
circumference περιφέρεια κύκλου MATHEMATICS
circumferential περιφερειακός MATHEMATICS
circumscribed περιγεγραμμένος GENERAL
cirrhosis κίρρωση MEDICINE
cislunar μεταξύ γης και σελήνης AEROSPACE
citizen πολίτης GENERAL
citrullination κιτρουλινίωση, κιτρουλλινοποίηση MEDICINE
citrus fruit εσπεριδοειδές AGRONOMY
CIV Convention σύμβαση CIV LAW
civic αστικός LAW
civil disobedience απείθεια προς τις αρχές LAW
civil law αστικό δίκαιο LAW
civil rights δικαιώματα του πολίτη LAW
civil status προσωπική κατάσταση LAW
clamp σφιγκτήρας, στερεώνω με σφιγκτήρα GENERAL
clamp circuit κύκλωμα πάκτωσης ELECTRICAL
clandestine μυστικός MILITARY
Clarke orbit τροχιά Κλαρκ AEROSPACE
clash διένεξη GENERAL
clasp, hook άγκιστρο GENERAL
classification ταξινόμηση GENERAL
classifier ταξινομητής MATHEMATICS
clavicle κλείδα ANATOMY
claw clutch συμπλέκτης με σιαγόνες MECHANICS
clawfoot γαμψοποδία MEDICINE
CLE - Cyclic life expenditures CLE - Κυκλική κατανάλωση διάρκειας ζωής INDUSTRY
Clean Καθαρισμός I.T.
Clean ClipBoard Καθαρισμός πρόχειρου I.T.
clean file καθαρό αρχείο I.T.
cleaning and cleaning fluids καθαρισμός και υγρά καθαρισμού INDUSTRY
cleaning solvents διαλύτες καθαρισμού INDUSTRY
cleanup καθαρισμός I.T.
clear sky αίθριος ουρανός METEOROLOGY
clear statistics μηδενισμός στατιστικών I.T.
clearing of land εκχέρσωση GENERAL
clearly distinguishable σαφώς διακριτός, σαφώς διακρίσιμος GENERAL
cleavage αυλάκωση GENERAL
cleft stick δίχαλο GENERAL
Click Κάντε κλικ, επικροτήστε I.T.
click κλικ, επικρότηση I.T.
Click here Κάντε κλικ εδώ, επικροτήστε εδώ I.T.
client εφαρμογή λογισμικού, πελάτης I.T.
climate κλίμα METEOROLOGY
climatology κλιματολογία METEOROLOGY
climax κορύφωση GENERAL
clinic κλινική MEDICINE
clinical κλινικός MEDICINE
clinical practice guidelines κατευθυντήριες οδηγίες κλινικής πρακτικής MEDICINE
clinical sign κλινικό σημείο MEDICINE
clinker built boat άκατος με κλιμακωτή αρμολογία NAUTICAL TERMS
clipboard πρόχειρο I.T.
clipped wing ψαλιδισμένη πτέρυγα AVICULTURE
clipping ψαλιδισμός, ψαλίδιση GENERAL
clitoris κλειτορίδα ANATOMY
clock cycle κύκλος ρολογιού I.T.
clock cycles per instruction (CPI) κύκλοι ρολογιού ανά εντολή I.T.
clock skew παραμόρφωση ρολογιού ELECTRONICS
Clock, Language, and Region ώρα, γλώσσα και περιοχή I.T.
clocking χρονορρύθμιση I.T.
clockwise δεξιόστροφα GENERAL
clogged head κεφαλή που έχει φράξει GENERAL
cloned operating system entry καταχώρηση κλωνοποιημένου λειτουργικού συστήματος I.T.
cloning κλωνοποίηση GENETICS
close κλείσιμο I.T.
close adjustment ακριβής ρύθμιση GENERAL
close binary systems στενά διπλά συστήματα ASTROPHYSICS
close earth orbit (CEO) κοντινή γήινη τροχιά AEROSPACE
close examination προσεκτική εξέταση GENERAL
close pitched πυκνού πλέγματος INDUSTRY
closed circuit κλειστό κύκλωμα INDUSTRY
closed-position switch διακόπτης κλειστής θέσης INDUSTRY
closure fee τέλος κλεισίματος, χρέωση κλεισίματος ECONOMICS
clot πήγμα MEDICINE
cloud atlas άτλας νεφών METEOROLOGY
cloud ceiling ύψος βάσεως νεφών AEROSPACE
cluster συγκρότημα, σύμπλεγμα, συστάδα, δέσμη ομοειδών, σμήνος GENERAL
cluster controller ελεγκτήρας συστάδας I.T.
clustered terminals συσταδοποιημένα τερματικά I.T.
clustering συσταδοποίηση I.T.
clutch συμπλέκτης MECHANICS
clutch compressor system σφιγκτήρας αρπαγής INDUSTRY
clutch-fork δίχαλο συμπλέκτη INDUSTRY
coagulate πηγνύω MEDICINE
coagulation πήξη MEDICINE
coal γαιάνθρακας, (πετρο)κάρβουνο, λιθάνθρακας GEOLOGY / ENERGY
coal-mine ανθρακωρυχείο GEOLOGY / ENERGY
coarse αδρός GENERAL
coarticulation συνάρθρωση PHONETICS
coat χιτώνας GENERAL
coating επικάλυψη GENERAL
coaxial ομοαξονικός GENERAL
cobalt κοβάλτιο GENERAL
cocaine κοκαΐνη GENERAL
coccyx κόκκυγας ANATOMY
cochlea κοχλίας (αυτιού) ANATOMY
cochlear duct κοχλιακός πόρος ANATOMY
cochlear implant κοχλιακό εμφύτευμα MEDICINE
Co-Cr alloy κράμα χρωμίου-κοβαλτίου METALLURGY
Co-Cr-Mo alloy κράμα χρωμίου-μολυβδενίου-κοβαλτίου METALLURGY
coda κατακλείδα I.T.
code κωδικός GENERAL
code excited linear prediction κωδικοδιεγειρόμενη γραμμική πρόλεξη I.T.
code signing υπογεγραμμένος κώδικας I.T.
code word κωδικολέξη TELECOMMUNICATIONS
codebook κωδικολεξικό, κωδικοβιβλίο CRYPTOGRAPHY
codec κωδικοαποκωδικευτής, κωδικοποιητής-αποκωδικοποιητής I.T.
coded κωδικευμένος, κωδικοποιημένος GENERAL
codeine κωδεΐνη PHARMACOLOGY
codepage κωδικοσελίδα I.T.
coder κωδικευτής, κωδικοποιητής, κωδικογράφος I.T.
codes and coding systems κώδικες και συστήματα κωδίκευσης CRYPTOGRAPHY
codocytes στοχοκύτταρα BIOLOGY / MEDICINE
coefficient συντελεστής MATHEMATICS
coefficient of (thermal) expansion συντελεστής (θερμικής) διαστολής MECHANICS
coefficient of discharge συντελεστής παροχής MECHANICS
coefficient of dynamic viscosity συντελεστής δυναμικού ιξώδους MECHANICS
coefficient of friction συντελεστής τριβής MECHANICS
coefficient of kinematic viscosity συντελεστής κινηματικού ιξώδους MECHANICS
coefficient of performance συντελεστής επίδοσης MECHANICS
coefficient of roughness συντελεστής τραχύτητας MECHANICS
coefficient of thermal expansion συντελεστής θερμικής διαστολής MECHANICS
coerced exception αναγκαστική διακοπή I.T.
cofactor συμπαράγοντας MATHEMATICS / GENERAL
cog γρανάζι MECHANICS
cogeneration plant σύστημα συνδυασμένης παραγωγής ENERGY
cognitive γνωσιακός GENERAL
cohabitation άγαμη συμβίωση GENERAL
coherence συνεκτικότητα, συνοχή, συμφωνία PHYSICS
coherence function συνάρτηση συνοχής PHYSICS
coherent theory συνεκτική θεωρία GENERAL
coherently συνεκτικά, με λογικό ειρμό GENERAL
cohesion συνεκτικότητα, συνοχή GENERAL
coil end άκρο πηνίου ELECTRICAL
coiled spring σπειροειδές ελατήριο MECHANICS
coitus συνουσία GENERAL
COL βαρομετρικός λαιμός METEOROLOGY
cold κρυολόγημα MEDICINE
Cold Front Ψυχρό Μέτωπο METEOROLOGY
cold reheat drain system σύστημα αποστράγγισης πρώτης βαθμίδας αναθέρμανσης INDUSTRY
cold reheat line γραμμή πρώτης βαθμίδας αναθέρμανσης INDUSTRY
cold reheat steam ατμός πρώτης βαθμίδας αναθέρμανσης INDUSTRY
cold sweats κρύος ιδρώτας MEDICINE
cold-rolled steel χάλυβας ψυχρής εξέλασης METALLURGY
cold-working εν ψυχρώ κατεργασία METALLURGY
collagen κολλαγόνο GENERAL
collapse (outline) σύμπτυξη GENERAL
collar περιτραχήλιο, κολάρο, γιακάς, περιαυχένιο, στεφάνη GENERAL
collateral παράπλευρος GENERAL
collection tank δεξαμενή συλλογής GENERAL
collective agreement συλλογική σύμβαση εργασίας ECONOMICS
collective farm αγρόκτημα συλλογικής εκμετάλλευσης AGRONOMY
collectivised economy συλλογική οικονομία ECONOMICS
collector συλλέκτης GENERAL
collector brushes ψήκτρες συλλέκτη ELECTRICAL
collector minimum safe operating diameter ελάχιστη διάμετρος ασφαλούς λειτουργίας συλλέκτη ELECTRICAL
collector rings δακτύλιοι συλλέκτη ELECTRICAL
colligation of facts συσχέτιση δεδομένων GENERAL
collision detection εντοπισμός συγκρούσεων PHYSICS
colon κόλον ANATOMY
coloniser αποικιστής SOCIAL SCIENCE
colonoscopy κολονοσκόπηση MEDICINE
colony αποικία SOCIAL SCIENCE / GENERAL
color scheme συνδυασμός χρωμάτων GENERAL
colour excess υπεροχή χρώματος ASTRONOMY
colporrhaphy κολπορραφή MEDICINE
Columba, Col (constellation) Περιστερά (αστερισμός) ASTRONOMY
column heading επικεφαλίδα στήλης I.T.
columnar array στυλοειδής διάταξη GENERAL
coma ουρά, κόμη ή χαίτη κομήτη, κώμα, κωματώδης κατάσταση ASTRONOMY
Coma (Optical Aberration) Κόμη, (Οπτική Εκτροπή) ASTRONOMY
Coma Berenices, Com (constellation) Κόμη Βερενίκης (αστερισμός) ASTRONOMY
comatose κωματώδης MEDICINE
comb filter κτενοειδές φίλτρο SIGNAL PROCESSING
combined reheat stop and intercept valve συνδυασμένη βαλβίδα διακοπής και αναχαίτισης αναθέρμανσης INDUSTRY
combined reheat valve after seat drains αποστραγγίσεις πρυμναίας έδρας συνδυασμένης βαλβίδας αναθέρμανσης INDUSTRY
combined stop and control valve συνδυασμένη βαλβίδα διακοπής και ελέγχου INDUSTRY
combustion καύση PHYSICS
combustion and turbine casing arrangement διάταξη περιβλήματος καύσης και στροβίλου INDUSTRY
combustion chamber θάλαμος καύσης AEROSPACE
combustion gas turbine closed cooling systems κλειστά συστήματα ψύξης αερίου καύσης στροβίλου INDUSTRY
combustion liners χιτώνια καύσης INDUSTRY
combustion wrapper περιτύλιγμα καύσης INDUSTRY
comes to pass προκύπτει GENERAL
comet κομήτης ASTRONOMY
command εντολοδοσία, εντολή I.T.
command & data subsystem (CDS) υποσύστημα εντολών και δεδομένων I.T.
command button κουμπί εντολής I.T.
Command Module (CM) τμήμα διαστημόπλοιου που στεγάζει πλήρωμα & εξοπλισμό AEROSPACE
command to line of sight τηλεκατεύθυνση δι΄όψεως MILITARY
command/service module (CSM) μονάδα εντολής / υπηρεσίας AEROSPACE
commercial farming γεωργία για εμπορικούς σκοπούς AGRONOMY
commercial law εμπορικό δίκαιο LAW
commission agent παραγγελιοδόχος LAW
commissioning θέση σε λειτουργία INDUSTRY
commissioning instructions οδηγίες θέσης σε λειτουργία INDUSTRY
commissure σύνδεσμος ANATOMY / BIOLOGY
commitment of expenditure ανάληψη δαπανών ECONOMICS
committee of inquiry εξεταστική επιτροπή LAW
committee on space research (COSPAR) επιτροπή διαστημικής έρευνας AEROSPACE
common channel signalling σηματοδοσία κοινού καναλιού TELECOMMUNICATIONS
Commonwealth Κοινοπολιτεία LAW
communication w/extraterrestrial intelligence (CETI) επικοινωνία με εξωγήινη νοημοσύνη ASTROPHYSICS
Communism κομμουνισμός POLITICAL SCIENCE
Community aid κοινοτική ενίσχυση GLOBAL HEALTH
Community Animator εμψυχωτής της κοινότητας MANAGEMENT
Community borrowing σύναψη κοινοτικού δανείου ECONOMICS
Community competence κοινοτική αρμοδιότητα LAW
Community decision κοινοτική απόφαση LAW
Community directive κοινοτική οδηγία LAW
community facilities κοινόχρηστες εγκαταστάσεις LAW
Community financing κοινοτική χρηματοδότηση ECONOMICS
Community fisheries κοινοτική αλιεία MANAGEMENT
Community law κοινοτικό δίκαιο LAW
Community waters κοινοτικά ύδατα MANAGEMENT
compact συμπηγνύω, συμπυκνώνω GENERAL
compact stars συμπαγείς αστέρες ASTRONOMY
compaction σύμπηξη, συμπύκνωση GENERAL
compander, compandor συστολοδιαστολέας, κομπάντερ (συμπιεστής και διαστολέας) ACOUSTICS
company law εταιρικό δίκαιο LAW
company management διεύθυνση επιχείρησης MANAGEMENT
comparative education συγκριτική εκπαίδευση EDUCATION
compass πυξίδα, διαβήτης TOOLS
compatible συμβατός GENERAL
compensation αποζημίωση, συμψηφισμός ECONOMICS
compensation point αντισταθμιστικό σημείο BOTANY
compensatory financing συμψηφιστική χρηματοδότηση ECONOMICS
competence of the Member States αρμοδιότητα των κρατών μελών LAW
competent ministers αρμόδιοι υπουργοί LAW
competition ανταγωνισμός ECONOMICS
competition law δίκαιο του ανταγωνισμού LAW
competitive inhibitor ανταγωνιστικός αναστολέας PHARMACOLOGY
competitiveness ανταγωνιστικότητα GENERAL
compiler μεταγλωττιστής I.T.
complement συμπλήρωμα GENERAL
complementarity of trade συμπληρωματικότητα των συναλλαγών ECONOMICS
complete blood count αιμοδιάγραμμα MEDICINE
complete circuit πλήρες κύκλωμα ELECTRICAL
complex σύμπλεγμα GENERAL
Complex Instruction Set Computers (CISC) υλοποίηση ΚΜΕ σύνθετου σετ εντολών I.T.
complication επιπλοκή MEDICINE
component εξάρτημα, συνιστώσα GENERAL
component συνιστώσα λογισμικού, στοιχειολογισμικό I.T.
component life διάρκεια ζωής εξαρτήματος INDUSTRY
components εξαρτήματα, συστατικά μέρη, συνιστώσες GENERAL
compose αποτελείται GENERAL
composite σύνθετο υλικό, μικτό υλικό, σύνθετος GENERAL
composite bending σύνθετη κάμψη ENGINEERING
composite build-up σύνθετη εναπόθεση ENGINEERING
composite build-up of layers of tape σύνθετη εναπόθεση στρωμάτων ταινίας ENGINEERING
composite disease σύνθετη ασθένεια / σύμπλοκο MEDICINE
composites σύνθετα δομικά υλικά κραμάτων ή πλαστικών μετάλλων GENERAL
composition of parliament σύνθεση του Κοινοβουλίου POLITICAL SCIENCE
composition of the population σύνθεση του πληθυσμού STATISTICS
composition seat έδρα σύνθεσης POLITICAL SCIENCE
compound ένωση, σύνθετος GENERAL
compound and single pulley απλή και σύνθετη τροχαλία MECHANICS
compound interest disease ασθένεια ανατοκισμού BOTANY
compressed air πεπιεσμένος αέρας INDUSTRY
compressibility συμπιεστότητα INDUSTRY
compressible flow συμπιεστή ροή INDUSTRY
compression θλίψη, συμπίεση INDUSTRY
compression chamber θάλαμος συμπίεσης INDUSTRY
compression test δοκιμή θλίψης INDUSTRY
compression type terminal blocks πλάκα ακροδεκτών τύπου συμπίεσης ELECTRICAL
compressive load θλιπτικό φορτίο MECHANICS
compressive strength αντοχή σε θλίψη MECHANICS
compressive stress θλιπτική τάση MECHANICS
compressor συμπιεστής INDUSTRY
compressor and turbine wheel stresses τάσεις τροχών συμπιεστή και στροβίλου INDUSTRY
compressor vane arrangement διάταξη πτερυγίων συμπιεστή INDUSTRY
compulsive hoarding ψυχαναγκαστικός θησαυρισμός SOCIAL SCIENCE
compulsory education υποχρεωτική εκπαίδευση EDUCATION
compulsory expenditure υποχρεωτική δαπάνη ECONOMICS
compulsory miss αναγκαστική αποτυχία I.T.
compulsory saving αναγκαστική αποταμίευση ECONOMICS
computation υπολογισμός I.T.
computational model υπολογιστικό μοντέλο I.T.
computer υπολογιστής I.T.
computer aided design (CAD) σχεδιασμός με τη βοήθεια υπολογιστή I.T.
computer architecture αρχιτεκτονική υπολογιστών I.T.
computer forensics δικανική υπολογιστών I.T.
computer management διαχείριση υπολογιστή I.T.
computer network δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών I.T.
computer sciences πληροφορική I.T.
computer security ασφάλεια υπολογιστών I.T.
computer software λογισμικό υπολογιστών I.T.
computer-aided με τη βοήθεια υπολογιστή I.T.
Computer-Aided Translation (CAT) μετάφραση με τη βοήθεια υπολογιστή I.T.
computer-assisted με τη βοήθεια υπολογιστή I.T.
computing systems design σχεδιασμός υπολογιστικών συστημάτων I.T.
concatenation συναλύσωση I.T.
concatenation operator τελεστής συναλύσωσης I.T.
concave κοίλος GENERAL
concave lens κοίλος φακός OPTICS
concave mirror κοίλο κάτοπτρο OPTICS
concealed κρυφό GENERAL
conceive συλλαμβάνω GENERAL
concentrate συγκεντρώνω GENERAL
concentrated load συγκεντρωμένο φορτίο MECHANICS
concentration συγκέντρωση GENERAL
concentration distribution κατανομή συγκέντρωσης GENERAL
concentration of powers συγκέντρωση των εξουσιών LAW
concentration of the population συγκέντρωση του πληθυσμού STATISTICS
concentrator συγκεντρωτής TELECOMMUNICATIONS
concentric ομόκεντρος MATHEMATICS
concentual ομόκεντρος, συγκεντρικός GENERAL
concept έννοια GENERAL
conception σύλληψη GENERAL
conceptual schema εννοιολογικό σχήμα I.T.
conceptualization προσδιορισμός γνώσεων και εμπειριών GENERAL
concerted economic action οικονομία συντονισμού ECONOMICS
concessionaire ανάδοχος LAW
concord παράγω/εμφανίζω συμφραστικό πίνακα, συμπαραθέτω GENERAL
concordance συμφραστικός πίνακας, συμπαράθεση GENERAL
concordance generator γεννήτρια πινάκων συμφραζομένων, γεννήτρια συμπαραθέσεων I.T.
concrete σκυρόδεμα ENGINEERING
concussion διάσειση MEDICINE
condensate συμπυκνωμένο νερό GENERAL
condensate / feedwater chemistry control system σύστημα ελέγχου χημείας συμπυκνωμένου νερού/νερού τροφοδοσίας CHEMISTRY
condensate pumps αντλίες συμπυκνωμένου νερού INDUSTRY
condensate return pumps αντλίες επιστροφής συμπυκνωμένου νερού INDUSTRY
condensate tank δεξαμενή συμπυκνωμένου νερού INDUSTRY
condensation συμπύκνωση PHYSICS
condense συμπυκνώνω, συμπυκνώνομαι GENERAL
condenser air removal system σύστημα απομάκρυνσης αέρα συμπυκνωτή INDUSTRY
condenser neck λαιμός συμπυκνωτή INDUSTRY
condiment καρύκευμα GENERAL
condition συνθήκη, κατάσταση GENERAL
condition of equilibrium συνθήκη ισορροπίας PHYSICS
condition register καταχωρητής συνθήκης I.T.
conditional branch διακλάδωση με συνθήκη I.T.
condom προφυλακτικό GLOBAL HEALTH
conduction αγωγή PHYSICS
conductivity αγωγικότητα, αγωγιμότητα PHYSICS
conductor αγωγός PHYSICS
condyloma κονδύλωμα MEDICINE
cone κώνος GEOMETRY
cone pulley κωνική τροχαλία MECHANICS
confectionery σοκολατοποιία INDUSTRY
confidentiality εμπιστευτικότητα LAW
configuration διαμόρφωση, διάταξη, διευθέτηση, ρύθμιση GENERAL
configuration editor τροποποιητής ρυθμίσεων, συντακτήρας διάρθρωσης I.T.
configuration file αρχείο παραμέτρων, αρχείο διάρθρωσης I.T.
configuration files αρχεία παραμέτρων, αρχεία διάρθρωσης I.T.
configurations διαμορφώσεις GENERAL
configure διαμορφώνω, διαρθρώνω GENERAL
configure tuners ρύθμιση παραμέτρων για τους δέκτες I.T.
configured διαταγμένος, διαρθρωμένος GENERAL
conflict miss αποτυχία σύγκρουσης I.T.
conflict of jurisdiction σύγκρουση δικαιοδοσίας LAW
conflict of powers σύγκρουση αρμοδιοτήτων LAW
confluent calcifications συρρέουσες αποτιτανώσεις MEDICINE
conformable material συμμορφώσιμο υλικό INDUSTRY
confusable word συγκεχυμένη λέξη LINGUISTICS
confusion σύγχυση GENERAL
confusion matrix πίνακας σύγχυσης I.T.
congenital συγγενής MEDICINE
congestion συμφόρηση, υπεραιμία MEDICINE
congestive heart failure (CHF) συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΣΚΑ) MEDICINE
conglomerate συγκρότημα επιχειρήσεων INDUSTRY
conic projection κωνική προβολή GEOMETRY
conical κωνικός GEOMETRY
Co-Ni-Cr-Mo alloy κράμα χρωμίου-κοβαλτίου-νικελίου-μολυβδενίου METALLURGY
conjunction σύνοδος GENERAL
conjunctive particle συζευκτικό μόριο LINGUISTICS
connect to a network σύνδεση σε δίκτυο I.T.
connect to the internet σύνδεση στο Διαδίκτυο, σύνδεση στο Ίντερνετ I.T.
connected word recognition αναγνώριση συνδεδεμένων λέξεων I.T.
connecting ένωση GENERAL
connection σύνδεση GENERAL
connective tissue συνδετικός ιστός MEDICINE
conscience συνείδηση SOCIAL SCIENCE
conservation of energy διατήρηση της ενέργειας PHYSICS
conservation of fish stocks διατήρηση των αλιευτικών πόρων MANAGEMENT
conservation of mass διατήρηση της μάζας PHYSICS
conservation of resources διατήρηση των φυσικών πόρων MANAGEMENT
conservatism συντηρητισμός POLITICAL SCIENCE
conservative συντηρητικός POLITICAL SCIENCE
conservative agent διατηρούμενη ουσία INDUSTRY
consistent συνεπής, σύμφωνος GENERAL
consolidated account ενοποιημένος λογαριασμός ECONOMICS
consolidation ενοποίηση λογαριασμών ECONOMICS
constant σταθερά, σταθερός GENERAL
constant bit rate σταθερός δυφιορρυθμός TELECOMMUNICATIONS
constant pressure type τύπος σταθερής πίεσης INDUSTRY
constellation αστερισμός, ομοιογενής ομάδα ανθρώπων ή πραγμάτων ASTRONOMY
constipation δυσκοιλιότητα MEDICINE
constituent συνιστώσα, συστατικό GENERAL
constitution σύνταγμα LAW
constitutional law συνταγματικό δίκαιο LAW
constitutive equation καταστατική εξίσωση PHYSICS
constitutive law καταστατικός νόμος LAW
constraints περιορισμοί GENERAL
constriction σύσφιξη MEDICINE
constrictive περισταλτικός MEDICINE
construct κατασκευάζω GENERAL
construction κατασκευή GENERAL
construction costs κόστος κατασκευής κτιριακών έργων ECONOMICS
consulate προξενείο LAW
consultation of information ενημερωτική διαβούλευση MANAGEMENT
consumer καταναλωτής ECONOMICS
consumer behaviour συμπεριφορά του καταναλωτή ECONOMICS
consumer cooperative καταναλωτικός συνεταιρισμός ECONOMICS
consumer credit καταναλωτική πίστη ECONOMICS
consumer demand καταναλωτική ζήτηση ECONOMICS
consumer survey έρευνα κατανάλωσης ECONOMICS
consumption κατανάλωση ECONOMICS
consumption expenditure καταναλωτική δαπάνη ECONOMICS
contact επαφή GENERAL
contact angle γωνία επαφής PHYSICS
contact clip σφιγκτήρας επαφής, κλιπ επαφής ELECTRICAL
contact line καμπύλη επαφής MECHANICS
contact point σημείο επαφής MECHANICS
Contact us Επικοινωνήστε μαζί μας I.T.
contactor ταχύς επαναληπτικός διακόπτης, επαφέας ELECTRICAL
contagious disease μεταδοτική ασθένεια MEDICINE
contained liquid εμπεριεχόμενο υγρό INDUSTRY
container εμπορευματοκιβώτιο INDUSTRY
contaminant μολυσματικό υλικό GENERAL
contamination μόλυνση GENERAL
content περιεχόμενο GENERAL
content delivery and targeting service υπηρεσία παράδοσης περιεχομένου και προορισμού I.T.
content switching μεταγωγή περιεχομένου I.T.
content word λέξη ουσιώδους έννοιας LINGUISTICS
contents περιεχόμενα GENERAL
context πλαίσιο εφαρμογής, συγκείμενο GENERAL
context-independent ανεξάρτητο από το συγκείμενο LINGUISTICS
context-sensitive βάσει συγκειμένου, ευαίσθητο από το συγκείμενο I.T.
contextual συγκειμενικός GENERAL
continental crust ηπειρωτική λιθόσφαιρα GEOLOGY
continuing education διαρκής εκπαίδευση EDUCATION
continuity equation εξίσωση της συνέχειας PHYSICS
continuous damping control (CDC) σύστημα συνεχούς ελέγχου απόσβεσης INDUSTRY
continuous load συνεχής φόρτος, συνεχές φορτίο ELECTRONICS
continuous speech συνεχής ομιλία I.T.
continuous variable camshaft phasing συνεχής μεταβλητός έλεγχος εκκεντροφόρων INDUSTRY
contour ισοτιμική (καμπύλη), περίγραμμα GENERAL
contour spectrogram φασματογράφημα ισοϋψών I.T.
contours ισοϋψείς GENERAL
contraception αντισύλληψη MEDICINE
contraceptive αντισυλληπτικός MEDICINE
contract πινάκιο, συμβόλαιο,σύμβαση LAW
contract commitments υποχρεώσεις σύμβασης LAW
contract farming καλλιέργεια με σύμβαση AGRONOMY
contracted weir συνεσταλμένος υπερχειλιστής MECHANICS
contraction στένωση, σύσπαση, συστολή LINGUISTICS
contractor ανάδοχος LAW
contractor agreement εργολαβικό συμβόλαιο LAW
contractual obligation / duty συμβατική ενοχή LAW
contradistinction αντιδιαστολή GENERAL
contraindication αντένδειξη MEDICINE
contrast (n.) αντίθεση, αντιδιαστολή, αντιπαραβολή GENERAL
contrast (v.) αντιπαραβάλλω, συγκρίνω, αντιδιαστέλλομαι GENERAL
control and protection articles είδη ελέγχου και προστασίας INDUSTRY
control and stop valve βαλβίδα ελέγχου και διακοπής INDUSTRY
control cabinet καμπίνα ελέγχου INDUSTRY
control channels κανάλια ελέγχου TELECOMMUNICATIONS
control dependence εξάρτηση ελέγχου I.T.
control devices συσκευές ελέγχου GENERAL
control drawing listing κατάλογος σχημάτων ελέγχου LOGISTICS
control drawing structure δομή σχημάτων ελέγχου LOGISTICS
control flow instruction εντολή ελέγχου ροής προγράμματος I.T.
control hazard κίνδυνος ελέγχου I.T.
control lever μοχλός ελέγχου INDUSTRY
control logic λογική ελέγχου I.T.
control loop βρόχος ελέγχου INDUSTRY
control modes καταστάσεις λειτουργίας ελέγχου INDUSTRY
control of communications έλεγχος της επικοινωνίας TELECOMMUNICATIONS
control of constitutionality έλεγχος συνταγματικότητας LAW
control pac ελεγκτής περιοχής τηλεειδοποίησης (pac) I.T.
control panel πίνακας ελέγχου I.T.
control pitch έλεγχος βήματος ACOUSTICS
control rocket πύραυλος ρύθμισης κατευθύνσεων AEROSPACE
control room αίθουσα ελέγχου, αίθουσα χειρισμού AEROSPACE
control rotor στροφείο ελέγχου AEROSPACE
control sequence program print out εκτύπωση προγράμματος ακολουθίας ελέγχου I.T.
control switch διακόπτης ελέγχου GENERAL
control system σύστημα ελέγχου GENERAL
control system settings & adjustments ρυθμίσεις & προσαρμογές συστήματος ελέγχου I.T.
control unit μονάδα ελέγχου GENERAL
control volume όγκος ελέγχου MECHANICS
controlled economy διευθυνόμενη οικονομία ECONOMICS
controlled rate ελεγχόμενος ρυθμός PHYSICS
controls interconnection diagram διάγραμμα διασύνδεσης χειριστηρίων ENGINEERING
convalescence ανάρρωση MEDICINE
convection μεταφορά θερμότητος ή ηλεκτρισμού, συναγωγή PHYSICS
convective συναγωγικός PHYSICS
convective acceleration συναγωγική επιτάχυνση PHYSICS
convenience outlets πρόχειρες έξοδοι INDUSTRY
conventional συμβατικός GENERAL
convergence lag circuit κύκλωμα καθυστέρησης σύγκλεισης ENGINEERING
convergent συγκλίνων PHYSICS
converging channel συγκλίνων αγωγός ENGINEERING
converging flow συγκλίνουσα ροή ENGINEERING
converter μετατροπέας, μεταλλάκτης GENERAL
convex κυρτός, ανάκυρτος GENERAL
convex lens κυρτός φακός OPTICS
convolution συνέλιξη, ελίκωση, συστροφή MATHEMATICS
convulsion σπασμός MEDICINE
co-occurrence συνεμφάνιση, συνύπαρξη GENERAL
cookie poisoning τροποποίηση / παραβίαση των cookies I.T.
Cookies cookies I.T.
coolant ψυκτικό υγρό, μέσο μεταφοράς θερμότητας INDUSTRY
cooler ψύκτης INDUSTRY
cooling ψύξη INDUSTRY
cooling air orifices ανοίγματα αέρα ψύξης INDUSTRY
cooling fan module μονάδα ανεμιστήρα ψύξης INDUSTRY
cooling steam valve βαλβίδα ατμού ψύξης INDUSTRY
cooling stresses τάσεις ψύξεις INDUSTRY
cooling tower and circulating water system σύστημα πύργου ψύξης και κυκλοφορούντος νερού INDUSTRY
cooling water system σύστημα νερού ψύξης INDUSTRY
cooperative συνεταιρισμός LAW
coordinate time συντεταγµένος χρόνος MEASUREMENT
co-ordinated universal time (UTC) συντονισμένος παγκόσμιος χρόνος MEASUREMENT
coordinates συντεταγμένες MEASUREMENT
coordination συντονισμός GENERAL
coordination of aid συντονισμός των ενισχύσεων GLOBAL HEALTH
co-planar συνεπίπεδος, ομοεπίπεδος GEOMETRY
copper χαλκός METALLURGY
copper conductors χάλκινοι αγωγοί ELECTRICAL
copy αντιγράφω, αντιγραφή GENERAL
copying device συσκευή αντιγραφής GENERAL
copyright συγγραφικό δικαίωμα, δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας LAW
copyright law and international treaties τους νόμους και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας LAW
cord λώρος, κορδόνι GENERAL
core πυρήνας GENERAL
core bit κυλινδρικό κοπτικό τμήμα TOOLS
core bit shank άξονας κυλινδρικού κοπτικού τμήματος TOOLS
core bit tip άκρη κυλινδρικού κοπτικού τμήματος TOOLS
core engine μηχανή πυρήνα I.T.
core loss απώλεια πυρήνα ELECTRICAL
coreolis effect ίλιγγος ή ναυτία αστροναύτη AEROSPACE
Coriolis Κοριόλις (δύναμη) PHYSICS
corium χόριο MEDICINE
cork φελλός GENERAL
corn oil καλαμποκέλαιο GENERAL
cornea κερατοειδής χιτώνας ANATOMY
cornering brake control (CBC) σύστημα ελέγχου φρεναρίσματος στις στροφές INDUSTRY
cornu κέρας MEDICINE
corona στέμμα ή στεφάνη (ουράνιου σώματος) ASTRONOMY
Corona Austalis, CrA (constellation) Νότιος Στέφανος (αστερισμός) ASTRONOMY
Corona Borealis, CrB (constellation) Βόρειος Στέφανος (αστερισμός) ASTRONOMY
coronach θρηνητικό άσμα ή μοιρολόι γκάϊντας GENERAL
coronal mass ejection στεμματική εκτόξευση μάζας ASTROPHYSICS
coronary στεφανιαίος MEDICINE
coronary artery bypass graft (CABG) αορτοστεφανιαία παράκαμψη (ΑΣΠ) MEDICINE
coronary artery disease (CAD) νόσος στεφανιαίων αρτηριών (ΝΣΑ) MEDICINE
coronary care unit (CCU) στεφανιαία μονάδα εντατικής θεραπείας (ΣΜΕΘ) MEDICINE
coronary heart disease (CHD) στεφανιαία καρδιοπάθεια (ΣΚΠ) MEDICINE
coroner ιατροδικαστής LAW
corpora συλλογές ηχογραφήσεων ή κειμένων GENERAL
corporatism συντεχνιακή οικονομία ECONOMICS
corpus σώμα υλικού ή κειμένων, σώμα GENERAL
corpuscle σωματίδιο MEDICINE
correct σωστός, ορθός GENERAL
corrected sinus node recovery time (CSNRT) διορθωμένος χρόνος ανάνηψης φλεβόκομβου (ΔΧΑΦ) MEDICINE
correction διόρθωση GENERAL
correction factor of kinetic energy παράγοντας / συντελεστής διόρθωσης της κινητικής ενέργειας PHYSICS
corrector plate διορθωτικό οπτικό στοιχείο (πλάκα) ASTRONOMY
correlating predictor συσχετιστικός προλεκτήρας, συσχετισμένο σχήμα πρόβλεψης I.T.
correlation συσχέτιση GENERAL
correspondence αντιστοιχία, αλληλογραφία GENERAL
corrosion διάβρωση PHYSICS
corrosion causing contaminants διάβρωση που προκαλεί μολυσματικές ύλες PHYSICS
corrosion fatigue κόπωση διάβρωσης PHYSICS
corrosive διαβρωτικός CHEMISTRY
corrugated κυματοειδής INDUSTRY
corrupted drivers κατεστραμμένα προγράμματα οδήγησης I.T.
corruption διαφθορά και δωροδοκία GENERAL
cortex φλοιός ANATOMY
cortical φλοιώδης PSYCHOLOGY
cortisol κορτιζόλη MEDICINE
coruscation of a star μαρμαρυγή άστρου ASTROPHYSICS
Corvus, Crv (constellation) Κόραξ (αστερισμός) ASTRONOMY
cos (cosine) συνημίτονο MATHEMATICS
cosmetic καλλυντικό GENERAL
cosmic dust κοσμική σκόνη ASTRONOMY
cosmic laws νόμοι του σύμπαντος, κοσμικοί νόμοι PHILOSOPHY
cosmic ray κοσμική ακτίνα PHYSICS
cosmic year κοσμικό έτος (~ 225 εκατ. έτη) PHYSICS
cosmonaut κοσμοναύτης AEROSPACE
cosmonautics κοσμοναυτική AEROSPACE
cost κόστος ECONOMICS
cost of borrowing πιστωτικό κόστος ECONOMICS
cost of capital κόστος κεφαλαίου ECONOMICS
cost of living κόστος ζωής ECONOMICS
cost of pollution κόστος ρύπανσης ECONOMICS
cotter pin σφηνοειδής περόνη, καβίλια MECHANICS
cotton βαμβάκι AGRONOMY
Coudé focus εστία Κουντέ ASTRONOMY
cough βήχας MEDICINE
coulomb κουλόμπ (μονάδα μέτρησης) MEASUREMENT
Coulomb's law νόμος του Κουλόμπ PHYSICS
Council for Cultural Cooperation Συμβούλιο Πολιτιστικής Συνεργασίας LAW
Council of Europe Συμβούλιο της Ευρώπης LAW
Council of Europe countries χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης LAW
Council of European Municipalities and Regions Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Δήμων και Περιφερειών LAW
Council of Ministers υπουργικό συμβούλιο LAW
Council of the European Union Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης LAW
count μετρώ GENERAL
countdown αντίστροφη μέτρηση AEROSPACE
counter clockwise αριστερόστροφα MECHANICS
counter weight αντίβαρο MECHANICS
counterbalance αντισταθμίζω MECHANICS
counterbore εργαλείο διάτρησης διεύρυνσης TOOLS
counter-force αντίρροπη δύναμη PHYSICS
counter-reprisals αντίποινα στα αντίποινα LAW
counting of the votes καταμέτρηση των ψήφων POLITICAL SCIENCE
county κομητεία MANAGEMENT
coup d'état πραξικόπημα POLITICAL SCIENCE
couple ζεύγος (δυνάμεων) GENERAL
coupling guard προστατευτικό σύζευξης INDUSTRY
coupling hub ομφαλός σύζευξης INDUSTRY
coupling parts συνδεόμενα μέρη INDUSTRY
coupling sleeve συνδετικό χιτώνιο INDUSTRY
court of first instance πρωτοδικείο LAW
Court of Justice of the European Communities Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων LAW
Court Office (CAS) Γραμματεία Δικαστηρίου (Clerk's Office) LAW
covalent ομοιοπολικός CHEMISTRY
covariance συμμεταβλητότητα, συνδιακύμανση PROBABILITY
cover plate πλάκα κάλυψης INDUSTRY
covers καλύμματα GENERAL
cowpox δαμαλίτις MEDICINE
CPD - Cursor Positioning Device CPD - Διάταξη τοποθέτησης δρομέα I.T.
CPOS ΣΜΥ MEDICINE
cpTi (commerically pure titanium) καθαρό τιτάνιο METALLURGY
CPU time xρόνος KME (Κεντρικής Μονάδας Επεξεργασίας) I.T.
crab nebula νεφέλωμα του Καρκίνου ASTRONOMY
crack ρωγμή GENERAL
crack (v.) ραγίζω MECHANICS
cracked rotors ραγισμένοι στρόβιλοι INDUSTRY
cracker εισβολέας, παραβιαστής λογισμικού I.T.
cradle βάση συγχρονισμού, βάση στήριξης INDUSTRY
craft business βιοτεχνική επιχείρηση INDUSTRY
cramp κράμπα MEDICINE
crane γερανός INDUSTRY
cranium κρανίο ANATOMY
crank στρόφαλος MECHANICS
crank cover κάλυμμα στροφάλου INDUSTRY
cranked wing τεθλασμένη πτέρυγα INDUSTRY
crankshaft στροφαλοφόρος άξονας INDUSTRY
crapware άχρηστο λογισμικό, ανεπιθύμητο λογισμικό, σκαρτισμικό I.T.
crash κατάρρευση (υπολογιστή) I.T.
Crash Dumps Αποτυπώσεις σφαλμάτων I.T.
crash recovery ανάκαμψη από κατάρρευση I.T.
crash-test δοκιμή σύγκρουσης GLOBAL HEALTH
crater κρατήρας, στρογγυλό αποτύπωμα σε ουράνιο σώμα ASTROPHYSICS
Crater, Crt (constellation) Κρατήρ (αστερισμός) ASTRONOMY
crawler (software) ερπετό I.T.
crawler transporter ερπυστριοφόρος μεταφορέας AEROSPACE
C-reactive protein (CRP) C-αντιδρώσα προτείνη MEDICINE
creaky voice κριγμώδης φωνή PHONETICS
cream κρέμα γάλακτος GENERAL
crease ρυτίδα GENERAL
create a password for your account δημιουργία κωδικού πρόσβασης για το λογαριασμό σας I.T.
create shortcut δημιουργία συντόμευσης, δημιουργία βραχύδρομου I.T.
credit πίστη ECONOMICS
credit union πιστωτικός συνεταιρισμός ECONOMICS
creep ερπυσμός MECHANICS
creeping flow έρπουσα ροή MECHANICS
crest ακρολοφία GEOLOGY
crevice corrosion διάβρωση σε διάκενα MECHANICS
crevices ρωγμές MECHANICS
crime sui generis ιδιώνυμο (αδίκημα) LAW
criminal abortion άμβλωση LAW
criminal law ποινικό δίκαιο LAW
Criminal Record Office Τμήμα/Υπηρεσία Ποινικού Μητρώου LAW
criminology εγκληματολογία LAW
crimp type terminal ακροδέκτης τύπου θηλυκώματος ELECTRICAL
critical bands κρίσιμες ζώνες ACOUSTICS
critical depth κρίσιμο βάθος PHYSICS
critical flow κρίσιμη ροή MECHANICS
critical flow meter μετρητής κρίσιμης ροής MECHANICS
critical Reynolds number κρίσιμος αριθμός Reynolds MECHANICS
critical speed ranges περιοχές κρίσιμης ταχύτητας INDUSTRY
critical velocity κρίσιμη ταχύτητα AEROSPACE
crop maintenance συντήρηση των καλλιεργειών AGRONOMY
cross αλληλο-, δια-, σταυρο- GENERAL
cross contamination αλληλομόλυνση GLOBAL HEALTH
cross contamination studies μελέτες αλληλομόλυνσης GLOBAL HEALTH
cross correlation διασυσχέτιση PHYSICS
cross fire tube σωλήνας διασταυρούμενων πυρών INDUSTRY
cross questioning αντεξέταση μάρτυρα LAW
cross section εγκάρσια τομή, διατομή GENERAL
cross-border cooperation διαμεθοριακή συνεργασία LAW
cross-current πλευρικό ρεύμα ELECTRONICS
cross-flows διασταυρούμενες ροές INDUSTRY
cross-link σταυροδεσμός, ομοιοπολικός δεσμός CHEMISTRY
cross-linked επικαλυπτόμενος CHEMISTRY
cross-linking agent αντιδραστήριο σταυρόδεσης CHEMISTRY
crossover διασταύρωση ELECTRONICS
cross-polarized ορθοπολωμένος, ορθοπολωσικός OPTICS
cross-section εγκάρσια τομή GENERAL
cross-sectional area εμβαδόν διατομής, επιφάνεια εγκάρσιας (δια)τομής GENERAL
CRT - Cathode Ray Tube CRT - καθοδικός σωλήνας ELECTRONICS
crush καταστέλλω GENERAL
crushed stone θραυστά σκύρα, σκύρα οδοποιίας ENGINEERING
crustacean μαλακόστρακο BIOLOGY
crustacean farming εκτροφή μαλακοστράκων INDUSTRY
crutch βακτηρία, δεκανίκι, πατερίτσα MEDICINE
Crux, Cru (constellation) Σταυρός του Νότου, Νότιος Σταυρός (αστερισμός) ASTRONOMY
cryogenic κρυογονικός PHYSICS
cryptanalysis κρυπτανάλυση GENERAL
cryptographic strength κρυπτογραφική ισχύς (αλγόριθμου) I.T.
cryptography κρυπτογραφία I.T.
crystal κρύσταλλος PHYSICS
crystalline κρυσταλλικός PHYSICS
crystalline schist κρυσταλλοσχιστώδες πέτρωμα GEOLOGY
crystallization κρυστάλλωση PHYSICS
crystallizer κρυσταλλωτής ENGINEERING
crystallography κρυσταλλογραφία PHYSICS
CSS (Cascading Style Sheets) Διαδοχικά Φύλλα Στυλ, αλληλουχία φύλλων στύλ I.T.
C-stoff καύσιμα γερμανικών πυραύλων στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο MILITARY
cubic equation εξίσωση τρίτου βαθμού (τριτοβάθμια) MATHEMATICS
cubic expansion διαστολή κατ' όγκον, κυβική διαστολή PHYSICS
cubical κυβικός GENERAL
cubitus αγκώνας MEDICINE
cue ατάκα, γνώρισμα, πρότυπο, σύνθημα, υπόδειγμα I.T.
cue (v.) παρεμβάλλω, παρενθέτω (για ΗΥ) I.T.
cue phrase εναρκτική φράση LINGUISTICS
cuff περιχειρίδα GENERAL
culmination μεσουράνηση GENERAL
cultural cooperation πολιτιστική συνεργασία SOCIAL SCIENCE
cultural difference πολιτιστική διαφορά SOCIAL SCIENCE
culture καλλιέργεια BIOLOGY / MEDICINE
culture πολιτιστικός τομέας GENERAL
cumulative off-frequency time limit σωρευτικό χρονικό όριο εκτός συχνότητας PHYSICS
cumulative pension entitlement σώρευση συντάξεων LAW
cumulonimbus σωρειτομελανίες METEOROLOGY
cup κύπελλο GENERAL
cure, healing ίαση MEDICINE
curing πολυμερισμός CHEMISTRY
curing agent παράγοντας πολυμερισμού CHEMISTRY
currency νόμισμα ECONOMICS
currency convertibility μετατρεψιμότητα ECONOMICS
current παρών, ρεύμα, τρέχων, τωρινός GENERAL
current limited οριοθετούμενος από ρεύμα ELECTRICAL
current session τρέχουσα περίοδος λειτουργίας, τρέχουσα συνεδρία GENERAL
current settings τρέχουσες ρυθμίσεις I.T.
current transformer μετασχηματιστής ρεύματος ELECTRICAL
cursor δρομέας, δρομέας οθόνης υπολογιστή, κέρσορας I.T.
curvature καμπυλότητα MATHEMATICS
curve καμπή, καμπύλη GENERAL
curvilinear motion καμπυλόγραμμη κίνηση MECHANICS
Custom setup προσαρμοσμένη εγκατάσταση I.T.
customary law εθιμικό δίκαιο LAW
customer-oriented πελατοστρεφής ECONOMICS
Customize colors προσαρμογή χρωμάτων I.T.
customs τελωνείο LAW
customs document τελωνειακό έγγραφο LAW
customs warehouse τελωνειακή αποταμίευση LAW
cut αποκοπή I.T.
cutaneous δερματικός MEDICINE
cutis δέρμα MEDICINE
cut-off διακοπή ροής υγρού, ηλεκτρισμού, μηχανής πυραύλων, αποκοπή PHYSICS
cut-off value τιμή αποκοπής PHYSICS
cutter κόφτης TOOLS
cutting punch εργαλείο διάτρησης TOOLS
cyano… κυανο… CHEMISTRY
cyanomethylene κυανομεθυλένιο CHEMISTRY
cybernetics κυβερνητική CYBERNETICS
cyclic damage κυκλική βλάβη PHYSICS
cyclic life curves καμπύλες κύκλων ζωής PHYSICS
cyclic loading κυκλική φόρτωση PHYSICS
cycling ανακύκλωση GENERAL
cyclization κυκλοποίηση PHYSICS
cyclopropylium κυκλοπροπύλιο CHEMISTRY
cyclosporine, cyclosporin κυκλοσπορίνη PHARMACOLOGY
Cygnus, Cyg (constellation) Κύκνος (αστερισμός) ASTRONOMY
cylinder ειλητάριο, έλαστρο, κύλινδρος, ρολό GENERAL
cylindrical coordinate system κυλινδρικό σύστημα συντεταγμένων MATHEMATICS
cylindrical coordinates κυλινδρικές συντεταγμένες MATHEMATICS
cylindrical rotor synchronous generator σύγχρονη γεννήτρια κυλινδρικού στροφείου INDUSTRY
cylindrical wall jet κυκλική φλέβα ρέουσα κατά μήκος στερεού ορίου PHYSICS
cysteine remnants υπολείμματα κυστεΐνης MEDICINE
cystic κυστικός MEDICINE
cystine κυστίνη GENETICS
cystoid κυστεοειδής MEDICINE
cytoplasm κυτόπλασμα, κυτταρόπλασμα BIOLOGY
cytosine κυτοσίνη GENETICS
dairy farm εκμετάλλευση γαλακτοπαραγωγής GENERAL
daisy chain αλυσιδωτή σύνδεση GENERAL
damage ζημία GENERAL
damage analysis ανάλυση ζημιάς MANAGEMENT
damages αποζημίωση LAW
dampener αποσβεστήρας κραδασμών INDUSTRY
damping out oscillation αποσβεννύμενη ταλάντωση INDUSTRY
dandruff πιτυρίδα MEDICINE
danger κίνδυνος GENERAL
dashboard software λογισμικό πίνακα εργαλείων I.T.
dashed low line διάστικτη αμυδρή γραμμή, διακεκομμένη αμυδρή γραμμή I.T.
dashed overline διάστικτη επιγράμμιση, διακεκομμένη επιγράμμιση I.T.
dashpot αποσβεστήρας ταλαντώσεων, κύλινδρος αποσβεστήρα MECHANICS
data δεδομένα I.T.
data acquisition συλλογή δεδομένων, επίκτηση δεδομένων I.T.
data acquisition system σύστημα λήψης δεδομένων, σύστημα επίκτησης δεδομένων I.T.
data centres κέντρα δεδομένων I.T.
data compression συμπίεση δεδομένων I.T.
data confidentiality εμπιστευτικότητα δεδομένων I.T.
data dependent instruction εξαρτώμενη εντολή I.T.
data entry εισαγωγή δεδομένων, είσοδος δεδομένων I.T.
Data Execution Prevention (DEP) Αποτροπή Εκτέλεσης Δεδομένων (ΑΕΔ) I.T.
data hazard κίνδυνος δεδομένων I.T.
data integrity ακεραιότητα δεδομένων I.T.
data points scans σαρώσεις σημείων δεδομένων I.T.
data projector ηλεκτρονικός προβολέας (διαφανειών), ηλεκτρονικό διασκόπιο I.T.
data recording εγγραφή δεδομένων, καταγραφή δεδομένων I.T.
data storage αποθήκευση δεδομένων I.T.
data stream ρεύμα δεδομένων I.T.
data transmission μετάδοση δεδομένων I.T.
database βάση δεδομένων I.T.
datagram δεδομενόγραμμα, αυτοδύναμο πακέτο (Microsoft) I.T.
datapath διαδρομή δεδομένων I.T.
datum δεδομένο αναφοράς, αφετηρία, στάθμη αναφοράς TOPOLOGY
datum line γραμμή δεδομένου αναφοράς I.T.
datum point σημείο δεδομένου αναφοράς, σημείο αφετηρίας TOPOLOGY
daughter θυγατρικός MANAGEMENT
dawn αυγή, χάραμα GENERAL
DC component time constant σταθερά χρόνου της συνιστώσας συνεχούς ρεύματος ELECTRICAL
DC motor κινητήρας συνεχούς ρεύματος ELECTRICAL
DCC - Drive Control Card DCC - Κάρτα ελέγχου οδήγησης I.T.
DCS - Distributed Control System DCS - Σύστημα κατανεμημένου ελέγχου I.T.
deactivation απενεργοποίηση GENERAL
dead bus νεκρός δίαυλος, νεκρή αρτηρία ELECTRICAL
dead cell νεκρό στοιχείο GENERAL
dead load νεκρό (παθητικό) φορτίο, ίδιον βάρος PHYSICS
dead space νεκρός χώρος GENERAL
dead weight νεκρό βάρος, πρόσθετο βάρος PHYSICS
deaerator εξαερωτήρας INDUSTRY
deaf κωφός MEDICINE
deafness κώφωση MEDICINE
deanonymization αποανωνυμοποίηση, άρση της ανωνυμίας I.T.
death certificate ληξιαρχική πράξη θανάτου LAW
death rate θνησιμότης STATISTICS
debility αδυναμία MEDICINE
debris συντρίμματα προϊόντα φθοράς GENERAL
deburring στρογγύλευση, περίκοψη INDUSTRY
deca (da) - (prefix) δέκα (πρόθεμα) - π.χ.: δεκάμετρο GENERAL
decalcification απασβέστωση MEDICINE
decapitation αποκεφαλισμός GENERAL
decarbonator blowers φυσητήρες εξανθράκωσης INDUSTRY
decarboxylation αποκαρβοξυλίωση CHEMISTRY
decay εξασθένηση, πτώση GENERAL
deceleration επιβράδυνση PHYSICS
decentralisation αποκέντρωση MANAGEMENT
decerebrate απεγκεφαλίζω MEDICINE
Decertified by decision of the Ministry of Economy and issued in multiple copies ΑΘΕΩΡ. ΒΑΣΕΙ Α.Υ.Ο. ΠΟΛ. LAW
deci (d) - (prefix) δέκατο (πρόθεμα) - π.χ.: δεκατόμετρο GENERAL
decimeter [U.S.] decimetre [U.K.] (dm) δεκατόμετρο MEASUREMENT
decision απόφαση LAW
decision support systems συστήματα υποστήριξης αποφάσεων I.T.
declarative κατηγορηματικός I.T.
declination  (Dec., δ) ουρανογραφικό πλάτος, απόκλιση, (δ) ASTRONOMY
declutch απεμπλέκω MECHANICS
decoder αποκωδικευτής, αποκωδικοποιητής ELECTRONICS
decolonisation αποαποικιοποίηση POLITICAL SCIENCE
decompilation απομεταγλώττιση, ανακατασκευή αντικειμενικού κώδικα I.T.
decomposition αποσύνθεση GENERAL
decompression αποσυμπίεση PHYSICS
decompression chamber θάλαμος αποσυμπίεσης PHYSICS
decongestant αποσυμφορητικός PHARMACOLOGY
decoupled architecture αποσυζευγμένη αρχιτεκτονική I.T.
decree διάταγμα LAW
decryption αποκρυπτογράφηση, απέγκρυψη I.T.
de-emphasis αποέμφαση TELECOMMUNICATIONS
Deep Space Station (DSS) διαστημικός σταθμός απώτερου διαστήματος AEROSPACE
deetiolation, de-etiolation αποώχρωση BOTANY
default εξ ορισμού, προεπιλογή, προεπιλεγμένος, προτερόθετος I.T.
default button κουμπί προεπιλογής I.T.
defecation αφόδευση BIOLOGY
defect ελάττωμα, έλλειψη GENERAL
Defectology and Narratology Η μελέτη της αφήγησης PSYCHOLOGY
defence reaction αντίδραση αμύνης PSYCHOLOGY
defense άμυνα GENERAL
defibrillation απινιδισμός MEDICINE
deficiency ανεπάρκεια MEDICINE
deficit έλλειμμα ECONOMICS
deflation αποπληθωρισμός ECONOMICS
deflection βέλος κάμψης, απόκλιση PHYSICS
deflection of beam βέλος κάμψης δοκού PHYSICS
defoliant αποφυλλωτικός TOXICOLOGY
defoliation αποφύλλωση TOXICOLOGY
deforestation αποδάσωση ECOLOGY
deformation παραμόρφωση GENERAL
defrag ανασυγκρότηση, αποκατάτμηση I.T.
defragment ανασυγκρότηση, αποκατάτμηση I.T.
defuzzyfication αποασαφοποίηση I.T.
degasifier απαεριωτής METALLURGY
degenerate εκφυλίζομαι GENERAL
degeneration εκφυλισμός, αλλοίωση GENERAL
degradation of the environment υποβάθμιση του περιβάλλοντος ECOLOGY
degree βαθμός, μοίρα EDUCATION
degrees of freedom (DOF) βαθμοί ελευθερίας CHEMISTRY / PHYSICS
dehalogenation αποαλογόνωση CHEMISTRY
dehumidifier αφυγραντήρας GENERAL
dehydration αφυδάτωση GENERAL
dehydrogenase αφυδρογονάση BIOLOGY
dehydrogenative αφυδρογονωτικό CHEMISTRY
dehydrogenization αφυδρογόνωση CHEMISTRY
déjà vu διπλασιασμός της συνείδησης (κατά Hughlins Jackson) PSYCHOLOGY
delay line γραμμή καθυστέρησης ELECTRONICS
delegation of powers μεταβίβαση αρμοδιοτήτων LAW
delete εξάλειψη, διαγραφή I.T.
deleterious δηλητηριώδης GENERAL
delimit οριοθετώ I.T.
delimiter οριοθέτης I.T.
delinquency εγκληματική συμπεριφορά LAW
delirium παραλήρημα, ντελίριο MEDICINE
delirium tremens συγχυτικοδιεγερτική κατάσταση MEDICINE
delivery απόδοση, διανομή, έκδοση, παράδοση, τοκετός GENERAL
delivery failure αποτυχία παράδοσης I.T.
Delphinus, Del (constellation) Δελφίνι (αστερισμός) ASTRONOMY
delta δέλτα (διαφορά) MATHEMATICS
delta star τριγώνου-αστέρα ELECTRICAL
delta star transformation μετασχηματισμός τριγώνου-αστέρα ELECTRICAL
deluge type sprinkler system σύστημα καταιονισμού σπρίνκλερ INDUSTRY
delusion αυταπάτη PSYCHOLOGY
demand loading φόρτωση κατ' απαίτηση TELECOMMUNICATIONS
dementia άνοια MEDICINE
demineralized water system σύστημα απιονισμένου νερού INDUSTRY
demineralized water transfer pumps αντλίες μεταφοράς απιονισμένου νερού INDUSTRY
demineralizer αποσκληρυντής INDUSTRY
demineralizer supply pumps αντλίες παροχής αποσκληρυντή INDUSTRY
democracy δημοκρατία POLITICAL SCIENCE
democratisation εκδημοκρατισμός POLITICAL SCIENCE
democratisation of education εκδημοκρατισμός της παιδείας POLITICAL SCIENCE
demodulation αποδιαμόρφωση ELECTRONICS
demography δημογραφία DEMOGRAPHY
denarian άτομο ηλικίας 10 έως 19 ετών MEASUREMENT
denaturing μετουσίωση CHEMISTRY
dendrite δενδρίτης MEDICINE
Denial of Service attack - DoS attack επίθεση άρνησης εξυπηρέτησης I.T.
denominational education εκκλησιαστική εκπαίδευση EDUCATION
densification πύκνωση PHYSICS
density πυκνότητα PHYSICS
density current ρεύμα πυκνότητας PHYSICS
dental οδοντικός MEDICINE
dental cavity πολφική κοιλότητα MEDICINE
dented χτυπημένο, με βαθουλώματα GENERAL
deodorant αποσμητικός GENERAL
department διαμέρισμα LAW
dependence εξάρτηση GENERAL
dependent εξαρτημένος, εξαρτώμενος GENERAL
depilatory αποτριχωτικός GENERAL
deployment ανάπτυξη GENERAL
depoliticisation αποπολιτικοποίηση POLITICAL SCIENCE
depopulation πληθυσμιακή συρρίκνωση DEMOGRAPHY
deportation απέλαση LAW
Deportation Department τμήμα απελάσεων LAW
deportee εκτοπισμένος LAW
deposit απόθεμα GENERAL
deposit forming contaminants μολυσματικά υλικά που δημιουργούν εναποθέσεις INDUSTRY
deposition εναπόθεση LAW
deprecated δεν χρησιμοποιείται I.T.
depression βαρομετρική ύφεση METEOROLOGY
deprivation στέρηση GENERAL
depth βάθος GENERAL
depth of flotation βάθος επίπλευσης PHYSICS
depth of pipeline βάθος σωλήνωσης I.T.
deregulation αποκανονιστικοποίηση, κανονιστική απορρύθμιση, κατάργηση των νομοθετικών ρυθμίσεων LAW
derivative παράγωγο CHEMISTRY
dermatitis δερματίτις MEDICINE
dermatology δερματολογία MEDICINE
dermatopathy δερματοπάθεια MEDICINE
dermatoplasty δερματοπλαστική MEDICINE
dermis χόριο, εσώτατη στοιβάδα επιδερμίδας MEDICINE
dermoid δερμοειδής MEDICINE
descending node κατιών σύνδεσμος, καταβιβάζων σύνδεσμος ASTROPHYSICS
description περιγραφή GENERAL
description of real estate περιγραφή ακινήτων LAW
Deselect All Αποεπιλογή όλων I.T.
desensitization απευαισθητοποίηση MEDICINE
desert έρημος GENERAL
desertification ερημοποίηση ECOLOGY
design σχεδιασμός, σχεδίαση GENERAL
designated employment δεσμευμένη θέση εργασίας LAW
designee εξουσιοδοτημένος LAW
desktop επιφάνεια εργασίας I.T.
desktop toolbar γραμμή εργαλείων επιφάνειας εργασίας I.T.
destination προορισμός GENERAL
destination index (DI) δείκτης προορισμού I.T.
destination operand τελεστέος προορισμού MATHEMATICS
destruction of crops καταστροφή καλλιεργειών AGRONOMY
destructive cursor εξαλειπτικός δρομέας I.T.
destructive virus infections καταστρεπτικές μολύνσεις ιών I.T.
desuperheater οριοθέτης υπερθέρμανσης INDUSTRY
detachable αποσπώμενος GENERAL
detachment αποκόλληση, απόσπαση GENERAL
detection ανίχνευση I.T.
detector ανιχνευτής GENERAL
detergent απορρυπαντικός CHEMISTRY
determination καθορισμός, προσδιορισμός GENERAL
determine καθορίζω, προσδιορίζω GENERAL
deterministic model αιτιοκρατικό μοντέλο, αιτιοκρατικό / προσδιοριστικό ομοίωμα MATHEMATICS
deterrent αποτροπή GENERAL
detraining tank δεξαμενή ανώμαλης αποβίβασης INDUSTRY
devaluation υποτίμηση του νομίσματος ECONOMICS
developmental stage αναπτυξιακό στάδιο GENERAL
devernalisation αποεαρινοποίηση BIOLOGY
Device Manager Διαχείριση συσκευών I.T.
device settings ρυθμίσεις συσκευής I.T.
device signal levels στάθμες σήματος συσκευής ELECTRONICS
devolution αποκέντρωση POLITICAL SCIENCE
dew δρόσος PHYSICS
dew point σημείο δρόσου PHYSICS
dexter δεξιός GENERAL
dextromanual δεξιόχειρ, δεξιόχειρας MEDICINE
dextrose δεξτρόζη CHEMISTRY
diabetes διαβήτης MEDICINE
diabetes educator εκπαιδευτής του διαβήτη MEDICINE
diabetic διαβητικός MEDICINE
diabetic ketoacidosis διαβητική κετοξέωση MEDICINE
diachronic law διαχρονικό δίκαιο LAW
diagnose διαγιγνώσκω MEDICINE
diagnosis διάγνωση MEDICINE
dial επιλέγω (μέσω δίσκου επιλογής) TELECOMMUNICATIONS
dial indicator (εν)δείκτης δίσκου επιλογής GENERAL
dial to the dose ρυθμίζω τη δόση MEDICINE
dialer πρόγραμμα κλήσης I.T.
dialog box παράθυρο διαλόγου I.T.
dial-up επιλεγόμενη σύνδεση (μέσω τηλεφώνου) I.T.
dialysis filters φίλτρα αιμοκάθαρσης MEDICINE
diameter (dia.) διάμετρος GENERAL
diaphragm διάφραγμα GENERAL
diaphragm actuator ενεργοποιητής διαφράγματος INDUSTRY
diaphragm valve βαλβίδα διαφράγματος INDUSTRY
diarrhea διάρροια MEDICINE
diastole διαστολή MEDICINE
diastolic blood pressure (DPB) διαστολική αρτηριακή πίεση (ΔΑΠ) MEDICINE
diastolic closure rate ταχύτητα διαστολικής σύγκλεισης / σύγκλισης MEDICINE
diastolic closure rate of the anterior cusp (E-F) ταχύτητα διαστολικής σύγκλεισης προσθίας γλωχίνας MEDICINE
diathermy διαθερμία MEDICINE
diathesis διάθεση MEDICINE
diatribist σφοδρός επικριτής GENERAL
dictation υπαγόρευση GENERAL
dictatorship δικτατορία POLITICAL SCIENCE
dictionary λεξικό LINGUISTICS
dictionary attack επίθεση λεξικού I.T.
dicyclohexylamine δικυκλοεξυλαμίνη CHEMISTRY
die διακόπτεται INDUSTRY
die forging σφυρήλατο σε μήτρα METALLURGY
dielectric strength διηλεκτρική αντοχή ELECTRICAL
diencephalon διεγκέφαλος ANATOMY
diesel day tank ημερήσια δεξαμενή ντίζελ INDUSTRY
diesel driven pump πετρελαιοκίνητη αντλία INDUSTRY
diesel engine πετρελαιοκινητήρας INDUSTRY
diesel particulate filter (DPF) φίλτρο σωματιδίων πετρελαίου INDUSTRY
diet δίαιτα MEDICINE
dietitian διαιτολόγος MEDICINE
difference limit όριο διαφοράς ENGINEERING
differential διαφορικός INDUSTRY / MATHEMATICS
differential alarm διαφορικός συναγερμός INDUSTRY
differential casing κιβώτιο, κουτί διαφορικού INDUSTRY
differential expansion high-high διαφορική διαστολή υψηλό με υψηλό INDUSTRY
differential expansion probe ανιχνευτής διαφορικής διαστολής INDUSTRY
differential manometer διαφορικό μανόμετρο INDUSTRY
differential phase relay ηλεκτρονόμος διαφορικής φάσης ELECTRICAL
differential pressure regulator ρυθμιστής διαφορικής πίεσης INDUSTRY
differential resistance διαφορική αντίσταση ELECTRICAL
differential temperature διαφορική θερμοκρασία INDUSTRY
differentiation διαφοροποίηση GENERAL
diffing ψάχνοντας για διαφορές I.T.
diffraction περίθλαση PHYSICS
diffuser διαχυτής GENERAL
digenic resistance διγονική αντοχή BIOLOGY
digestion πέψη BIOLOGY
digit word λέξη ψηφίου I.T.
digital computer ψηφιακός υπολογιστής I.T.
digital feedback suppression καταστολή με ψηφιακή ανάδραση / ανατροφοδότηση ACOUSTICS
digital gate ψηφιακή πύλη ELECTRONICS
digital signal processing επεξεργασία ψηφιακού σήματος ELECTRONICS
digital signal processor επεξεργαστής ψηφιακού σήματος ELECTRONICS
digital signature ψηφιακή υπογραφή I.T.
Digital Subscriber Line (DSL) ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή I.T.
digital transmission ψηφιακή μετάδοση TELECOMMUNICATIONS
Digital Video Disk (DVD) ψηφιακός βιντεοδίσκος, ψηφιακός (οπτικός) δίσκος βίντεο ELECTRONICS
Digitalis Δακτυλίτις PHARMACOLOGY
dihalogen-benzokinone διαλογονοβενζοκινόνη PHARMACOLOGY
dihydro… διϋδρο... CHEMISTRY
dilatation ρυθμός διόγκωσης ρευστού στοιχείου GENERAL
dilated cardiomyopathy (DCM) διατατική μυοκαρδιοπάθεια (ΔΜΚΠ) MEDICINE
dilation διαστολή, διεύρυνση, ρυθμός διόγκωσης ρευστού στοιχείου GENERAL
dilator διαστολέας MEDICINE
diluent αραιωτικό CHEMISTRY
dilution end-point οριακή αραίωση MEDICINE
dilutiοn αραίωση GENERAL
dimension διάσταση GENERAL
dimensional analysis διαστατική ανάλυση GENERAL
dimensional argument διαστατικό επιχείρημα GENERAL
dimensionless number αδιάστατος αριθμός MATHEMATICS
dimensionless parameter αδιάστατη παράμετρος MECHANICS
dinitrogen tetroxide N2O4 (NTO) τετροξείδιο του διαζώτου AEROSPACE / CHEMISTRY
diode δίοδος ELECTRONICS
dioxide διοξείδιο CHEMISTRY
dioxin διοξίvη CHEMISTRY
dioxo… διοξο... CHEMISTRY
dioxybenzone διοξυβενζόνη CHEMISTRY
dip πέφτω απότομα GENERAL
dipeptide διπεπτίδιο BIOLOGY
diphase διφασικός TELECOMMUNICATIONS
diphoneme διφώνημα PHONETICS
diphtheria διφθερίτιδα MEDICINE
diplegia διπληγία MEDICINE
diplexer διπλέκτης TELECOMMUNICATIONS
Diplococcus Διπλόκοκκος BIOLOGY
diploma δίπλωμα, τίτλος σπουδών EDUCATION
diplopia διπλωπία MEDICINE
direct address άμεση διεύθυνση LINGUISTICS
direct cost άμεσο κόστος ECONOMICS
direct current (DC) συνεχές ρεύμα ELECTRICAL
direct current panelboard πίνακας συνεχούς ρεύματος INDUSTRY
direct heat άμεση θερμότητα GENERAL
direct mapped cache κρυφή μνήμη άμεσης απεικόνισης / αντιστοίχησης I.T.
Direct Memory Access (DMA) Aπευθείας Πρόσβαση στη Μνήμη I.T.
direct sight compass πυξίδα άμεσης ανάγνωσης MEASUREMENT
direction κατεύθυνση GENERAL
directional κατευθυντικός GENERAL
directive οδηγία LAW
dirty bit δυφίο τροποποίησης I.T.
dirty file ακαθάριστο αρχείο I.T.
disability αναπηρία, ειδικές ανάγκες MEDICINE
disable all enhancements αδρανοποίηση / απενεργοποίηση όλων των βελτιώσεων I.T.
disarmament αφοπλισμός POLITICAL SCIENCE
disassemble αποσυναρμολογώ GENERAL
disassembly αποσυναρμολόγηση GENERAL
Disaster Recovery Plan (DRP) σχέδιο έκτακτης ανάγκης MANAGEMENT
disc clutch συμπλέκτης πολλαπλών δίσκων MECHANICS
discard if frozen απορρίψτε το αν έχει καταψυχθεί, απορρίψτε αν έχει καταψυχθεί PHARMACOLOGY
discharge παροχή, εκκένωση GENERAL
discharge nozzle ακροφύσιο εκροής INDUSTRY
discharge to industrial waste pit εκκένωση σε χώρο συλλογής βιομηχανικών αποβλήτων INDUSTRY
discharge velocity ταχύτητα εκροής INDUSTRY
disclaimer αποποίηση ευθυνών, παραίτηση από ευθύνη, περιορισμός ευθυνών LAW
disconnect αποσυνδέω GENERAL
disconnect clip κλιπ αποσύνδεσης ELECTRICAL
disconnect switch διακόπτης αποσύνδεσης ELECTRICAL
discontinuity ασυνέχεια GEOLOGY
discontinuity surface επιφάνεια ασυνέχειας / μετωπική επιφάνεια PHYSICS
discontinuous spread of disease ασυνεχής επέκταση ασθένειας MEDICINE
discopathy δισκοπάθεια MEDICINE
discounting προεξόφληση ECONOMICS
discourse λόγος, ομιλία LINGUISTICS
discourse analysis ανάλυση λόγου LINGUISTICS
discrete διάκριτος, διακριτός GENERAL
discriminant analysis διακριτική ανάλυση STATISTICS
discrimination function συνάρτηση διάκρισης MATHEMATICS
discriminator διευκρινιστής ELECTRONICS
disease ασθένεια, πάθηση MEDICINE
disease escape διαφυγή ασθένειας MEDICINE
disease gradient κλιμάκωση ασθένειας MEDICINE
disease management χειρισμός ασθένειας MEDICINE
disease potential δυνατότητα ασθένειας MEDICINE
disease scale κλίμακα ασθένειας MEDICINE
disease severity σοβαρότητα ασθένειας MEDICINE
disease standard diagram διαγραμματική κλίμακα ασθένειας MEDICINE
disease transmission μετάδοση ασθένειας MEDICINE
disengage αποσπώ GENERAL
disinfectant απολυμαντικός GENERAL
disinfection απολύμανση GENERAL
disinflation αντιπληθωρισμός ECONOMICS
disintegration διάσπαση GENERAL
disjoint selection ασυνεχής επιλογή I.T.
disjunction διάζευξη MATHEMATICS
disk δίσκος GENERAL
Disk cleaner Καθαρισμός δίσκου, Καθαριστής δίσκου I.T.
Disk Management διαχείριση δίσκων I.T.
DiskDefrag Ανασυγκρότηση δίσκου I.T.
dismantle αποσυναρμολογώ GENERAL
disodium salt δινάτριο άλας CHEMISTRY
disorder διαταραχή MEDICINE
disorder δυσλειτουργία PSYCHOLOGY
dispensing δοσομετρικός PHARMACOLOGY
disperse διασπείρομαι, διασκορπίζω GENERAL
dispersed cystic formations διάσπαρτα κυστικά μορφώματα MEDICINE
dispersion διασπορά, διασκεδασμός, διασκορπισμός GENERAL
dispersivity coefficient συντελεστής ικανότητας διασποράς OPTICS
displace εκτοπίζω GENERAL
displacement μετατόπιση, μετάθεση GENERAL
displacement thickness πάχος μετάθεσης AEROSPACE
Display Οθόνη I.T.
disposal απόρριψη GENERAL
disproportion δυσαναλογία GENERAL
disruption διάρρηξη GENERAL
dissect ανατέμνω BIOLOGY
dissection ανατομή BIOLOGY
dissemination of culture εξάπλωση των πολιτιστικών παραδόσεων SOCIAL SCIENCE
dissemination of information διάδοση πληροφοριών POLITICAL SCIENCE
dissidence αντίθεση προς το καθεστώς POLITICAL SCIENCE
dissociative διχαστικός PHARMACOLOGY
dissolution διάλυση GENERAL
dissolution of parliament διάλυση της Βουλής POLITICAL SCIENCE
dissolve διαλύω GENERAL
dissolved form διαλυμένη μορφή CHEMISTRY
dissolved substance διαλυμένη ουσία CHEMISTRY
dissymetry κακή συμμετρία GENERAL
distal απομακρυσμένος, άπω ANATOMY
distance απόσταση GENERAL
distance learning μάθηση εξ αποστάσεως I.T.
distillate Fuel Oil Forwarding Skid and Fuel Management Spool Piece πέλμα προώθησης καθαρού καυσίμου και πηνίο διαχείρισης καυσίμου INDUSTRY
distillation απόσταξη CHEMISTRY
distinction διάκριση GENERAL
distortion παραμόρφωση, στρέβλωση GENERAL
distributed capacitance κατανεμημένη χωρητικότητα ELECTRONICS
distributed DoS attack κατανεμημένη επίθεση άρνησης εξυπηρέτησης I.T.
distributed load κατανεμημένος φόρτος PHYSICS
distributed system κατανεμημένο σύστημα I.T.
distribution κατανομή, διανομή GENERAL
distribution business εμπορική επιχείρηση ECONOMICS
distribution cost κόστος διάθεσης ECONOMICS
distribution function συνάρτηση κατανομής PHYSICS
distribution switchboard πίνακας διανομής ELECTRICAL
distributive trade διανεμητικό εμπόριο ECONOMICS
district περιφέρεια LAW
disturbance διαταραχή, ενόχληση GENERAL
diuretic διουρητικός MEDICINE
diurnal ημερήσιος GENERAL
divergence απόκλιση MATHEMATICS
divergence free field πεδίο μηδενικής απόκλισης MATHEMATICS
divergence speed ταχύτητα απόκλισης AEROSPACE
diversification of exports διαφοροποίηση των εξαγωγών ECONOMICS
diverticulitis εκκολπωματίτις MEDICINE
diverticulum εκκόλπωμα BIOLOGY / MEDICINE
divider διαιρέτης GENERAL
division διαίρεση GENERAL
division into constituencies διαίρεση σε εκλογικές περιφέρειες LAW
divorce διαζύγιο LAW
diyl διυλ CHEMISTRY
dizziness ζάλη MEDICINE
DLAN - Drive Local Area Network DLAN - Τοπικό δίκτυο οδηγού I.T.
DLN II combustion system σύστημα καύσης DLN II INDUSTRY
DLX απλή αρχιτεκτονική ΚΜΕ για τη μελέτη σωλήνωσης I.T.
do not freeze μην το καταψύχετε, μην καταψύχετε PHARMACOLOGY
do not refrigerate δεν φυλάσσεται στο ψυγείο, μην το φυλάσσετε στο ψυγείο PHARMACOLOGY
dock τοποθέτηση, θέση σύνδεσης I.T.
doctor ιατρός, διδάκτωρ GENERAL
document έγγραφο, τεκμήριο GENERAL
document for discussion at a sitting έγγραφο συνεδρίασης MANAGEMENT
document window παράθυρο εγγράφου I.T.
documentary credit ενέγγυα πίστωση ECONOMICS
documentary reference recording βιβλιογραφική καταχώριση MANAGEMENT
documentation εγχειρίδια, τεκμηρίωση GENERAL
Doite (Troy) 1 Doite = 7 χιλιοστόγραμμα MEASUREMENT
dolor πόνος MEDICINE
domain τομέας I.T.
domain πεδίο ορισμού MATHEMATICS
dome θόλος ENGINEERING
Dome (Observatory) Θόλος (Αστεροσκοπείου) ASTRONOMY
domestic consumption εγχώρια κατανάλωση ECONOMICS
domestic trade εσωτερικό εμπόριο ECONOMICS
dominance επικράτηση GENERAL
dominant δεσπόζων, εξουσιαστής, επικρατών GENERAL
dominant hand κυρίαρχο χέρι MEDICINE
Domino Module Μονάδα Domino I.T.
donation δωρισμός, δωρεάν παροχή ECONOMICS
dongle υλικό κλειδί προστασίας λογισμικού I.T.
donor δότης MEDICINE
Doppler effect φαινόμενο Ντόπλερ PHYSICS
Dorado, Dor (constellation) Δοράς (αστερισμός) ASTRONOMY
dormancy breakage άρση ληθάργου BOTANY
dorsal ραχιαίος GENERAL
dorsum ράχη BIOLOGY
DoS/DDoS Attacks Επιθέσεις DoS/DDoS I.T.
dosage δοσολογία PHARMACOLOGY
dose δόση PHARMACOLOGY
dosimetry δοσιμετρία MEDICINE
dotted στικτός GENERAL
double ended motor διπλός κινητήρας INDUSTRY
double ended switchgear διπλό κιβώτιο ταχυτήτων INDUSTRY
double swing door διπλή πτερυγωτή πόρτα ENGINEERING
double taxation διπλή φορολογία ECONOMICS
double thread διπλό σπείρωμα MECHANICS
double-blind διπλή-τυφλή MEDICINE
double-click διπλό κλικ, κάνω διπλό κλικ, διπλή επικρότηση I.T.
double-dummy διπλό εικονικό φάρμακο MEDICINE
double-flow reheat turbine στρόβιλος αναθέρμανσης διπλής ροής INDUSTRY
double-sided spectrum διπλοπλευροζωνικό φάσμα, φάσμα διπλής πλευρικής ζώνης ASTRONOMY
dovetail slot ψαλιδωτή θυρίδα MECHANICS
dowel πείρος, συνδέω με οδηγητικό πείρο MECHANICS
dowel pin πείρος εντοπισμού MECHANICS
doweled με πείρο MECHANICS
down quark νετροκουώρκ PHYSICS
down ramp καθοδικό κεκλιμένο επίπεδο INDUSTRY
downdraught καθοδικό ρεύμα METEOROLOGY
downgrade υποβαθμίζω, υποβάθμιση I.T.
downgraded υποβαθμίζομαι I.T.
downlink κατερχόμενη ζεύξη / καθοδική ζεύξη AEROSPACE
download λήψη, καταφόρτωση I.T.
download SEM λήψη SEM I.T.
Downloading Γίνεται λήψη I.T.
downtime χρόνος βλάβης I.T.
downward rate of change of temperature καθοδικός ρυθμός μεταβολής της θερμοκρασίας PHYSICS
Draco, Dra (constellation) Δράκων (αστερισμός) ASTRONOMY
draft ελκυσμός, βύθισμα GENERAL
drag αντίσταση, μεταφορά PHYSICS
drag coefficient συντελεστής αντίστασης AEROSPACE
drag-and-drop μεταφορά και απόθεση, οθονούλκηση και άφεση, έλκυση και άφεση I.T.
drain (v.) διοχετεύω, απομακρύνω, στραγγίζω GENERAL
drain cable καλώδιο αποστράγγισης INDUSTRY
drain pot δοχείο αποστράγγισης INDUSTRY
drain tank δεξαμενή αποστράγγισης INDUSTRY
drain valve port θύρα βαλβίδας αποστράγγισης INDUSTRY
drainage παροχέτευση, αποστραγγιστικά έργα GENERAL
dram δράμι, φαρμακευτική δραχμή MEASUREMENT
draw σύρω GENERAL
draw bolt κοχλίας διέλκυσης MECHANICS
draw out αποσύρω GENERAL
drawing σχεδίαση, σχεδιασμός ENGINEERING
drawing areas περιοχές σχεδίου ENGINEERING
drawing files αρχεία σχεδίου I.T.
drawing title τίτλος σχεδίου ENGINEERING
drawing up of the budget κατάρτιση του προϋπολογισμού ECONOMICS
drawtube οπτικός σωλήνας MECHANICS
dredging βυθοκόρηση INDUSTRY
dressing επίδεσμος, επίδεση MEDICINE
drill bit λεπίδα τρυπανιού TOOLS
drill chuck σφιγκτήρας τρυπανιού TOOLS
drinking water πόσιμο νερό GENERAL
drip leg σκέλος σταξίματος INDUSTRY
drip proof προστατευμένο από σταλαγμούς INDUSTRY
drive mapping (map drive) αντιστοίχηση μονάδας (δίσκου), απεικόνιση οδηγού (δίσκου) I.T.
driven κινούμενος, οδηγούμενος, -ήλατος GENERAL
driver οδηγός I.T.
Drives Μονάδες δίσκου, Οδηγοί δίσκου I.T.
driving licence άδεια οδήγησης LAW
driving mechanism σύστημα οδήγησης MECHANICS
drizzle ψεκάδες METEOROLOGY
droop κρέμασμα GENERAL
drop off depot υπηρεσία διάθεσης τοξικών αποβλήτων INDUSTRY
drop packet απόρριψη πακέτου I.T.
drop-down list, drop down list ανατπυσσόμενος κατάλογος / αναπτυσσόμενη λίστα, καταπίπτων κατάλογος, κατεκδιπλούμενος κατάλογος I.T.
droplet σταγονίδιο PHYSICS
dropping πτώση GENERAL
drowning πνιγμός MEDICINE
drug φάρμακο PHARMACOLOGY
drum τύμπανο GENERAL
drum-type boiler λέβητας τύπου τυμπάνου INDUSTRY
dry adiabatic lapse rate (DALR) ξηρή (κατακόρυφη) αδιαβατική θερμοβαθμίδα METEOROLOGY
drying turbine generator windings περιελίξεις γεννήτριας ξηραντικού στροβίλου INDUSTRY
dual διπλό GENERAL
dual nationality διπλή ιθαγένεια LAW
dual stage gas generator γεννήτρια αερίων δύο φάσεων INDUSTRY
duct αγωγός, σωλήνωση GENERAL
ducted cooler ψυγείο εντός αγωγού INDUSTRY
ducted oil cooler ψυγείο ελαίου εντός αγωγού INDUSTRY
ductile όλκιμος, ελατός, ελάσιμος MECHANICS
ductile iron ελατός σίδηρος METALLURGY
ductility ολκιμότητα, ελατότητα, ελασιμότητα MECHANICS
ducting system colocation συνεγκατάσταση σε συστήματα αγωγών TELECOMMUNICATIONS
due to the proven sole default of που οφείλεται αποδεδειγμένα και αποκλειστικά LAW
dull αμβλύς GENERAL
dulness αμβλύτητα GENERAL
dummy load τεχνητό φορτίο MECHANICS
dump μεταποθήκευση, μεταποθηκεύω INDUSTRY
dump valve ταχεία εκκένωση INDUSTRY
dumping απόρριψη INDUSTRY
Dunciad Ηλιθιάδα (ενός κόσμου μειωμένου σε Καθαρή Ηλιθιότητα) PSYCHOLOGY
duodenal δωδεκαδακτυλικός MEDICINE
duodenum δωδεκαδάκτυλο MEDICINE
Duplicate files finder Εύρεση διπλότυπων αρχείων I.T.
duplication διπλασιασμός GENERAL
duration διάρκεια GENERAL
duration of sunshine διάρκεια ηλιοφάνειας METEOROLOGY
durational effect αποτέλεσμα / επίδραση διάρκειας LINGUISTICS
dusk σούρουπο PHYSICS
dust κονιορτός GENERAL
dust cup κύπελλο σκόνης INDUSTRY
dustdevil κονιορτοστρόβιλος METEOROLOGY
duty imposed by law / contract ενοχή, υποχρέωση LAW
dye χρωστική GENERAL
dynamic allocation δυναμική καταχώριση, δυναμικός καταμερισμός, δυναμική κατανομή I.T.
dynamic equilibrium δυναμική ισορροπία PHYSICS
dynamic pressure δυναμική πίεση PHYSICS
dynamic programming δυναμικός προγραμματισμός I.T.
Dynamic random access memory (DRAM) δυναμική μνήμη τυχαίας πρόσβασης / προσπέλασης I.T.
dynamic range δυναμική περιοχή GENERAL
dynamic similarity δυναμική ομοιότητα MECHANICS
dynamic time δυναµικός χρόνος I.T.
dynamic time warping δυναμική χρονική στρέβλωση I.T.
dynamic urethral pressure δυναμική προφιλομετρία MEDICINE
dynamic viscosity δυναμικό ιξώδες PHYSICS
dynamics δυναμική PHYSICS
dynamo δυναμό ELECTRICAL
dynamometer δυναμόμετρο TOOLS
dyne δύνη MEASUREMENT
dysarthria δυσαρθρία MEDICINE
dyschezia δυσχεσία MEDICINE
dysentery δυσεντερία MEDICINE
dysfluent δύστοκος MEDICINE
dyslalia δυσλαλία MEDICINE
dyslexia δυσλεξία MEDICINE
dyspepsia δυσπεψία MEDICINE
dysphagia δυσφαγία MEDICINE
dysphonia δυσφωνία MEDICINE
dysplasia δυσπλασία MEDICINE
dyspnea δύσπνοια MEDICINE
dyspraxia δυσπραξία MEDICINE
dystrophy δυστροφία MEDICINE
dysuria δυσουρία MEDICINE
EAEC Decision απόφαση ΕΚΑΕ LAW
EAEC Supply Agency Οργανισμός Εφοδιασμού ΕΚΑΕ LAW
EAGGF ΕΓΤΠΕ MANAGEMENT
EAGGF Guarantee Section ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων MANAGEMENT
EAGGF Guidance Section ΕΓΤΠΕ-τμήμα Προσανατολισμού MANAGEMENT
ear αυτί ANATOMY
eardrum ακουστικό τύμπανο ANATOMY
early election πρόωρες εκλογές POLITICAL SCIENCE
Earth Γη, 3ος πλανήτης από τον ήλιο ASTRONOMY
earth cable καλώδιο γείωσης ELECTRICAL
earth ground γείωση ELECTRICAL
earth radius μέση ακτίνα της γης: 1 RE = 6371.2 χλμ. περίπου ASTROPHYSICS
earth rotation angle γωνία περιστροφής της γης ASTROPHYSICS
earthquake σεισμός PHYSICS
earth-sensor φωτοευαίσθητη δίοδος που αναζητά την κατεύθ. της γης MEASUREMENT
earthshine γαιόφως ASTROPHYSICS
east ανατολή GENERAL
Eastern Daylight Time (EDT) χρονική ζώνη Eastern Daylight Time MEASUREMENT
Eastern Europe Ανατολική Ευρώπη GENERAL
Eastern Standard Time (EST) χρονική ζώνη Eastern Standard Time MEASUREMENT
East-West trade εμπορικές συναλλαγές Ανατολής-Δύσης ECONOMICS
Easytronic automated manual transmission αυτοματοποιημένο μηχανικό κιβώτιο INDUSTRY
eavesdropping κρυφάκουσμα LAW
ebb άμπωτη, ρηχία PHYSICS
EC Association Council συμβούλιο σύνδεσης ΕΚ LAW
eccentric έκκεντρος, μη κυκλικός, ελλειπτικός (για τροχιά) ASTROPHYSICS
eccentricity διαφορά μεταξύ δύο εστιών μιας έλλειψης, εκκεντρότητα PHYSICS
eccentricity probe ανιχνευτής εκκεντρότητας PHYSICS
echinococcus εχινόκοκκος MEDICINE
echo ηχώ ACOUSTICS
echo analysis αναλύσεις ηχών ACOUSTICS
echo cancelation ακύρωση ηχούς ACOUSTICS
echocardiogram (Echo) ηχοκαρδιογράφημα (ΗΧΟ) MEDICINE
eclampsia εκλαμψία MEDICINE
eclipse έκλειψη PHYSICS
eclipse path μονοπάτι έκλειψης ASTRONOMY
ecliptic εκλειπτικός ASTROPHYSICS
ecological balance οικολογική ισορροπία ECOLOGY
ecologism οικολογική θεωρία ECOLOGY
ecology οικολογία ECOLOGY
e-commerce security ασφάλεια ηλεκτρονικού επιχειρείν ECONOMICS
econometrics οικονομετρία ECONOMICS
economic aggregate οικονομικά μεγέθη ECONOMICS
economic aid οικονομική βοήθεια ECONOMICS
economic concentration οικονομική συγκέντρωση ECONOMICS
economic conditions οικονομικές συνθήκες ECONOMICS
economic convergence οικονομική σύγκλιση ECONOMICS
economic cooperation οικονομική συνεργασία ECONOMICS
economic cycle οικονομικός κύκλος ECONOMICS
economic development οικονομική ανάπτυξη ECONOMICS
economic discrimination οικονομικές διακρίσεις ECONOMICS
economic disparity οικονομικές ανισότητες ECONOMICS
economic growth οικονομική μεγέθυνση ECONOMICS
economic life οικονομική ζωή ECONOMICS
economic offence οικονομικό έγκλημα ECONOMICS
economic support οικονομική υποστήριξη ECONOMICS
economic survey οικονομική έρευνα ECONOMICS
economic take-off οικονομική απογείωση ECONOMICS
economic tradeoff οικονομικός συμβιβασμός ECONOMICS
economies of scale οικονομία κλίμακας ECONOMICS
economizer οικονομητήρας ECONOMICS
economy οικονομία ECONOMICS
ecosystem οικοσύστημα ECOLOGY
ECSC aid ενισχύσεις ΕΚΑΧ ECONOMICS
ECSC general Decision γενική απόφαση ΕΚΑΧ LAW
ECSC individual Decision ατομική απόφαση ΕΚΑΧ LAW
ectopic έκτοπος MEDICINE
ectopic beat (EB) έκτακτη συστολή (ΕΣ) MEDICINE
eczema έκζεμα MEDICINE
eddy διατάραξη, δίνη, στροβιλισμός PHYSICS
eddy currents ρεύματα δίνης, ρεύματα Foucault PHYSICS
eddy velocity ταχύτητα δίνης PHYSICS
edge απόληξη, μέτωπο GENERAL
edit επεξεργασία GENERAL
edit menu μενού επεξεργασία I.T.
editing επέμβαση GENERAL
education παιδεία EDUCATION
education costs κόστος της εκπαίδευσης EDUCATION
education of foreigners εκπαίδευση για αλλοδαπούς EDUCATION
educational administration διοίκηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων EDUCATION
educational institution εκπαιδευτικό ίδρυμα EDUCATION
effect αποτέλεσμα, επενέργεια, επίπτωση, επίδραση GENERAL
effect of corona φαινόμενο στέμματος ELECTRICAL
effect on trade between Member States επίπτωση στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ECONOMICS
effective address ενεργή διεύθυνση I.T.
effective area δρώσα επιφάνεια ENGINEERING
effectiveness αποτελεσματικότητα GENERAL
effects doctrine θεωρία των αποτελεσμάτων LAW
efferent απαγωγός, φυγόκεντρος MEDICINE
efferent nerve φυγόκεντρο νεύρο MEDICINE
efficiency απόδοση GENERAL
effusion εξίδρωση CHEMISTRY
EFTA ΕΖΕΣ ECONOMICS
EFTA countries χώρες της ΕΖΕΣ ECONOMICS
EFTA Surveillance Authority (ESA) Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ (ΕΑΕ) ECONOMICS / LAW
ego εγώ PSYCHOLOGY
egocentric εγωκεντρικός PSYCHOLOGY
egoism εγωϊσμός PSYCHOLOGY
EGV - Exit Guide Vanes EGV - οδηγά πτερύγια εξόδου AEROSPACE
EHC - Electro Hydraulic Control EHC - ηλεκτροϋδραυλικός έλεγχος INDUSTRY
E-interventricular septum distance απόσταση Ε-μεσοκοιλιακού διάφραγμα MEDICINE
ejaculation εκσπερμάτωση MEDICINE
ejection fraction (EF) κλάσμα εξώθησης (ΚΕ) MEDICINE
ejection seat εκτινασσόμενο κάθισμα AEROSPACE
ejection time (ET) χρόνος εξώθησης (ΧΕ) MEDICINE
elastic constant ελαστική σταθερά PHYSICS
elastic limit όριο ελαστικότητας PHYSICS
elastic modulus μέτρο ελαστικότητας MECHANICS
elasticity ελαστικότητα MECHANICS
e-learning systems συστήματα ηλεκτρονικής μάθησης, συστήματα ηλ-μάθησης I.T.
elecromagnetic spectrum ηλεκτρομαγνητικό φάσμα PHYSICS
election εκλογές POLITICAL SCIENCE
election financing εκλογική χρηματοδότηση POLITICAL SCIENCE
electodialysis ηλεκτροδιύλυση CHEMISTRY
electoral law εκλογικό δίκαιο LAW
electorate εκλογικό σώμα LAW
electret ηλεκτρίτης ELECTRONICS
electric acceleration ηλεκτρική επιτάχυνση ELECTRICAL
electric bar set or reinforced bar cage ηλεκτρικό σετ ράβδων ή ενισχυμένος κλωβός ράβδων ELECTRICAL
electric charge ηλεκτρικό φορτίο ELECTRICAL
electric current ηλεκτρικό ρεύμα ELECTRICAL
electric induction ηλεκτρομαγνητική επαγωγή ή ηλεκτρική επαγωγή ELECTRICAL
electric motor driven pump ηλεκτροκίνητη αντλία ELECTRICAL
electric potential ηλεκτρικό δυναμικό ELECTRICAL
electric propulsion ηλεκτροπρόωση ELECTRICAL
electrical ηλεκτρικό ELECTRICAL
electrical and control building κτίριο ηλεκτρικών συστημάτων και ελέγχου INDUSTRY
electrical auxiliaries ηλεκτρικές βοηθητικές εγκαταστάσεις ELECTRICAL
electrical clearances ηλεκτρικές αποστάσεις ασφαλείας ELECTRICAL
electrical conductance ηλεκτρική αγωγιμότητα ELECTRICAL
electrical conduit arrangements διατάξεις ηλεκτρικών αγωγών ELECTRICAL
electrical control connections ηλεκτρικές συνδέσεις ελέγχου ELECTRICAL
electrical control equipment ηλεκτρικός εξοπλισμός ελέγχου ELECTRICAL
electrical device data δεδομένα ηλεκτρικών συσκευών ELECTRICAL
electrical diagram ηλεκτρικό διάγραμμα ELECTRICAL
electrical energy ηλεκτρική ενέργεια ELECTRICAL
electrical gas turbine package connection σύνδεση πακέτου ηλεκτρικού αεριοστρόβιλου ELECTRICAL
electrical insulation ηλεκτρική μόνωση ELECTRICAL
electrical resistance ηλεκτρική αντίσταση ELECTRICAL
electrical runout ηλεκτρική διαφυγή ELECTRICAL
electrical shock ηλεκτροπληξία ELECTRICAL
electrical wiring diagram-turbine ηλεκτρικό διάγραμμα καλωδίωσης-στρόβιλος ELECTRICAL
electricity supply ηλεκτροφωτισμός ELECTRICAL
electrocardiogram (ECG) (EKG) ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) MEDICINE
electrocardiographic stress test (EST) ηλεκτροκαρδιογραφική δοκιμασία κοπώσεως (ΗΔΚ) MEDICINE
electrochemistry ηλεκτροχημεία CHEMISTRY
electrode ηλεκτρόδιο ELECTRICAL
electrohydraulic servo valve ηλεκτροϋδραυλική σερβοβαλβίδα INDUSTRY
electrolyte ηλεκτρολύτης CHEMISTRY
electromagnetic ηλεκτρομαγνητικός PHYSICS
electromagnetic compatibility (EMC) ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα (ΗΜΣ) PHYSICS
Electromagnetic Countermeasures (ECM) ηλεκτρομαγνητικά αντίμετρα MILITARY
electromagnetic disturbance ηλεκτρομαγνητική διαταραχή PHYSICS
electromagnetic effect ηλεκτρομαγνητικό φαινόμενο PHYSICS
electromagnetic environment ηλεκτρομαγνητικό περιβάλλον TELECOMMUNICATIONS
electromagnetic induction ηλεκτρομαγνητική επαγωγή ELECTRICAL
electromagnetic radiation (EMR) ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία ELECTRICAL
electromagnetic signal interference παρεμβολή ηλεκτρομαγνητικού σήματος ELECTRICAL
electromagnetic wave ηλεκτρομαγνητικό/ερτζιανό κύμα PHYSICS
electromechanical shop ηλεκτρομηχανικό συνεργείο INDUSTRY
electrometallurgy ηλεκτρομεταλλουργία METALLURGY
electron beam δέσμη ηλεκτρονίων PHYSICS
electron beam tomography (EBT) τομογραφία δέσμης ηλεκτρονίων MEDICINE
electron gun ηλεκτρονικό πυροβόλο PHYSICS
electron volts ηλεκτρονιοβόλτ PHYSICS
electronic component ηλεκτρονικό εξάρτημα ELECTRONICS
electronic equipment ηλεκτρονικός εξοπλισμός ELECTRONICS
electronics ηλεκτρονική ELECTRONICS
electrophysiological study (EPS) ηλεκτροφυσιολογική μελέτη (ΗΦΜ) MEDICINE
electroscope ηλεκτροσκόπιο ELECTRICAL
electroshock ηλεκτροσόκ MEDICINE / PSYCHOLOGY
electrotechnology ηλεκτροτεχνία INDUSTRY
electrotherapy ηλεκτροθεραπεία MEDICINE
element στοιχείο GENERAL
elementary στοιχειώδες GENERAL
elementary stream στοιχειώδης ροή I.T.
elevating mechanism ανυψωτικός μηχανισμός INDUSTRY
elevation ανύψωση, υψόμετρο, γωνιακή μέτρηση ύψους ENGINEERING
elevation of privileges προαγωγή δικαιωμάτων I.T.
elevator ανελκυστήρας INDUSTRY
eliminate εξαλείφω GENERAL
elimination εξάλειψη GENERAL
elixir ελιξήριο MEDICINE
elliptic orbit ελλειπτική τροχιά ASTROPHYSICS
elliptical ελλειπτικός GENERAL
elliptocytes ελλιπτοκύτταρα MEDICINE
elongation αποχή, επιμήκυνση GENERAL
e-mail ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ηλ-ταχυδρομείο I.T.
email address διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου I.T.
email client εφαρμογή / πελάτης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου I.T.
e-mail snooping υποκλοπή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας I.T.
emancipation χειραφεσία POLITICAL SCIENCE
embassy πρεσβεία LAW
embedded ενσωματωμένος GENERAL
embedded object ενσωματωμένο αντικείμενο I.T.
embedded piping ενσωματωμένη σωλήνωση INDUSTRY
embedding εμπέδωση GENERAL
embolism εμβολή MEDICINE
embrittlement ψαθυροποίηση GENERAL
embryo έμβρυo MEDICINE
embryology εμβρυολογία MEDICINE
emergence ανάδυση GENERAL
emergency aid επείγουσα βοήθεια GLOBAL HEALTH
emergency diesel generator ντιζελογεννήτρια εκτάκτου ανάγκης INDUSTRY
emergency generator γεννήτρια ανάγκης INDUSTRY
emergency overspeed-trip ασφαλειοδιακόπτης υπερτάχυνσης εκτάκτου ανάγκης INDUSTRY
emergency trip relays ηλεκτρονόμοι ασφαλειοδιακόπτη εκτάκτου ανάγκης INDUSTRY
emery grades διαβαθμίσεις σμύριδας INDUSTRY
emery paper σμυριδόχαρτο INDUSTRY
emetic εμετικός MEDICINE
emetine εμετίνη MEDICINE
emf - Electro Motor Force ηλεκτροκινητική δύναμη (emf) ELECTRICAL
emigration αποδημία DEMOGRAPHY
emission coefficient συντελεστής εκπομπής PHYSICS
emitter εκπομπός, πομπός GENERAL
emitter and receiver πομπός και δέκτης GENERAL
emphasis έμφαση GENERAL
emphatic εμφαντικός GENERAL
emphysema εμφύσημα MEDICINE
empirical model εμπειρικό ομοίωμα I.T.
employer εργοδότης ECONOMY
employment aid ενισχύσεις για την απασχόληση LAW
Empty Recycle Bin Άδειασμα του Κάδου Ανακύκλωσης I.T.
emulsion γαλάκτωμα CHEMISTRY
emulsion tube θάλαμος εξαέρωσης INDUSTRY
enable bidirectional support ενεργοποίηση υποστήριξης αμφίδρομης επικοινωνίας I.T.
enabler πρόγραμμα ανάπτυξης, μέσο / φορέας υλοποίησης / ανάπτυξης I.T.
enabling regulation εξουσιοδοτικός κανονισμός LAW
enamel αδαμαντίνη, σμάλτο GENERAL
Encapsulating Security Payload (ESP) πρωτόκολλο ESP, φορτίο ασφαλείας ενθυλάκωσης I.T.
encephalopathy εγκεφαλοπάθεια MEDICINE
enclosed περικλείεται GENERAL
enclosure περίβλημα GENERAL
enclosure arrangement διάταξη περιβλήματος INDUSTRY
encoder κωδικοποιητής GENERAL
encoding κωδικοποίηση I.T.
encryption κρυπτογράφηση I.T.
end item τελικό εξάρτημα GENERAL
End Of Life (EOL) τέλος υποστήριξης (προϊόντος) I.T.
end of observation period τέλος περιόδου παρακολούθησης MEDICINE
end shell assembly & disassembly περιφερικομετωπική συναρμολόγηση & αποσυναρμολόγηση INDUSTRY
end shields προστατευτικό κάλυμμα INDUSTRY
end turns τελικές καμπές ELECTRICAL
end user τελικός χρήστης I.T.
end user license agreement (EULA) άδεια χρήσης τελικού χρήστη I.T.
end-diastolic diameter τελοδιαστολική διάμετρος MEDICINE
end-diastolic pressure (EDP) τελοδιαστολική πίεση (ΤΔΠ) MEDICINE
end-diastolic volume (EDV) τελοδιαστολικός όγκος (ΤΔΟ) MEDICINE
endemic disease ενδημική ασθένεια MEDICINE
endless ατέρμονο, ατελείωτο GENERAL
endocrine ενδοκρινής MEDICINE
endocrinologist ενδοκρινολόγος MEDICINE
endogamy ενδογαμία SOCIAL SCIENCE
endogenous ενδογενής BIOLOGY
endometriosis ενδομητρίωση MEDICINE
endometrium ενδομήτριο MEDICINE
endomyocardial biopsy (EMB) ενδομυοκαρδιακή βιοψία (ΕΜΒ) MEDICINE
endopelvic ενδοπυελικός MEDICINE
endorphin ενδορφίνη MEDICINE
endoscope ενδοσκόπιο MEDICINE
endoscopy ενδοσκόπηση MEDICINE
endothelial ενδοθηλιακός MEDICINE
endothelium ενδοθήλιο MEDICINE
endpoint detection αναζήτηση άκρων I.T.
end-systolic diameter τελοσυστολική διάμετρος MEDICINE
end-systolic murmur (ESM) τελοσυστολικό φύσημα (ΤΣΦ) MEDICINE
end-systolic pressure (ESP) τελοσυστολική πίεση (ΤΣΠ) MEDICINE
end-systolic volume (ESV) τελοσυστολικός όγκος (ΤΣΟ) MEDICINE
end-to-end από άκρο σε άκρο I.T.
end-to-end packet διατερματικό πακέτο I.T.
end-to-end solutions λύσεις από άκρη σε άκρη, ολοκληρωμένες λύσεις I.T.
endurance αντοχή GENERAL
endurance fatigue strength αντοχή σε κόπωση (για πεπερασμένο αριθμό κύκλων) MECHANICS
endurance limit αντοχή σε κόπωση (για άπειρο αριθμό κύκλων) MECHANICS
enema υποκλυσμός, κλύσμα MEDICINE
energetic particle ενεργητικό μόριο PHYSICS
energy ενέργεια ENERGY
energy balance ισοζύγιο ενέργειας ENERGY
energy consumption κατανάλωση ενέργειας ENERGY
energy conversion μετατροπές ενέργειας ENERGY
energy crisis ενεργειακή κρίση ENERGY
energy demand ζήτηση ενέργειας ENERGY
energy distribution διανομή ενέργειας ENERGY
energy grade line γραμμή ενέργειας ENERGY
energy gradient κλίση ενέργειας ENERGY
energy law δίκαιο της ενέργειας LAW
energy loss απώλεια ενέργειας ENERGY
energy removal αφαίρεση ενέργειας ENERGY
energy saving εξοικονόμηση ενεργείας ENERGY
enforcement of ruling εκτέλεση της απόφασης LAW
engine κινητήρας, μηχανή, ωθητήρας MECHANICS
engine cylinder κυλίνδρος κινητήρα MECHANICS
enhance βελτιώνω, εμπλουτίζω GENERAL
enhancements βελτιώσεις GENERAL
enjoyment επικαρπία GENERAL
enkephalin εγκεφαλίνη MEDICINE
enlargement μεγέθυνση GENERAL
enlargement of the European Union διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης EUROPEAN UNION
enlarger μεγεθυντής GENERAL
enrollment εγγραφή GENERAL
enstrophy ενστροφία PHYSICS
enteropathy εντεροπάθεια MEDICINE
enterovenous εντεροφλεβικός MEDICINE
enthalpy ενθαλπία PHYSICS
entrance είσοδος GENERAL
entry καταχώρηση I.T.
entry inlet οπή εισόδου INDUSTRY
entry time χρόνος εισόδου AEROSPACE
enumeration απαρίθμηση I.T.
enuresis ενούρηση MEDICINE
envelop περιβάλλω, περικυκλώνω, (περι) τυλίγω GENERAL
envelope περιάνθιο, περιβάλλουσα, περίβλημα, φάκελος GENERAL
environment περιβάλλον GENERAL
environmental flow περιβαλλοντική ροή ECOLOGY
environmental law δίκαιο του περιβάλλοντος LAW
enzyme ένζυμο BIOLOGY
eosinophils ηωσινόφιλα BIOLOGY
EP Committee επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου LAW
ephedrine εφεδρίνη PHARMACOLOGY
ephemeris κατάλογος θέσεων ουράνιων σωμ. ηλιακού συστήματος ASTRONOMY
ephemeris time μέτρηση χρόνου από τροχιακές κινήσεις (απαρχαιωμένο) ASTRONOMY / MEASUREMENT
epicardium επικάρδιο MEDICINE
epicycle επίκυκλος ASTRONOMY
epidemic επιδημικός, επιδημία MEDICINE
epidemic disease επιδημική ασθένεια MEDICINE
epidemiology επιδημιολογία DEMOGRAPHY / MEDICINE
epidermis επιδερμίδα MEDICINE
epigastrium επιγάστριο ANATOMY / MEDICINE
epiglottis επιγλωττίδα MEDICINE
epilation αποτρίχωση MEDICINE
epilepsy επιληψία MEDICINE
epinephrine επινεφρίνη MEDICINE
episode επεισόδιο GENERAL
epithelial επιθηλιακός BIOLOGY
epithelium επιθήλιο BIOLOGY
epitope επίτοπο MEDICINE
epoch χρονική στιγμή επιλεγεμένη αυθαίρετα ως σημείο αναφοράς GENERAL
epoxy paint εποξυ-χρώμα INDUSTRY
equal pay ισότητα αποδοχών LAW
equal spaced σε ίσα διαστήματα I.T.
equal treatment ίση μεταχείριση LAW
equalisation ισοπέδωση (αδιαφορία κατά τον Luria, καταστροφή του Εγώ) PSYCHOLOGY
equality before the law ισότητα έναντι του νόμου LAW
equalization line γραμμή εξισορρόπησης ENGINEERING
equation εξίσωση MATHEMATICS
equation of continuity εξίσωση ενέργειας MATHEMATICS
equation of motion εξίσωση κίνησης MATHEMATICS
equation of the equinoxes εξίσωση του ισημερινού σημείου MEASUREMENT
equator ισημερινός TOPOLOGY
equatorial bulge ισημερινό εξόγκωμα TOPOLOGY
equatorial mounting ισημερινή στήριξη ASTRONOMY
equatorial orbit τροχιά στο επίπεδο του ισημερινού AEROSPACE
equidae ιππίδες BIOLOGY
equidistant ισαπέχων GENERAL
equilateral ισόπλευρος MATHEMATICS
equilibration ισορρόπηση GENERAL
equilibrium ισορροπία GENERAL
equinox ισημερία ASTROPHYSICS
equipment εξοπλισμός GENERAL
equipment cost κεφαλαιουχικό κόστος ECONOMICS
equipotential line ισοδυναμική γραμμή PHYSICS
equipotential surface ισοδυναμική επιφάνεια PHYSICS
equivalence of diplomas ισοτιμία τίτλων σπουδών EDUCATION
equivalent ισοδύναμος GENERAL
equivalent roughness ισοδύναμη τραχύτητα MECHANICS
equivalent stress ισοδύναμη τάση (τάση Von Mises) MECHANICS
Equuleus, Equ (constellation) Ιππάριον (αστερισμός) ASTRONOMY
erect image ορθό είδωλο OPTICS
erection στύση, όρθωση GENERAL
erection instructions οδηγίες συναρμολόγησης GENERAL
ergonomics εργονομία INDUSTRY
ergotic εργοδικό BOTANY
Eridanus, Eri (constellation) Ηριδανός (αστερισμός) ASTRONOMY
erismatura ερεισμάτουρος BIOLOGY
erode διαβρώνω GENERAL
erosion διάβρωση GENERAL
error σφάλμα, παρέκκλιση GENERAL
error code κωδικός σφάλματος I.T.
error modes and effects analysis ανάλυση καταστάσεων σφάλματος και επιδράσεων GENERAL
eruption εξάνθημα, εξάνθηση MEDICINE
erythrocyte ερυθροκύτταρο MEDICINE
Erythrocyte Sedimentation Rate (ESR) ταχήτητα καθίζεως ερυθρών (ΤΚΕ) MEDICINE
escalator κυλιόμενη σκάλα GENERAL
escape διαφυγή GENERAL
escape character χαρακτήρας διαφυγής I.T.
escape tower θάλαμος διαφυγής AEROSPACE
escape velocity ταχύτητα διαφυγής AEROSPACE
escapement μηχανισμός διαφυγής MECHANICS
establishing condenser vacuum & steam seals δημιουργία σφραγίσεων κενού & ατμού συμπυκνωτή INDUSTRY
establishment κατάστημα ECONOMICS
ester εστέρας CHEMISTRY
esthetics αισθητική GENERAL
estimated data κατ' εκτίμηση δεδομένα GENERAL
estimated excitation "V" curves κατ' εκτίμηση καμπύλες "V" διέγερσης PHYSICS
estimated saturation and synchronous impedance curve κατ' εκτίμηση καμπύλη κορεσμού και σύγχρονης σύνθετης αντίστασης INDUSTRY
ETD - Electrical Trip Devices ETD - ηλεκτρικές συσκευές με ασφαλειοδιακόπτη INDUSTRY
etesian winds ετήσιοι άνεμοι/μελτέμια METEOROLOGY
ethane αιθάνιο CHEMISTRY
ethanol αιθανόλη CHEMISTRY
ether αιθέρας CHEMISTRY
ethnology εθνολογία SOCIAL SCIENCE
ethyl αιθύλιο CHEMISTRY
ethyl ester αιθυλεστέρας CHEMISTRY
ethyl group αιθυλομάδα CHEMISTRY
ethyl… αιθυλ... CHEMISTRY
ethylene αιθυλένιο CHEMISTRY
eunuch ευνούχος GENERAL
euphoria ευφορία PSYCHOLOGY
euro ευρώ ECONOMICS
Eurobond ευρωπαϊκό ομολογιακό δάνειο ECONOMICS
Eurocommunism ευρωκομμουνισμός POLITICAL SCIENCE
Eurocontrol Eurocontrol AEROSPACE
Eurocredit ευρωπίστωση ECONOMICS
Eurocurrency ευρωνόμισμα ECONOMICS
Eurodollar ευρωδολάριο ECONOMICS
Eurogroup (NATO) ευρωομάδα (NATO) LAW
Euromarket ευρωπαϊκή χρηματαγορά ECONOMICS
Europe agreements ευρωπαϊκές συμφωνίες LAW
European Association of Development, Research and Training Institutes Ιδρυμα Μεσογειακών Μελετών LAW
European Association of National Productivity Centres Ευρωπαϊκή Ένωση των Εθνικών Κέντρων Παραγωγικότητας LAW
European Communities Ευρωπαϊκές Κοινότητες LAW
European cooperation ευρωπαϊκή συνεργασία LAW
European Council Ευρωπαϊκό Συμβούλιο LAW
European Court of Auditors Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο LAW
European Court of Human Rights Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου LAW
European Economic Area (EEA) Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος (ΕΟΧ) ECONOMICS
European election ευρωπαϊκές εκλογές POLITICAL SCIENCE
European legal area ευρωπαϊκός δικαστικός χώρος LAW
European Monetary Cooperation Fund Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας ECONOMICS
European schools Ευρωπαϊκά Σχολεία EDUCATION
European Space Agency (ESA) Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (ΕΟΔ) AEROSPACE
European undertaking ευρωπαϊκή επιχείρηση LAW
Euroright Ευρωπαϊκή Δεξιά POLITICAL SCIENCE
Eurospace Μη κερδοσκοπική βιομηχανική ένωση με έδρα το Παρίσι AEROSPACE
eustachian tube ευσταχιανή σάλπιγγα MEDICINE
euthanasia ευθανασία LAW
eutrophication ευτροφισμός ECOLOGY
evacuation εκκένωση GENERAL
evaluation of resources αξιολόγηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων MANAGEMENT
evaporation εξάτμιση PHYSICS
evaporation fog ομίχλη εξάτμισης METEOROLOGY
evaporator εξατμιστής, εξατμιστήρας, βραστήρας INDUSTRY
evaporimeter εξατμισόμετρο MEASUREMENT
event γεγονός GENERAL
evolution εξέλιξη GENERAL
exa (Ε) - (prefix) έξα (πρόθεμα) - π.χ.: εξάμετρο GENERAL
exabit μονάδα δεδομένων συντετμημένη σαν Ebit ή Eb =1018 bits I.T.
exabyte (ΕΒ) 1 εξάκις εκατομμύριο bytes = 1018 ΕΒ, (ΗΠΑ) ή 260 ΕΒ I.T.
exahertz 1018 ή 1 εξάκις εκατομμύριο χερτζ (συχνότητα) PHYSICS
examination εξέταση GENERAL
exbibit (Eibit) συντόμευση για 'exa binary binary digit' = 260 bits I.T.
excess of soil chemicals ασθένεια περισσείας AGRONOMY
exchange ανταλλαγή GENERAL
exchange control έλεγχος συναλλάγματος ECONOMICS
Exchange Module Αυτοτελής Μονάδα Exchange I.T.
exchange of publications ανταλλαγή δημοσιεύσεων POLITICAL SCIENCE
excise εκτέμνω ECONOMICS
excise duty ειδικοί φόροι κατανάλωσης ECONOMICS
excitation διέγερση GENERAL
excitation on line over current trip διέγερση on line στον ασφαλειοδιακόπτη ρεύματος INDUSTRY
excitation system σύστημα διέγερσης INDUSTRY
excitation trip ασφαλειοδιακόπτης διέγερσης INDUSTRY
exciter constant σταθερά διεγέρτη INDUSTRY
Exclude Εξαίρεση GENERAL
exclusion from EC treatment αποκλεισμός από προτιμησιακή μεταχείριση ΕΚ LAW
Exclusions Εξαιρέσεις GENERAL
exclusive distribution agreement αποκλειστική διανομή LAW
Exclusive Offer Αποκλειστική προσφορά ECONOMICS
excreta απεκκρίματα MEDICINE
EXE protector Προστασία αρχείων EXE I.T.
execution time χρόνος εκτέλεσης I.T.
executive competence αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας LAW
exemption from restrictive-practice authorisation εξαίρεση από έγκριση σύμπραξης LAW
exhalation εκπνοή MEDICINE
exhaust εξάτμιση, εξαγωγή INDUSTRY
exhaust electrical connections ηλεκτρικές συνδέσεις εξάτμισης / εξαγωγής INDUSTRY
exhaust frame πλαίσιο εξάτμισης / εξαγωγής INDUSTRY
exhaust hood συσκευή εξαγωγής INDUSTRY
exhaust hood spray system σύστημα ψεκασμού συσκευής εξαγωγής INDUSTRY
exhaust hood water spray ψεκασμός νερού συσκευής εξαγωγής INDUSTRY
exhaust temperature spread διαφορά θερμοκρασίας εξαγωγής INDUSTRY
exhaust vacuum trip ασφαλειοδιακόπτης κενού εξαγωγής INDUSTRY
exhaust valve βαλβίδα καυσαερίων INDUSTRY
exhaust velocity ταχύτητα εξάτμισης από το ακροφύσιο ενός πυραύλου AEROSPACE
exhaustion εξάντληση GENERAL
exhaustion of resources εξάντληση των πλουτοπαραγωγικών πόρων ECONOMICS
exhibitionist επιδειξιομανής PSYCHOLOGY
exit έξοδος GENERAL
exocrine εξωκρινής MEDICINE
exoplanet εξωηλιακός πλανήτης, εξωπλανήτης ASTROPHYSICS
exosphere εξώσφαιρα METEOROLOGY
exothermic process εξωθερμική διαδικασία PHYSICS
expand source text ανάπτυξη / επέκταση κειμένου προέλευσης I.T.
Expandable string value Επεκτάσιμη τιμή συμβολοσειράς I.T.
expansion διαστολή, διεύρυνση GENERAL
expansion bus αρτηρία Ι/Ο (Εισόδου/Εξόδου) I.T.
expansion factor συντελεστής διαστολής PHYSICS
expansion joint σύνδεσμος επέκτασης ENGINEERING
expansion tank δεξαμενή επέκτασης INDUSTRY
expansion valve βαλβίδα διαστολής / εκτόνωσης INDUSTRY
ex-parte μονομερής LAW
expectorant αποχρεμπτικός PHARMACOLOGY
expectoration απόχρεμψη PHARMACOLOGY
expendable launch vehicle (ELV) αναλώσιμο όχημα εκτόξευσης AEROSPACE
expenditure δαπάνη ECONOMICS
experiment πείραμα GENERAL
Experimental Construction Bureau (OKB) Πειραματικό Γραφείο Κατασκευών INDUSTRY
explanation of voting δήλωση ψήφου POLITICAL SCIENCE
explicit operand ρητός τελεστής I.T.
exploit εκμετάλλευση τρωτών σημείων I.T.
exploitation αξιοποίηση GENERAL
exploitation of resources εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων GENERAL
exploitation of the seas εκμετάλλευση της θάλασσας POLITICAL SCIENCE
explore εξερεύνηση GENERAL
explosive εκπνοϊκό GENERAL
explosive atmosphere εκρηκτική ατμόσφαιρα PHYSICS
explosive materials εκρηκτικές ύλες PHYSICS
export εξαγωγές ECONOMICS
export aid ενίσχυση των εξαγωγών LAW
export credit εξαγωγικές πιστώσεις LAW
export financing χρηματοδότηση των εξαγωγών ECONOMICS
export of capital εξαγωγή κεφαλαίων ECONOMICS
expression έκφραση GENERAL
expropriation απαλλοτρίωση POLITICAL SCIENCE
expοsure αποκάλυψη, έκθεση GENERAL
Extend the desktop onto this monitor Επέκταση της επιφάνειας εργασίας σε αυτή την οθόνη I.T.
extension προέκταση, επέκταση GENERAL
extension wire σύρμα επέκτασης INDUSTRY
extensive farming εκτατική γεωργία AGRONOMY
extensive tests εκτενείς έλεγχοι GENERAL
extensometer επιμηκυνσιόμετρο MEASUREMENT
external debt εξωτερικό χρέος ECONOMICS
external drag εξωτερική οπισθέλκουσα PHYSICS
external tank εξωτερική δεξαμενή INDUSTRY
extinguisher πυροσβεστήρας INDUSTRY
extra-budgetary expenditure δαπάνη εκτός προϋπολογισμού ECONOMICS / LAW
extra-community trade εξωκοινοτικές συναλλαγές ECONOMICS
extract εκχύλισμα CHEMISTRY
extraction εξαγωγή LAW
extraction chamber θάλαμος εξαγωγής INDUSTRY
extraction for make up εξαγωγή για επιμέρους εκτίμηση INDUSTRY
extraction line γραμμή εξαγωγής INDUSTRY
extractor εξολκέας, εξορκέας TOOLS
extradition έκδοση LAW
extralinguistic εξωγλωσσικός LINGUISTICS
extraneous speech άσχετη ή πλεονάζουσα ομιλία LINGUISTICS
extrasolar planet / exoplanet εξωηλιακός πλανήτης / εξωπλανήτης ASTROPHYSICS
extra-territoriality ετεροδικία LAW
Extravehicular Activity (EVA) διαστημικός περίπατος AEROSPACE
Extravehicular Mobility Unit (EMU) ατομική μονάδα ελιγμού AEROSPACE
extreme left Άκρα Αριστερά POLITICAL SCIENCE
extreme off-optimum entrance angle conditions ακραίες συνθήκες γωνίας εισόδου πέρα από τις ιδανικές AEROSPACE
extreme right Άκρα Δεξιά POLITICAL SCIENCE
extreme values άκρες τιμές STATISTICS
extremely accurate ύψιστης ακρίβειας GENERAL
Extremely High Frequency (EHF) Εξαιρετικά υψηλή συχνότητα (30 - 300 GHz) TELECOMMUNICATIONS
extrinsic εξωγενής GENERAL
eye bolt κοχλιοδακτύλιος MECHANICS
eye of storm μάτι θυέλλης METEOROLOGY
eye relief οφθαλμική απόσταση MEDICINE
eyeglass διόπτρα MEDICINE
eyelash βλεφαρίδα ANATOMY
eyelid βλέφαρο ANATOMY
eyepiece προσοφθάλμιος φακός, προσοφθάλμιο OPTICS
face πρόσοψη GENERAL
facial cues γνωρίσματα προσώπου GENERAL
facility εγκατάσταση INDUSTRY
facing αντικριστός MECHANICS
factor παράγων GENERAL
factor analysis ανάλυση σε παράγοντες GENERAL
facts and figures δεδομένα και αριθμοί STATISTICS
fading μαρασμός GENERAL
Failed to delete Αποτυχία διαγραφής I.T.
fail-safe εξασφαλισμένης λειτουργίας, αντισφαλματική λειτουργία AEROSPACE
failure αστοχία, αποτυχία, βλάβη GENERAL
failure load φορτίο αστοχίας ENGINEERING
fair market value πραγματική αγοραία αξία, πραγματική εμπορική αξία ECONOMICS
fairing φέρινγκ (αεροδυναμικό ασπίδιο οχήματος, αεροσκάφους) AEROSPACE
fairness δικαιοκρισία SOCIAL SCIENCE
fallback υποχωρώ, φυλάω I.T. / MILITARY
falling edge πίπτον άκρο I.T.
falls within εμπίπτει GENERAL
false negative ψευδώς αρνητικό I.T.
false positive ψευδώς θετικό, βεβαιότητα λαθών I.T.
family business οικογενειακή επιχείρηση ECONOMICS
family by marriage οικογένεια εξ αγχιστείας LAW
family farming οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση AGRONOMY
family law οικογενειακό δίκαιο LAW
family share οικογενειακή μερίδα LAW
fan ανεμιστήρας GENERAL
fan blades πτερύγιο ανεμιστήρα INDUSTRY
fan hub ομφαλός ανεμιστήρα INDUSTRY
fan-light ημικυκλικός φεγγίτης ENGINEERING
fanned-out εκρέει, έχει εξόδους GENERAL
FAQ ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ I.T.
Far East Άπω Ανατολή GEOGRAPHY
farmer αγρότης AGRONOMY
Farr air filters φίλτρα αέρα Farr INDUSTRY
fascia περιτονία MEDICINE
Fascism φασισμός POLITICAL SCIENCE
fast acting valves βαλβίδες ταχείας δράσης INDUSTRY
fast matching γρήγορο ταίριασμα I.T. / MATHEMATICS
fat λίπος GENERAL
fatigue κάματος, κόπωση GENERAL
fatigue failure αστοχία κόπωσης ENGINEERING
fatigue strength αντοχή σε κόπωση ENGINEERING
fatigue test δοκιμή κόπωσης ENGINEERING
fattening πάχυνση GENERAL
fatty acid λιπαρό οξύ BIOLOGY
fatty acid amide αμιδές λιπαρό οξύ BIOLOGY
faucet βρύση, κρουνός INDUSTRY
fault τεκτονικό ρήγμα, μετάπτωση, ατέλεια, μειονέκτημα GEOLOGY
fault protection προστασία σφάλματος I.T. / INDUSTRY
faulted ρηγματώδης GENERAL
fauna and flora πανίδα και χλωρίδα BIOLOGY
favorites αγαπημένα I.T.
feasibility study μελέτη σκοπιμότητας MANAGEMENT
feature δυνατότητα, ιδιότητα, χαρακτηριστικό GENERAL
feature extractor εξολκέας χαρακτηριστικού I.T.
feature vector άνυσμα χαρακτηριστικών I.T.
febrile εμπύρετος MEDICINE
feces κόπρανα BIOLOGY
feedback ανάδραση, σχόλια I.T.
feed-back παλίνδρομη τροφοδότηση, ανατροφοδότηση PSYCHOLOGY
feedback cancellation ακύρωση ανατροφοδότησης ACOUSTICS
feedback fault σφάλμα ανάδρασης INDUSTRY
feeder breakers αποζεύκτες τροφοδότη INDUSTRY
feed-forward εμπροσθοτροφοδοτούμενος INDUSTRY
feeding προσαγωγή INDUSTRY
feedwater νερό τροφοδοσίας INDUSTRY
feedwater heaters θερμαντήρες υδροδότησης INDUSTRY
feeling-tone αίσθηση της χροιάς (σχετικά με την αφασία) PSYCHOLOGY
feet πόδια GENERAL
feldspar άστριος, αστριοειδές πέτρωμα MINEROLOGY
fellation πεολειξία GENERAL
felt πίλημα, τσόχα GENERAL
female θηλυκό GENERAL
femto (f) - (prefix) φέμτο (πρόθεμα) - π.χ.: φεμτόμετρο (φέρμι) GENERAL
Ferene Φερένιο CHEMISTRY
ferment φύραμα, ζύμωμα MYCOLOGY
fermentation ζύμωση MYCOLOGY
ferret δορυφόρος με ηλεκτρομαγν. τεχνικές παρακολούθησης MILITARY
ferrite φερρίτης (οξείδιο του σιδήρου) PHYSICS
ferritin φεριτίνη BIOLOGY
Ferrous Ammonium Sulfate Θειικού Αμμωνιακού Σιδήρου CHEMISTRY
ferrous ion concentration συγκέντρωση ιόντων σιδήρου CHEMISTRY
ferrous iron οξείδιο του σιδήρου CHEMISTRY
ferrozine φερροζίνη CHEMISTRY
ferryboat πορθμείο NAUTICAL TERMS
fertilisation γονιμοποίηση BIOLOGY
fertiliser λίπασμα BOTANY
fertility γονιμότητα BIOLOGY
ferum (Fe) σίδηρος PHYSICS
fetal εμβρυϊκός MEDICINE
fiber ίνα GENERAL
fiberglass binding cord νήμα σύνδεσης από ιαλοΐνες INDUSTRY
fiberglass-reinforced plastic πλαστικό ενισχυμένο με ιαλοΐνες INDUSTRY
fibril ινίδιο BIOLOGY
fibrillation ινιδισμός, μαρμαρυγή BIOLOGY
fibrin ινική, ινώδες BIOLOGY
fibroblast ινοβλάστη BIOLOGY
fibrocarcinoma ινοκαρκίνωμα MEDICINE
fibroma ίνωμα MEDICINE
fibropapilloma ινοθήλωμα BIOLOGY
fibrosis ίνωση MEDICINE
fibula περόνη ANATOMY
field πεδίο PHYSICS
field amperes ampere πεδίου ELECTRICAL
field breaker αποζεύκτης πεδίου INDUSTRY
field discharge resistor αντιστάτης εκφόρτισης πεδίου ELECTRICAL
field ground detector ανιχνευτής γείωσης πεδίου ELECTRICAL
Field Of View (FOV) γωνία παρατήρησης / οπτικό πεδίο OPTICS
field resistance αντίσταση πεδίου ELECTRICAL
field time constant χρονική σταθερά πεδίου PHYSICS
field work επί τόπου εργασία GENERAL
figure εικόνα GENERAL
file (n.) αρχείο I.T.
file (v.) αρχειοθετώ I.T.
file associations συσχετίσεις αρχείων I.T.
file capture καταγραφή αρχείου I.T.
file menu μενού αρχείου I.T.
File shredder Ασφαλής καταστροφή αρχείων I.T.
file slack αχρησιμοποίητος αποθηκευτικός χώρος σκληρού δίσκου I.T.
File splitter Διαχωριστής αρχείων I.T.
File Transfer Protocol (FTP) πρωτόκολλο μεταφοράς αρχείων I.T.
files or folders αρχείων ή φακέλων I.T.
fill level πληρότητα INDUSTRY
filling σφράγισμα INDUSTRY
film μεμβράνη, στρώμα GENERAL
filter ηθμός GENERAL
filter (v.) διηθώ, διυλίζω, φιλτράρω GENERAL
filter bank τράπεζα φίλτρων ELECTRONICS
filter covers καλύμματα φίλτρου INDUSTRY
filter element στοιχείο φίλτρου INDUSTRY
filter regulator ρυθμιστής φίλτρου INDUSTRY
filterable διηθητός GENERAL
filtrate διήθημα GENERAL
filtration διήθηση GENERAL
final consumption τελική κατανάλωση ECONOMICS
final particle τελικό μόριο LINGUISTICS
financial accounting γενική λογιστική ECONOMICS
financial aid χρηματοπιστωτική βοήθεια ECONOMICS
financial control δημοσιονομικός έλεγχος LAW
financial cooperation χρηματοπιστωτική συνεργασία ECONOMICS
financial legislation χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις LAW
financial viability οικονομική βιωσιμότητα ECONOMICS
financial year οικονομικό έτος ECONOMICS
financing χρηματοδότηση ECONOMICS
financing of aid χρηματοδότηση της βοήθειας ECONOMICS
find εύρεση I.T.
find next εύρεση επόμενου I.T.
find what τι να αναζητηθεί I.T.
finder ερευνητής τηλεσκοπίου, σκόπευτρο ASTRONOMY
finding εύρημα GENERAL
fine λεπτός GENERAL
fine droplet spray ψεκασμός με πολύ μικρά σταγονίδια GENERAL
fine spectral structure λεπτή φασματική δομή PHYSICS
finger δάκτυλο GENERAL
finish τέλος, τερματισμός I.T.
finite element analysis ανάλυση πεπερασμένων στοιχείων PHYSICS
finite state machine μηχανή περασμένων καταστάσεων I.T.
finned με πτερύγια GENERAL
finned tubes πτερυγωτός σωλήνας MECHANICS
fire πυροδοτώ, πυροδότηση GENERAL
fire protection system σύστημα πυροπροστασίας INDUSTRY
fire water pump recirculation επανακυκλοφορία πυροσβεστικής αντλίας, υδραντλίας INDUSTRY
firewall τοίχος προστασίας, πύρινος τοίχος, φράγμα ασφάλειας I.T.
Firewall Services Module μονάδα υπηρεσιών τοίχου προστασίας I.T.
firing πυροδότηση GENERAL
firmware υλικολογισμικό I.T.
firmware upgrade αναβάθμιση υλικολογισμικού I.T.
first class levers μοχλοί πρώτου είδους MECHANICS
first degree (linear) equation εξίσωση πρώτου βαθμού (πρωτοβάθμια) γραμμική εξίσωση MATHEMATICS
first Lomé Convention σύμβαση Λομέ Ι LAW
first quarter πρώτο τέταρτο GENERAL
first stage bowl λεκάνη πρώτου σταδίου INDUSTRY
first stage regulator ρυθμιστής πρώτου σταδίου INDUSTRY
first-stage metal temperature θερμοκρασία μετάλλου πρώτου σταδίου INDUSTRY
Fiscal Year (FY) λογιστικό/οικονομικό έτος ECONOMICS
fishing net αλιευτικό δίχτυ TOOLS
fishing rights δικαίωμα αλιείας LAW
fission σχάση, διάσπαση, πυρηνατομία PHYSICS
fistula cannulation παροχέτευση συριγγίου MEDICINE
fittings εξαρτήματα GENERAL
fixation καθήλωση, προσήλωση, στερέωση, σταθεροποίηση GENERAL
fixed στατικός, πακτωμένος, πεπακτωμένος GENERAL
fixed beam πακτωμένη δοκός, δοκός με σταθερό(ά) άκρο(α) ENGINEERING
fixed central rod σταθερή κεντρική ράβδος MECHANICS
fixed construction ιδιοκατασκευή ENGINEERING
Fixed Service Structure (FSS) σταθερός πύργος πρόσβασης AEROSPACE
fixed star απλανής αστέρας ASTRONOMY
fixed-end(s) beam πακτωμένη δοκός, δοκός με σταθερό(ά) άκρο(ά) ENGINEERING
fixing of prices καθορισμός των τιμών ECONOMICS
Fixup Εκτέλεση διόρθωσης GENERAL
FLAGS εν/δείκτες I.T.
flagship ναυαρχίδα GENERAL
flame / ultraviolet detector ανιχνευτής φλόγας / υπεριώδους ακτινοβολίας MEASUREMENT
flame zone ζώνη φλόγας ENGINEERING
flameout σβήσιμο κινητήρα AEROSPACE
flange φλάντζα MECHANICS
flap (surgical) χειρουργικός κρημνός (μοσχεύματος) MEDICINE
flap seat αναδιπλούμενο κάθισμα INDUSTRY
flap valve δικλείδα με κλαπέτο INDUSTRY
flapper πτερύγιο INDUSTRY
flash drive μνήμη usb I.T.
flash point σημείο αναλαμπής PHYSICS
flashback εκρηκτική επιστροφή της μνήμης PSYCHOLOGY
flashing που αναβοσβήνει GENERAL
flashing display οθόνη που αναφοσβήνει ELECTRONICS
flashlight φακός, φορητός φανός TOOLS
flat file επίπεδη λίμα TOOLS
flat nose pliers λαβίδα με επίπεδη μύτη TOOLS
flat trajectory επίπεδη τροχιά AEROSPACE
flatfoot πλατυποδία MEDICINE
flaw ελάττωμα, ρωγμή GENERAL
flea ψύλλος BIOLOGY
flesh σάρκα GENERAL
flexibility ευκαμψία GENERAL
flexible coupling εύκαμπτη σύνδεση INDUSTRY
flick roll ταχεία περιστροφή AEROSPACE
flight dynamics δυναμική πτήσης AEROSPACE
flight simulator ηλεκτρονικός εξομοιωτής συνθηκών πτήσεως AEROSPACE
flip-flop δισταθής, φλιπ-φλοπ ELECTRONICS
float πλωτήρας (φλοτέρ), σανίδι λείανσης (τριβίδι) INDUSTRY
float (v.) ανελκύω, επιπλέω, ιδρύω επιχείρηση GENERAL
float stop διακόπτης ροής με πλωτήρα (φλοτέρ) INDUSTRY
float switch διακόπτης πλωτήρα INDUSTRY
float up κασσιτεροκολλώ άκρα ELECTRONICS
floatage έξαλα σκάφους NAUTICAL TERMS
floating point αριθμοί κινητής υποδιαστολής MATHEMATICS
floating point register (FPR) καταχωρητής κινητής υποδιαστολής I.T.
floating pressure control έλεγχος κυμαινόμενης πίεσης INDUSTRY
flood control έλεγχος πλημμύρας INDUSTRY
flooding μαζική αποστολή κειμένου, αποστολή τεράστιων όγκων πληροφοριών I.T.
floor drains αγωγοί αποστράγγισης δαπέδου INDUSTRY
floor plate πλάκα έδρασης MEDICINE
floppy disk δισκέτα, εύκαμπτος δίσκος I.T.
flora χλωρίδα BOTANY
floral induction ανθική επαγωγή BOTANY
floral meristem ανθικό μερίστωμα BOTANY
floriculture ανθοκομία BOTANY
florigen ανθογόνο, φλοριγόνο BOTANY
flotation επίπλευση GENERAL
flow ροή GENERAL
flow aperture regulator διάφραγμα ροής INDUSTRY
flow charts διάγραμμα ροής GENERAL
flow coefficients συντελεστές ροής MECHANICS
flow control έλεγχος ροής INDUSTRY
flow disturbance ροϊκή διαταραχή GENERAL
flow divider διαχωριστής ροής INDUSTRY
flow field πεδίο ροής GENERAL
flow instability αστάθεια ροής, ροϊκή αστάθεια GEOLOGY
flow net δίκτυο ροής GEOLOGY
flow nozzle ακροφύσιο INDUSTRY
flow rate ογκομετρική παροχή GENERAL
flow scanner σαρωτής ροής INDUSTRY
flow separation αποκόλληση ροής MECHANICS
flow spikes κορυφές ροής INDUSTRY
flower άνθος BOTANY
flower initiation ανθική έναρξη BOTANY
flower primordium ανθική καταβολή BOTANY
flowering άνθιση BOTANY
flowering bud, flower bud ανθικός, ανθοφόρος, οφθαλμός BOTANY
flowering, flower bearing ανθοφορία BOTANY
fluctuating load κυμαινόμενο (μεταβαλλόμενο) φορτίο I.T.
fluctuating stress κυμαινόμενη (μεταβαλλόμενη) τάση PHYSICS
fluctuation διακύμανση GENERAL
fluent ευφράδης GENERAL
fluid ρευστό PHYSICS
fluid flow ροή ρευστού PHYSICS
fluid machinery υδραυλικές μηχανές MECHANICS
fluid mechanics ρευστομηχανική MECHANICS
fluid particle ρευστό σωματίδιο PHYSICS
fluid pressure πίεση ρευστού PHYSICS
flume ανοικτός αγωγός, αυλάκι ENGINEERING
fluorescence φθορισμός, αντανακλαστικός φθορισμός σωματιδίων PHYSICS
fluorescent φθοριολαμπής PHYSICS
fluorescent lamp λαμπτήρας φθορισμού ELECTRICAL
fluoridation φθορίωση GENERAL
fluoride salt φθοριούχο(ν) άλας CHEMISTRY
fluorine φθόριο PHYSICS
fluoro... φθόρο... CHEMISTRY
fluorobenzoyl… φθοροβενζοϋλο... CHEMISTRY
fluorophenyl… φθοροφαινυλ… CHEMISTRY
fluoroscope ακτινοσκόπιο MEDICINE
flush ερυθρίαση MEDICINE
flushing άδειασμα GENERAL
flushing lubricant system σύστημα έκπλυσης λιπαντικού INDUSTRY
flushing procedures διαδικασίες έκπλυσης INDUSTRY
flux εισ/εκροή, ροή, ρευστοποιώ/ούμαι, συλλιπαίνω, τήκω/ομαι PHYSICS
flyby spacecraft πτήση σκάφους σε κοντινή απόσταση από πλανήτη AEROSPACE
flying ιπτάμενος GENERAL
flywheel σφόνδυλος MECHANICS
flywheel gear κορώνα σφονδύλου MECHANICS
FMI - Field Modification Instruction FMI - Οδηγία επί τόπου τροποποίησης ECONOMICS
foam αφρός GENERAL
foam fire protection system σύστημα πυροπροστασίας αφρού INDUSTRY
focal εστιακός GENERAL
focal length εστιακή απόσταση OPTICS
Focal Length (lens) Εστιακή Απόσταση (φακού) OPTICS
focus σημείο εστίασης OPTICS
fodder-growing καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτών AGRONOMY
fog ομίχλη METEOROLOGY
fog nozzle ακροφύσιο εκνέφωσης INDUSTRY
fogging θάμπωμα, συμπύκνωση, εκνέφωση GENERAL
folder φάκελος I.T.
folder location θέση φακέλου I.T.
folder options επιλογές φακέλου I.T.
foliage φύλλωμα BOTANY
folic acid φολικό οξύ CHEMISTRY
follicle θυλάκιο BIOLOGY
follower επέκταση, δακτύλιος INDUSTRY
font γραμματοσειρά I.T.
font size μέγεθος γραμματοσειράς I.T.
font style στυλ γραμματοσειράς I.T.
food aid επισιτιστική βοήθεια GLOBAL HEALTH
Food and Agriculture Organization of the United Nations (FAO) Οργανισμός Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών LAW
food consumption κατανάλωση τροφίμων GLOBAL HEALTH
food emulsifier γαλακτωματοποιητής τροφίμων INDUSTRY
food expenditure δαπάνη διατροφής ECONOMICS
food preserving συντήρηση τροφίμων INDUSTRY
food resources επισιτιστικοί πόροι GLOBAL HEALTH
foot πόδι GENERAL
foot-and-mouth disease αφθώδης πυρετός MEDICINE
footer υποσέλιδο I.T.
footings βάσεις GENERAL
footprintng ιχνηλάτηση I.T.
for any legal purpose, for all legal purposes για κάθε νόμιμη χρήση LAW
For further information, please contact Για συμπληρωματικές πληροφορίες, παρακαλώ επικοινωνήστε MANAGEMENT
foramen τρήμα ANATOMY
force δύναμη PHYSICS
forced draft decarbonator tower and catch tank πύργος εξανθράκωσης βεβιασμένης κυκλοφορίας και δεξαμενή συλλογής INDUSTRY
forced vortex εξαναγκασμένος στρόβιλος PHYSICS
fore-and-aft εμπροσθιοπίσθιος διαμήκης NAUTICAL TERMS
forecasting map χάρτης πρόγνωσης METEOROLOGY
foreign aid εξωτερική βοήθεια ECONOMICS
foreign currency συνάλλαγμα ECONOMICS
foreign enterprise αλλοδαπή επιχείρηση ECONOMICS
foreign trade εξωτερικό εμπόριο ECONOMICS
forensic medicine ιατροδικαστική FORENSICS
forestry economics δασική οικονομία ECONOMICS
forestry holding δασική εκμετάλλευση LAW
forestry legislation δασική νομοθεσία LAW
forge σιδηρουργείο, σφυρηλατήριο METALLURGY
forged σφυρήλατος METALLURGY
forged integral ενσωματωμένο με σφυρηλάτηση METALLURGY
Forged Steel (FST) σφυρήλατος χάλυβας METALLURGY
forging σφυρηλάτηση, σφυρηλασία METALLURGY
Forgot Password Ξεχάσατε τον κωδικό πρόσβασης I.T.
fork πηρούνι GENERAL
fork lift περονοφόρο όχημα INDUSTRY
fork mounting στήριξη τύπου φουρκέτας MECHANICS
form δημιουργώ GENERAL
formant φωνοσυντονισμός PHONETICS
formation of a party ίδρυση κόμματος POLITICAL SCIENCE
formic acid μυρμηκικό οξύ CHEMISTRY
formula συνταγή GENERAL
formulary συνταγολόγιο PHARMACOLOGY
formylamine… φορμυλαμινο… CHEMISTRY
Fornax, For (constellation) Κάμινος (αστερισμός) ASTRONOMY
forward (v.) προωθώ I.T.
forward conditional branch(es) διακλάδωση προώθησης I.T.
forward scattering απεικόνιση φωτός σχεδόν μακριά από την πηγή ASTRONOMY / TELECOMMUNICATIONS
forward thrust προώθηση AEROSPACE
fossil-fired steam turbine ατμοστρόβιλος τροφοδοτούμενος με ορυκτό καύσιμο INDUSTRY
fouling ρύπανση INDUSTRY
four way valve βαλβίδα τεσσάρων οδών INDUSTRY
four-point bending κάμψη τεσσάρων σημείων ENGINEERING
four-stroke engine τετράχρονος κινητήρας ENGINEERING
fractional charge κλασματικό φορτίο PHYSICS
Fractional Orbit Bombardment System (FOBS) Κλασματικό Τροχιακό Σύστημα Βομβαρδισμού AEROSPACE
fractional shortening (FS) κλασματική βράχυνση (ΚΒ) MEDICINE
fractional Τ1 σύνδεση σε γραμμή Τ1 με χρήση κλάσματος MATHEMATICS
fracto nimbes σχιστομελανίτες METEOROLOGY
fracture surface επιφάνεια θραύσης PHYSICS
fracture toughness δυσθραυστότητα PHYSICS
fragment απόσπασμα GENERAL
Fragmented Κατακερματισμένος I.T.
fragments αποσπάσματα GENERAL
frame προφιλέ, τελάρο, πλαίσιο GENERAL
frame and supports πλαίσιο και στηρίγματα MECHANICS
frame of reference σύστημα αναφοράς, σύστημα συντεταγμένων GENERAL
freckle φακίδα MEDICINE
Free 30 days trial Δοκιμή 30 ημερών δωρεάν I.T.
free caustic ελεύθερο καυστικό CHEMISTRY
free charge ελεύθερο φορτίο PHYSICS
free education δωρεάν παιδεία EDUCATION
free fall ελεύθερη πτώση PHYSICS
free fit ελεύθερη συναρμογή I.T.
Free space Ελεύθερος χώρος I.T.
free surface ελεύθερη επιφάνεια PHYSICS
free Thyroxine (FT4) Ελεύθερη Θυροξίνη MEDICINE
free vortex ελεύθερος στρόβιλος PHYSICS
free-body diagram διάγραμμα ελευθέρου σώματος MECHANICS
freely supported beam αμφιέριστη δοκός, δοκός με δύο κυλίσεις MECHANICS
free-range farming κτηνοτροφία με ελεύθερη βοσκή AGRONOMY
free-return trajectory πορεία διαστημικού σκάφους παρέχοντας επιστροφή AEROSPACE
freestanding adjective ανεξάρτητο επίθετο LINGUISTICS
freeware version δωρεάν έκδοση λογισμικού I.T.
freezing κατάψυξη PHYSICS
frequency συχνότητα PHYSICS
frequency band ζώνη συχνοτήτων PHYSICS
frequency bandwidth εύρος συχνοτήτων PHYSICS
frequency cut συχνότητα αποκοπής PHYSICS
frequency division multiplexing πολυπλεξία με διαίρεση συχνότητας TELECOMMUNICATIONS
frequency domain πεδίο συχνοτήτων ELECTRONICS
frequency hopping ευελιξία μεταβολής συχνότητας TELECOMMUNICATIONS
frequency meter μετρητής συχνότητας MEASUREMENT
frequency of disease συχνότητα ασθένειας MEDICINE
frequency response απόκριση συχνότητας ELECTRONICS
frequency shift μετάθεση συχνότητος PHYSICS
Frequently Asked Questions (FAQ) Συχνές Ερωτήσεις I.T.
freshwater γλυκό νερό ECOLOGY
fret saw σέγα, σεγάκι TOOLS
frets τάστα MUSICAL INSTRUMENTS
fretting corrosion επιφανειακή εργοδιάβρωση MECHANICS
frication τυρβωποίηση PHONETICS
fricative τυρβώδης, εξακολουθητικός, δασύς PHONETICS
friction τριβή, προστριβή PHYSICS
friction drag αντίσταση τριβής PHYSICS
friction force δύναμη τριβής PHYSICS
friction loss απώλεια τριβής PHYSICS
friction velocity ταχύτητα τριβής, διατμητική ταχύτητα, τυρβώδης ροή PHYSICS
front μέτωπο, εμπρόσθιος GENERAL / METEOROLOGY
front cap εμπρόσθιο περίβλημα ENGINEERING
front standard assembly τυπική διάταξη πρόσοψης MECHANICS
frontal fog μετωπική ομίχλη METEOROLOGY
frontal lobe μετωπιαίος λοβός ANATOMY
front-end processor μετωπικός επεξεργαστής I.T.
frontobregmatic μετωποβρεγματικός MEDICINE
frostbite κρυοπάγημα MEDICINE
Froude number αριθμός Froude MECHANICS
fructose φρουκτόζη CHEMISTRY
fruit abscission αποκοπή καρπού BOTANY
fruit-growing καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων AGRONOMY
fruity breath odour οσμή φρούτων στην αναπνοή, μυρωδιά φρούτων στην αναπνοή, αναπνοή µε µυρωδιά φρούτων MEDICINE
fuel καύσιμο, καύσιμη ύλη ENERGY
fuel cell στοιχείο μετατροπής χημικής ενέργειας σε ηλεκτρική ENERGY
fuel consumption κατανάλωση καυσίμου ENERGY
fuel enrichment εμπλουτισμός καυσίμου ENERGY
fuel forwarding προώθηση καυσίμου INDUSTRY
fuel forwarding pumps αντλίες προώθησης καυσίμου INDUSTRY
fuel gas καυσιμαέριο, καύσιμο αέριο ENERGY
fuel gas performance heaters θερμαντήρες απόδοσης αερίου καυσίμου INDUSTRY
fuel gauge δείκτης καυσίμων MEASUREMENT
fuel injection ψεκασμός καυσίμου INDUSTRY
fuel nozzle μπεκ, ακροφύσιο καυσίμου INDUSTRY
fuel oil forwarding skid πέλμα προώθησης πετρελαίου εξωτερικής καύσης INDUSTRY
fuel systems συστήματα καυσίμου INDUSTRY
fuel unloading skid πέλμα εκφόρτωσης καυσίμου INDUSTRY
fuelling ανεφοδιασμός / τροφοδοσία καυσίμων ENERGY
fuel-saving εξοικονομητικός καυσίμων ENERGY
fulcrum υπομόχλιο PHYSICS
full load πλήρες φορτίο PHYSICS
full load condition κατάσταση πλήρους φορτίου PHYSICS
full load current ρεύμα πλήρους φορτίου ELECTRICAL
full match πλήρης ομοιότητα I.T.
full model πλήρες μοντέλο GENERAL
full moon πανσέληνος GENERAL
full obligation ενοχή εις ολόκληρον LAW
full optimization πλήρης βελτιστοποίηση GENERAL
full pressure πλήρης πίεση INDUSTRY / AEROSPACE
full siblings αμφιθαλή αδέλφια GENETICS
full text πλήρες κείμενο I.T.
full throttling control valves βαλβίδες ελέγχου πλήρους ισχύος AEROSPACE / INDUSTRY
full wave bridge rectifier ανορθωτής γέφυρας πλήρους κύματος ELECTRONICS
Fuller's earth filter φίλτρο Fuller INDUSTRY
fully associative cache πλήρως συσχετιστική κρυφή μνήμη I.T.
fully offset πλήρως αντιστισταθμισμένο GENERAL
fully rough zone πλήρως τραχεία περιοχή ροής PHYSICS
fumes ατμοί, αναθυμιάσεις GENERAL
fumigant ατμογόνο GENERAL
function συνάρτηση, λειτουργία I.T. / MATHEMATICS
function λειτουργία PSYCHOLOGY
function key πλήκτρο λειτουργιών I.T.
functional λειτουργικό GENERAL
functionality indicators δείκτες λειτουργικότητας GENERAL
fundamental frequency θεμελιώδης ή βασική συχνότητα ACOUSTICS
fundus βυθός ANATOMY
furansulfonic acid φουρανικό-σουλφονικό οξύ CHEMISTRY
furlong 660 πόδια, ή 201.168 μέτρα MEASUREMENT
furnace κάμινος, κλίβανος INDUSTRY
furnish παρέχω GENERAL
fuse ασφάλεια ELECTRICAL
fusible εύτηκτος METALLURGY
fusing ασφάλειες τερματικής κάρτας ELECTRICAL
fusion πυρηνική σύντηξη, συγχώνευση, συνένωση, μίξη, σύμμιξη, σύντηξη, τήξη PHYSICS
fusion welding αυτοσυγκόλληση INDUSTRY
fuzzy match ατελής ομοιότητα I.T.
gage, gauge μετρητής, όργανο μέτρησης, ενδείκτης TOOLS
gain κέρδος GENERAL
galactic γαλακτικός, γαλαξιακός ASTRONOMY / ASTROPHYSICS
galaxy γαλαξίας ASTRONOMY
gale θυελλώδης άνεμος METEOROLOGY
gall βλάβη από τριβή MECHANICS
gallbladder χοληδόχος κύστη MEDICINE
galley μαγειρείο πλοίου ή αεροπλάνου, κέλης, φαλαινίδα, γαλέρα NAUTICAL TERMS
gallon γαλλόvιο MEASUREMENT
galvanic corrosion γαλβανική διάβρωση ENGINEERING
galvanometer γαλβανόμετρο MEASUREMENT
gamete γαμέτης GENETICS
gametocide γαμετοκτόνο PHARMACOLOGY
gamma γάμμα GENERAL
gamma rays ακτίνες γάμα PHYSICS
gammadion αγκυλωτός σταυρός, σβάστικα GENERAL
gammagraphy σπινθηρογράφημα, γαμμαγραφία MEDICINE
ganglion γάγγλιο MEDICINE
gangrene γάγγραιvα MEDICINE
gap χάσμα GENERAL
gap settings ρυθμίσεις διάκενου GENERAL
gas αέριο PHYSICS
gas cartridge φιαλίδιο υγρα/αερίου, θάλαμος αερίου, φυσίγγιο αερίου INDUSTRY
gas chamber θάλαμος αερίου GENERAL
gas constant σταθερά αερίου PHYSICS
gas generator γεννήτρια αερίων AEROSPACE
gas giant αέριος γιγαντιαίος πλανήτης ASTROPHYSICS
gas leakage test έλεγχος διαρροής αερίου INDUSTRY
gas mains control valve βαλβίδα ελέγχου παροχής αερίου INDUSTRY
gas manifold διανομέας αερίου INDUSTRY
gas scrubber φίλτρο με κόκκους INDUSTRY
gas strut αεροελατήριο, αερόσουστα, αμορτισέρ, αμορτισέρ αερίου INDUSTRY
gas turbine control support system σύστημα υποστήριξης ελέγχου αεριοστροβίλου INDUSTRY
gas turbine generator γεννήτρια αεριοστροβίλου INDUSTRY
gas turbine maintenance συντήρηση αεριοστροβίλου INDUSTRY
gas turbine-driven synchronous generator στροβιλοκίνητη σύγχρονη γεννήτρια αερίου INDUSTRY
Gaseous Hydrogen (GH2) υδρογόνο σε αέρια κατάσταση PHYSICS
Gaseous Oxygen (GOX) οξυγόνο σε αέρια κατάσταση PHYSICS
gasket φλάντζα, παρέμβυσμα MECHANICS
gas-tight αεροστεγής MECHANICS
gastrin γαστρίνη MEDICINE
gastritis γαστρίτις MEDICINE
gastrocnemius γαστροκνημία ANATOMY
gastroenteritis γαστρεντερίτις MEDICINE
gastroenterology γαστρεντερολογία MEDICINE
gastrorrhagia γαστρορραγία MEDICINE
gastrotomy γαστροτομή MEDICINE
gas-turbine αεριοστρόβιλος INDUSTRY
gate θυρόφραγμα, πύλη GENERAL
gate valve βαλβίδα πύλης INDUSTRY
gating λειτουργία πύλης GENERAL
gauge pressure σχετική πίεση PHYSICS
gauss (CGS) -unit of magnetic induction μονάδα μαγνητικής επαγωγής γκάους MEASUREMENT
gaussage ένταση μαγνητικού πεδίου μετρώμενη σε γκάους MEASUREMENT
gauze γάζα GENERAL
GE - Generator End GE - άκρο γεννήτριας INDUSTRY
gear ταχύτητα MECHANICS
gear pump αντλία με γρανάζια, αντλία με οδοντοτροχούς INDUSTRY
gear teeth οδόντωση MECHANICS
gear train σύστημα οδοντοτροχών MECHANICS
gearbox κιβώτιο ταχυτήτων MECHANICS
geared pump αντλία με μειωτήρα INDUSTRY
gears and belts ιμάντες και γρανάζια MECHANICS
GEDS - GE Drive Systems GEDS - Συστήματα οδήγησης GE INDUSTRY
gelatin ζελατίνη INDUSTRY
Gemini, Gem (constellation) Δίδυμοι (αστερισμός) ASTRONOMY
gender γέvος BIOLOGY
gene γονίδιο GENETICS
gene derepression αποκαταστολή γονιδίου GENETICS
general education γενική εκπαίδευση EDUCATION
General Electric Drive System Σύστημα οδήγησης General Electric INDUSTRY
general fault protection γενική προστασία σφάλματος I.T.
general proxy γενικό πληρεξούσιο LAW
general purpose register (GPR) καταχωρητής γενικής χρήσης I.T.
general resistance γενική αντίσταση ELECTRONICS
generation γεvεά DEMOGRAPHY
generator γεννήτρια ELECTRICAL
generator assembly διάταξη γεννήτριας ENGINEERING
generator breaker διακόπτης γεννήτριας ELECTRICAL
generator capability vs. temperature curve καμπύλη δυνατότητας γεννήτριας έναντι θερμοκρασίας ENGINEERING
generator control system σύστημα ελέγχου γεννήτριας INDUSTRY
generator exciter and cooling systems συστήματα διεγέρτη και ψύξης γεννήτριας INDUSTRY
generator gasket location σημείο φλάντζας γεννήτριας INDUSTRY
generator hydrogen system σύστημα υδρογόνου γεννήτριας INDUSTRY
generator information πληροφορίες γεννήτριας INDUSTRY
generator nameplate drawing ονομαστικό σχέδιο γεννήτριας INDUSTRY
generator protective trip προστατευτικός ασφαλειοδιακόπτης γεννήτριας INDUSTRY
generator shaft sealing system σύστημα σφράγισης άξονα γεννήτριας INDUSTRY
generic γεvικός GENERAL
genesis γέvεση GENERAL
genestatic αντισποριογόνο BIOLOGY
genetic κληρονομικός GENETICS
genetics γεvετική GENETICS
genic γονιδιακός GENETICS
genital γεννητικός MEDICINE
genitalia γεννητικά όργαvα ANATOMY
genome γονιδίωμα BIOLOGY
geo targeting service υπηρεσία γεωγραφικού προορισμού I.T.
geo... (prefix) γεω (πρόθεμα) αναφερόμενο στη Γη GENERAL
geocentric γεωκεντρικός GENERAL
Geocentric Coordinate Time (TCG) γεωκεντρικός χρόνος συντεταγμένων MEASUREMENT
geodesic dome γεωδαιτικός θόλος ENGINEERING
geodesy γεωδαισία PHYSICS
geographic coordinate system γεωγραφικές συντεταγμένες CARTOGRAPHY
Geographic Information System (GIS) σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών (GIS) I.T.
geomagnetic storm γεωμαγνητική καταιγίδα PHYSICS
geometric similarity γεωμετρική ομοιότητα MATHEMATICS
geophyte γεώφυτο BOTANY
geospace γεωδιάστημα AEROSPACE
geostationary orbit (GEO), (GO) γεωστατική τροχιά AEROSPACE
geostationary transfer orbit (GTO) γεωστατική τροχιά μεταφοράς AEROSPACE
geostrophic wind γεωστροφικός άνεμος PHYSICS
geosynchronous orbit γεωστατική τροχιά πάνω από το ισημερινό (0° πλάτος) AEROSPACE
geothermal energy γεωθερμική ενέργεια ENERGY
geriatrics γηριατρική MEDICINE
germ σπέρμα ασθένειας / μόλυσμα, νοσογόνος μικροοργανισμός, σπόρος MEDICINE / BOTANY
German measles ερυθρά MEDICINE
germinant αρτίφυτρο BOTANY
germination inhibitor αναστολέας βλάστησης BOTANY
gerontology γεροντολογία MEDICINE
g-force δύναμη g (δύναμη βαρύτητας - 1g = 9.81 m/s²) AEROSPACE
gibbane skeleton γιββανικός σκελετός BOTANY
gibberellic acid, GA3 γιββερελλικό οξύ BOTANY
gibberellin, GA γιββερελλίνη BOTANY
gibibit (Gibit) (Gib) = 'giga binary binary digit' προτεινόμενη μονάδα δεδομένων, 1 gibibit = 230 bits MEASUREMENT
gift κληροδότημα GENERAL
giga (G) - (prefix) γίγα (πρόθεμα) - π.χ.: γιγάμετρο GENERAL
gigabit (Gb) (Gbit) μονάδα δεδομένων, 1 gigabit = 109 bits I.T.
gigabyte μονάδα δεδομένων, 1000³ bytes ή 1024³ bytes I.T.
gigahertz (GHz) γιγαχερτζ, ισούται με ένα δισεκατομμύριο χερτζ PHYSICS
gigantism γιγαντισμός MEDICINE
gimbal αντίζυγo, βάση περιστροφής γύρω από έναν ενιαίο άξονα ENGINEERING
girder τραβέρσα ENGINEERING
gland exhauster system σύστημα απαγωγής στυπειοθλίπτη INDUSTRY
gland seal emergency spray ψεκασμός εκτάκτου ανάγκης σφράγισης στυπειοθλίπτη INDUSTRY
gland steam exhauster σύστημα απαγωγής ατμού στυπειοθλίπτη INDUSTRY
glandular and connective tissue αδενικός και συνδετικός ιστός MEDICINE
glandule αδένιο MEDICINE
glans βάλανος ANATOMY
glass γυαλί ENGINEERING
glass fiber, glass fibre υαλοΐνα, ίνες υάλου ENGINEERING
glass filled nylon νάιλον ενισχυμένο με ίνες γυαλιού ENGINEERING
glass tape υαλοταινία ENGINEERING
glass transition υαλώδης μετάπτωση PHYSICS
glass tying cord δετικό υαλονήμα INDUSTRY
glasses γυαλιά, διόπτρες OPTICS
glaucoma γλαύκωμα MEDICINE
glide ολίσθηση, γλίστρημα GENERAL
glider ανεμόπτερο AEROSPACE
Global Positioning System (GPS) Δορυφορικό Σύστημα Εντοπισμού I.T.
global system for mobile communications (GSM) διεθνές ψηφιακό σύστημα κινητής τηλεφωνίας TELECOMMUNICATIONS
globe valve σφαιρική βαλβίδα INDUSTRY
globin γλοβίνη BIOLOGY
globular cluster σφαιρωτό σμήνος ASTRONOMY
globule σφαιρίδιο GENERAL
glottal γλωττιδικός PHONETICS
glottis γλωττίδα ANATOMY
glow πυράκτωση, αίγλη GENERAL
glucagon γλυκαγόνη MEDICINE
glucan γλυκάνη MEDICINE
glucose γλυκόζη MEDICINE / CHEMISTRY
glucose tablets δισκία γλυκόζης MEDICINE
glucose utilization rate ρυθμός χρήσης της γλυκόζης, ρυθμός χρησιμοποίησης της γλυκόζης MEDICINE
glycemia γλυκαιμία MEDICINE
glyceride γλυκερίδιο CHEMISTRY
glycerln γλυκερίvη CHEMISTRY
glycerol γλυκερόλη CHEMISTRY
glycogen γλυκογόνο BIOLOGY
glycollic acid γλυκολλικό οξύ CHEMISTRY
glycolysis γλυκόλυση BIOLOGY
glycopenia γλυκοπενία MEDICINE
glycoside γλυκοζίτης CHEMISTRY
glycosylated hemoglobin γλυκοζιωμένη αιμοσφαιρίνη MEDICINE
glyoxysome γλυοξύσωμα BOTANY
go μετάβαση I.T.
Go again to Μεταβείτε εκ νέου I.T.
go pro per εκπροσωπώ τον εαυτό μου (στο δικαστήριο) LAW
goitrogenic βρογχοκηλογόvος MEDICINE
gold χρυσός PHYSICS
gold standard κανόνας χρυσού ECONOMICS
gold-exchange standard κανόνας συναλλάγματος-χρυσού ECONOMICS
gonococcus γονόκοκκος MEDICINE
gonorrhea βλεννόρροια MEDICINE
gouge κοίλο κοπτικό εργαλείο TOOLS
gout ποδάγρα MEDICINE
governor ρυθμιστής MECHANICS
governor speed ταχύτητα ρυθμιστή MECHANICS
grade βαθμός, τάξη GENERAL
grade of disease βαθμίδα ασθένειας MEDICINE
gradient βαθμίδα, κλίση GENERAL
gradient wind άνεμος βαροβαθμίδας METEOROLOGY
graduated βαθμολογημένος GENERAL
grain κόκκος, ελαστικοειδής μάζα προώθησης στερεών καυσίμων GENERAL
grain (gr) μονάδα μάζας ίση με 64.79891 χιλιοστόγραμμα MEASUREMENT
grain oriented Silicon steel πυριτιούχος χάλυβας με προσανατολισμένους κόκκους METALLURGY
gram(me) γραμμάριο MEASUREMENT
gram-degree μικροθερμίδα MEASUREMENT / PHYSICS
gramme molecule γραμμομόριο MEASUREMENT
grammeme τάγμημα LINGUISTICS
Grand jury Δικαστικό Συμβούλιο, Συμβούλιο Ενόρκων LAW
grand mal crisis γενικευμένη τονικοκλονική κρίση MEDICINE
granite γρανίτης GEOLOGY
granular fracture κοκκώδης θραύση GEOLOGY
granule κοκκίο GENERAL
granulomatous κοκκιωματόδους MEDICINE
granulomatous hepatitis κοκκιωματόδους ηπατίτιδας MEDICINE
graphical user interface (GUI) γραφικό περιβάλλον εργασίας I.T.
graphics interchange format (GIF) τυποποιημένη μορφή συμπίεσης αρχείων με εικόνες I.T.
graphite ribbon ταινία γραφίτη INDUSTRY
grass αγρωστώδες AGRONOMY
gravitational field πεδίο βαρύτητας PHYSICS
gravitational law νόμος βαρύτητας PHYSICS
gravitational mass βαρυτική μάζα PHYSICS
gravitational waves κύματα βαρύτητας PHYSICS
gravitropism βαροτροπισμός BOTANY
gravity βαρύτητα PHYSICS
gravity assist trajectory τροχιά με στροφορμή μεταφοράς από πλανήτη σε σκάφος AEROSPACE
gravity field survey επισκόπηση πεδίου βαρύτητας AEROSPACE
gray hat ευφημισμός εισβολέων μη κακόβουλων σκοπών I.T.
gray, grey γκρίζος GENERAL
grazing βόσκηση AGRONOMY
great circle διατομή σφαίρας με ένα επίπεδο που περνά το κέντρο της MATHEMATICS
great circle sailing ορθοδρομία NAUTICAL TERMS
great red spot μεγάλη ερυθρή κηλίδα ASTROPHYSICS
Greek Government Gazette (GGG), FEK Φ.Ε.Κ. / ΦΕΚ - Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως LAW
green area χώρος πρασίνου ECOLOGY
greenhouse cultivation καλλιέργεια θερμοκηπίου BOTANY
greenhouse effect φαινόμενο του θερμοκηπίου ECOLOGY
greenhouse gases αέρια θερμοκηπίου ECOLOGY
Greenwich Apparent Sidereal Time (GΑST) φαινόμενος/αληθής αστρικός χρόνος του Γκρήνουϊτς MEASUREMENT
Greenwich Apparent Sidereal Time (GΑST) φαινόμενος / αληθής αστρικός χρόνος του Γκρήνουϊτς MEASUREMENT
Greenwich Mean Sidereal Time (GMST) μέσος αστρικός χρόνος του Γκρήνουϊτς MEASUREMENT
Greenwich Mean Time (GMT) Μέση Ώρα Γκρίνουιτς, Μεσημβρινή Ώρα Γκρίνουιτς MEASUREMENT
Greenwich Sidereal Time (GST) αστρικός χρόνος του Γκρήνουϊτς MEASUREMENT
grey atmosphere φαιά ατμόσφαιρα ASTROPHYSICS
greylist, graylist γκρίζα λίστα I.T.
grid υπολογιστικό πλέγμα, δίκτυο, κάναβος, κάνναβος GENERAL
grinder μηχάνημα λείανσης, τροχός TOOLS
grinding λειοτρίβηση, τρόχισμα ENGINEERING
grip λαβή GENERAL
grit λειαντικό μέσο TOOLS
grit paper λειαντικό χαρτί TOOLS
grooming διαγραφή ανενεργών αρχείων I.T.
grooved pulley αυλακωτή τροχαλία MECHANICS
grooved rings αυλακωτοί δακτύλιοι MECHANICS
Gross Ton, Long Ton (L/T), Imperial Ton 2240 λίβρες /1016.0469088 χιλιόγραμμα MEASUREMENT
ground γειώνω ELECTRICAL
ground fault βλάβη γείωσης ELECTRICAL
grounded conductor alarm συναγερμός γειωμένου αγωγού INDUSTRY
grounding lug ωτίο γείωσης ELECTRICAL
grounding pad μαξιλαράκι γείωσης ELECTRICAL
grounding system σύστημα γείωσης ELECTRICAL
groundwater υπόγεια ύδατα GEOLOGY
group ομάδα GENERAL
group farming ομαδική καλλιέργεια AGRONOMY
growth αύξηση GENERAL
growth analysis ανάλυση της αύξησης GENERAL
growth curve αυξητική καμπύλη BIOLOGY
growth kinetics αυξητική κινητική BIOLOGY
growth parameter αυξητική παράμετρος GENERAL
growth promoter αυξητικός προωθητής AGRONOMY
growth rate αυξητικό τάχος GENERAL
growth response αυξητική αντίδραση GENETICS
growth retardant αυξητικός καθυστερητής BOTANY
growth retardation αυξητική καθυστέρηση MEDICINE
Grus, Gru (constellation) Γερανός (αστερισμός) ASTRONOMY
gryposis γρύπωση MEDICINE
GT - Gas Turbine GT - αεριοστρόβιλος INDUSTRY
guanine γουανίνη BIOCHEMISTRY
guanosine γουονοσίνη BIOCHEMISTRY
guard band προστατευτική ζώνη GENERAL
guest account λογαριασμός επισκέπτη I.T.
Guidance, Navigation and Control (GN&C) καθοδήγηση, ναυσιπλοΐα και έλεγχος ENGINEERING
guide block μπλοκ οδήγησης INDUSTRY
guide plate οδηγητική πλάκα INDUSTRY
guide vanes πτερύγια οδηγοί, οδηγά πτερύγια INDUSTRY
guidelines κατευθυντήριες γραμμές, οδηγίες GENERAL
guillotine factor συντελεστής αποκοπής ASTROPHYSICS
gummy deposits κομμώδεις εναποθέσεις GENERAL
gusset συνδετικό έλασμα ENGINEERING
gust ριπή ανέμου METEOROLOGY
gustatory γευστικός GENERAL
gymnastics γυμναστική GENERAL
gynecic γυναικείος MEDICINE
gynecology γυναικολογία MEDICINE
gynephobia γυναικοφοβία PSYCHOLOGY
gyration περιστροφή GENERAL
gyroscope γυροσκόπιο ENGINEERING / PHYSICS
gοnοrrhea γονόρροια MEDICINE
H2 control cabinet equipment εξοπλισμός καμπίνας ελέγχου H2 INDUSTRY
H2 leakage and purity formula τύπος διαρροής και καθαρότητας H2 INDUSTRY
habit έξη GENERAL
habitat βιότοπος ECOLOGY
hacker εισβολέας υπολογιστή I.T.
hail χαλάζι METEOROLOGY
hair τρίχα BIOLOGY
hair crack τριχοειδής ρωγμάτωση ENGINEERING
halcyon days αλκυονίδες μέρες METEOROLOGY
Haldol αλοπεριδόνη (ανταγωνιστής της ντοπαμίνης) PHARMACOLOGY / PSYCHOLOGY
half-life ημιζωή PHYSICS
hallucination παραίσθηση PSYCHOLOGY
hallucinogen παραισθησιογόνος, ψευδαισθησιογόνος MEDICINE
halo άλως ASTRONOMY
halo orbit τροχιά γύρω από σημείο Λαγκρανζ μεταξύ 2 σωμάτων ASTROPHYSICS
halogen αλογόνο CHEMISTRY / PHYSICS
halophyte αλόφυτο BOTANY
hammer σφύρα, σφυρί TOOLS
hand παλάμη: περίπου 102 χλμ (μέτρο μήκους) MEASUREMENT
hand adjustment χειροκίνητη ρύθμιση GENERAL
hand hole οπή χειρός ENGINEERING
hand lever μοχλός χειρός MECHANICS
hand shaking χειραψία I.T.
handle λαβή, δείκτης χειρισμού GENERAL
handle bolt μπουλόνι λαβής MECHANICS
handling χειρισμός GENERAL
handrails χειρολισθήρας, κουπαστής κλίμακας GENERAL
handset χειροσυσκευή GENERAL
handshaking protocol πρωτόκολλο χειραψίας I.T.
hand-tagged χειροκίνητο σημάδεμα I.T.
handwriting recognition αναγνώριση γραφής I.T.
haploid nucleus απλοειδής πυρήνας GENETICS
hard disk σκληρός δίσκος I.T.
hard energy μη ήπια μορφή ενέργειας ENERGY
hardened σκληρυμμένος, βαμμένος GENERAL
hardened steel σκληρυμμένος χάλυβας, βαμμένος χάλυβας METALLURGY
hardening σκλήρυνση (μετάλλου), βαφή (μετάλλου) METALLURGY
hardness σκληρότητα GENERAL
hardware ηλεκτρομηχανολογικό μέρος Η/Υ, υλικό, υλισμικό I.T.
hardware and sound υλικό και ήχος I.T.
hardware jumpers γεφυρωτές υλικού εξοπλισμού I.T.
hardware modules μονάδες υλικού εξοπλισμού I.T.
Hardware Security Module (HSM) ειδική συσκευή προστασίας κλειδιών κρυπτογράφησης I.T.
hardwired control unit καλωδιωμένη μονάδα ελέγχου I.T.
harmful επιβλαβές GENERAL
harmless αβλαβής GENERAL
harmonic mean αρμονικός μέσος MATHEMATICS
Hash Buster Παραβάτης κατακερματισμού I.T.
hashish χασίς PSYCHOACTIVE SUBSTANCES
hatch γκλαβανή, κουβούσι, στεγανή θύρα GENERAL
hatch pattern σχέδιο διαγράμμισης ENGINEERING / I.T.
hatched διαγραμμισμένος GENERAL
hatchery εκκολαπτήριο INDUSTRY
hatches, matches and dispatches γεννήσεις, γάμοι και θάνατοι GENERAL
hatchway διαύγειο, κουβούσι ENGINEERING
hazardous issue παράγοντας κινδύνου GENERAL
haze αχλύς ξηρά METEOROLOGY
HDL cholesterol χολεστερόλη HDL MEDICINE
head κεφαλή GENERAL
Header Κεφαλίδα I.T.
header bond μπατική τοιχοποιία ENGINEERING
heading τίτλος GENERAL
headset ακουστικό κεφαλής ACOUSTICS
healing ίαση, επούλωση MEDICINE
health υγεία MEDICINE
health aid υγειονομική βοήθεια ECONOMICS
health care provider παροχέας υγειονομικής περίθαλψης, οικογενειακός γιατρός, παθολόγος, γιατρός MEDICINE
health control υγειονομικός έλεγχος MEDICINE
health costs κόστος της υγείας ECONOMICS
health education υγειονομική αγωγή EDUCATION
Health Promotion Officer υπεύθυνος προαγωγής υγείας LAW
hearing ακρόαση GENERAL
hearing impaired person άτομο με εξασθένηση ακοής MEDICINE
hearing loss βαρηκοία MEDICINE
heart καρδιά MEDICINE
heart rate (HR) καρδιακή συχνότητα (ΚΣ) MEDICINE
heat θερμότητα GENERAL
heat balance εξισορρόπηση θερμότητας AEROSPACE
heat consumption κατανάλωση θερμότητας ENERGY
heat energy θερμική ενέργεια ENERGY
heat exchanger θερμικός μεταλλάκτης PHYSICS
heat pump αντλία θερμότητος PHYSICS
heat rate ειδική κατανάλωση θερμότητας ENERGY
heat recovery boilers λέβητες ανάκτησης θερμότητας INDUSTRY
heat shield αντιθερμικός θώρακας διαστημικού οχήματος AEROSPACE
heat shrink termination θερμοσυστελλόμενος τερματισμός INDUSTRY
heat soak υπερθέρμανση ENGINEERING
heat tracing συνοδεύουσα θέρμανση INDUSTRY
heat transfer μεταφορά θερμότητας ENGINEERING
heat value θερμική τιμή, θερμαντική ισχύς PHYSICS
heater high level switch διακόπτης υψηλού επιπέδου θερμαντήρα INDUSTRY
heating and sealing air system σύστημα θέρμανσης και αεροστεγανότητας ENGINEERING
heating and ventilation flow ροή θέρμανσης και αερισμού INDUSTRY
heating cycle κύκλος θέρμανσης GENERAL
heating value θερμαντική ισχύς PHYSICS
heatstroke θερμοπληξία MEDICINE
heat-treated alloy θερμικά επεξεργασμένο κράμα METALLURGY
heavy duty βαρέων χρήσεων GENERAL
heavy turbine parts βαριά εξαρτήματα στροβίλου INDUSTRY
hecto (h) - (prefix) εκατό (πρόθεμα) -π.χ.: εκατόμετρο GENERAL
hectogram(s) εκατόγραμμο(α) MEASUREMENT
height ύψος GENERAL
Hele-Shaw model ομοίωμα Hele-Shaw PHYSICS
helical ελικοειδές GENERAL
helicity ελίκωση PHYSICS
helicoid ελικοειδής MATHEMATICS
helio (prefix) ηλιο- πρόθεμα αναφερόμενο στον ήλιο GENERAL
heliocentric ηλιοκεντρικός ASTRONOMY
heliocentric cosmology ηλιοκεντρική κοσμολογία ASTRONOMY
heliocentric system ηλιοκεντρικό σύστημα ASTRONOMY
heliopause ηλιοπαύση ASTROPHYSICS
heliosphere ηλιόσφαιρα ASTROPHYSICS
helium ήλιο PHYSICS
helix έλικα MATHEMATICS
Hellenic Association of Veterinary Orthopaedics and Traumatology Ελληνική Κτηνιατρική Εταιρεία Ορθοπαιδικής και Τραυματολογίας (ΕΚΕΟΤ) BIOLOGY
Hellenic Society of Orthopaedic Surgery and Traumatology Ελληνική Εταιρεία Χειρουργικής Ορθοπαιδικής και Τραυματολογίας (EEXOT) MEDICINE
Help Βοήθεια I.T.
help and support βοήθεια και υποστήριξη I.T.
help manual βοηθητικό εγχειρίδιο INDUSTRY
hemagglutination αιμοσυγκόλληση MEDICINE
hemangioma αιμαγγείωμα MEDICINE
hematemesis αιματέμεση MEDICINE
hematin αιματίνη MEDICINE
hematinuria αιματινουρία MEDICINE
hematocrit (HT) αιμοκρίτης MEDICINE
hematology αιματολογία MEDICINE
hematoma αιμάτωμα MEDICINE
hematopathology αιμοπαθολογία MEDICINE
hematuria αιματουρία MEDICINE
hemicrania ημικρανία MEDICINE
hemilateral ημιπλάγιος MEDICINE
hemiparesis ημιπάρεση MEDICINE
hemiplegia ημιπληγία MEDICINE
hemisphere ημισφαίριο GENERAL
hemodialysis αιμοκάθαρση MEDICINE
hemodynamics αιμοδυναμική MEDICINE
hemofiltration αιμοδιήθηση MEDICINE
hemoglobin αιμοσφαιρίνη MEDICINE
hemolysis αιμόλυση MEDICINE
hemophilia αιμοφιλία, αιμορροφιλία MEDICINE
hemophilic αιμοφιλικός, αιμορροφιλικός MEDICINE
hemoprotein αιμοπρωτείνη MEDICINE
hemoptysis αιμόπτυση MEDICINE
hemorrhage αιμορραγία MEDICINE
hemorrhoid αιμορροίδα MEDICINE
hemorrhoidectomy αιμορροϊδεκτομή MEDICINE
hemostasis αιμόσταση MEDICINE
hemothorax αιμοθώρακας MEDICINE
hemotoxin αιμοτοξίνη MEDICINE
heparin ηπαρίνη PHARMACOLOGY
hepatic ηπατικής MEDICINE
hepatitis ηπατίτις MEDICINE
hepatology ηπατολογία MEDICINE
hepatolysis ηπατόλυση MEDICINE
hepatomegaly ηπατομεγαλία MEDICINE
herb πόα, χόρτο BOTANY
Hercules, Her (constellation) Ηρακλής (αστερισμός) ASTRONOMY
heredity κληρονομικότητα GENETICS
hermetic ερμητικός GENERAL
hermetic seal στεγανότητα GENERAL
hernia κήλη MEDICINE
heroin ηρωίνη PSYCHOACTIVE SUBSTANCES
herpes έρπης MEDICINE
herpes infections ερπητικές λοιμώξεις MEDICINE
herpes zoster έρπης ζωστήρ MEDICINE
hertz (Hz) χερτζ MEASUREMENT
hertzian ερτζιανό PHYSICS
heterosphere ετερόσφαιρα METEOROLOGY
hexadecimal δεκαεξαδικό σύστημα αρίθμησης MATHEMATICS / I.T.
hexagonal nut εξαγωνικό περικόχλιο / παξιμάδι MECHANICS
hexagonal wrench εξαγωνικό κλειδί TOOLS
hibernate αδρανοποίηση I.T.
hiccough, hiccup λόξυγκας MEDICINE
hidden Markov model (HMM) κρυφό μοντέλο Μarkov I.T.
hide απόκρυψη I.T.
hidyne, hydyne καύσιμη ύλη με βάση την υδραζίνη AEROSPACE
Hi-fi Hi-fi / υψηλής πιστότητας ACOUSTICS
high υψηλός GENERAL
high alarm υψηλού ορίου συναγερμός INDUSTRY
high blood pressure (HBP) αρτηριακή υπέρταση (ΑΥ) MEDICINE
high cycle fatigue cracking ρωγμάτωση κόπωσης υψηλού κύκλου MECHANICS
high degree of dysfunction μεγάλος βαθμός δυσλειτουργίας GENERAL
high density υψηλής πυκνότητας GENERAL
high density polyethylene (HDPE) πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας INDUSTRY
high dielectric strength system σύστημα υψηλής διηλεκτρικής αντοχής ELECTRICAL
high drum solids υψηλά στερεά τυμπάνου INDUSTRY
high exhaust temperature trip ασφαλειοδιακόπτης υψηλής θερμοκρασίας εξάτμισης INDUSTRY
high fidelity υψηλή πιστότητα ACOUSTICS
High Frequency (HF) Υψηλή συχνότητα (3 - 30 MHz) TELECOMMUNICATIONS
high level language γλώσσα υψηλού επιπέδου I.T.
High Potential Test (Hipot) έλεγχος υψηλού δυναμικού ELECTRICAL
high pressure (HP) υψηλή πίεση (HP) METEOROLOGY / GENERAL
high pressure and reheat temperature differentials υψηλά διαφορικά πίεσης και θερμοκρασίας αναθέρμανσης INDUSTRY
high pressure and reheat turbine shell drains συστ. αποστράγγισης κελύφους στροβίλου υψηλής πίεσης & αναθέρμανσης INDUSTRY
high Reynolds number flow ροή υψηλού αριθμού Reynolds PHYSICS
high rotor current υψηλό ρεύμα στροφείου ELECTRICAL
high rotor eccentricity υψηλή εκκεντρότητα στροφείου MECHANICS
high temperature ramp rate υψηλή τιμή ράμπας θερμοκρασίας INDUSTRY
high tensile strength υψηλή αντοχή σε εφελκυσμό INDUSTRY
high test peroxide (HTP) υπεροξείδιο του υδρογόνου (διαλύματος 85-98%) AEROSPACE
high tide παλίρροια PHYSICS
high vibration trip ασφαλειοδιακόπτης υψηλής δόνησης INDUSTRY
high-cut filter φίλτρο αποκοπής υψηλών συχνοτήτων ELECTRONICS
High-energy particle detector ανιχνευτής σωματιδίων υψηλής ενέργειας PHYSICS
higher education ανώτατη εκπαίδευση EDUCATION
higher heating value υψηλότερη τιμή θέρμανσης PHYSICS
High-Gain Antenna (HGA) κεραία υψηλού κέρδους AEROSPACE / TELECOMMUNICATIONS
high-high υψηλό-υψηλό INDUSTRY
highlight επιλογή I.T.
high-pass filter υψιπερατό φίλτρο ELECTRONICS
hijacking πειρατεία I.T.
hill farming ορεινή γεωργία AGRONOMY
Hill Start Assist (HAS) σύστημα υποβοήθησης εκκίνησης σε ανηφόρα INDUSTRY
hinge άρθρωση, γιγγλυμός, σύνδεσμος MECHANICS
hinged αρθρωτός, γιγγλυμωτός MECHANICS
hinged beam δοκός με άρθρωση, δοκός με δύο αρθρώσεις MECHANICS
hinged joint αρθρωτή σύνδεση MECHANICS
hinged mirror αρθρωτό κάτοπτρο MECHANICS
hip ισχίο ANATOMY
His Bundle Electrogram (HBE) ηλεκτρογράφημα δεματίου His (ΗΔΗ) MEDICINE
histamine ισταμίνη BIOLOGY
histogenic defence reaction αντίδραση αμύνης, ιστογενής BIOLOGY
histogram ιστόγραμμα STATISTICS
histopathological ιστοπαθολογικός MEDICINE
History ιστορικού I.T.
History cleaner Καθαρισμός ιστορικού I.T.
history of a disease ιστορικό ασθένειας MEDICINE
hit time χρόνος επιτυχίας MATHEMATICS
hitch ζεύξη GENERAL
hitting κρούση GENERAL
hoar frost πάχνη / παγετός METEOROLOGY
hoax ειδήσεις-μαϊμού I.T.
hogging air ejector εκβολέας πεπιεσμένου αέρα αφαίρεσης στερεών ENGINEERING
Hohmann transfer orbit τροχιά μεταφοράς Hohmann AEROSPACE
hoist ανυψώνω GENERAL
hold αναμονή GENERAL
hold (v) συγκρατώ GENERAL
hold down κρατώ πατημένο GENERAL
hold point σημείο κράτησης INDUSTRY
hold time χρόνος κράτησης I.T.
holding air ejector εκβολέας πεπιεσμένου αέρα διατήρησης INDUSTRY
holding of two jobs διπλή απασχόληση ECONOMICS
hole οπή GENERAL
home αρχική, κεντρική (σελίδα) I.T.
home education εκπαίδευση κατ' οίκον EDUCATION
home network οικείο δίκτυο, πάτριο δίκτυο I.T.
Homing Type (HT) τύπου προσοικείωσης AEROSPACE
Homo Loquens Ο ομιλών άνθρωπος (κατά το Homo Sapiens) PSYCHOLOGY
homogeneous fluid ομογενές ρευστό METEOROLOGY
homogeneous, homogenous ομογενής, ομοιογενής GENERAL
homogenοus substance ομογενής ουσία GENERAL
homologous ομόλογος BIOLOGY
homomorphic ομομορφικός MATHEMATICS
homosphere oμοιόσφαιρα PHYSICS
Honeypot Παγίδα εισβολών (Honeypot) I.T.
hood κάλυμμα, καλύπτρα, καπό GENERAL
hood spray system σύστημα ψεκασμού καλύπτρας INDUSTRY
hook and loop (Velcro) γάντζος και θηλιά, ταχυσυνάπτης (κοινώς σκρατς) ENGINEERING
hook and loop straps ιμάντες με άγκιστρα και θηλιές, ιμάντες με βέλκρο/ταχυσυνάπτη ENGINEERING
Hooke's law νόμος Hooke PHYSICS
hookworm αγκυλόστομα MEDICINE
hoop tension περιφερειακή τάση ENGINEERING
hopper χοάνη INDUSTRY
horizon ορίζοντας GENERAL
horizon scanner ανιχνευτής ορίζοντα AEROSPACE
horizontal οριζόντιος GENERAL
horizontal agreement οριζόντια σύμπραξη ECONOMICS
horizontal and vertical field of view calculators υπολογιστές οριζόντιων & καθέτων γωνίων παρατήρησης OPTICS
horizontal encoder index mark ενδεικτικό σημείο οριζόντιου κωδικοποιητή ENGINEERING
horizontal flight οριζόντια πτήση AEROSPACE
horizontal resistance οριζόντια αντοχή GENETICS
horizontal scrolling οριζόντια κύληση I.T.
horizontal synchronization οριζόντιος συγχρονισμός ELECTRONICS
hormone transport inhibitor αναστολέας μεταφοράς ορμονών MEDICINE
horn κέρας, κόρνα GENERAL
hornblende κεροστίλβη MINERALOGY
Horologium, Hor (constellation) Ωρολόγιον (αστερισμός) ASTRONOMY
horse latitudes πλάτη του ίππου ή ζώνες υποτροπικών νηνεμιών GEOGRAPHY
hose εύκαμπτος σωλήνας GENERAL
hose stations πυροσβεστική φωλεά INDUSTRY
hospice άσυλο MEDICINE
hospital expenses νοσήλια MEDICINE
host-based security ασφάλεια με βάση τον διακομιστή I.T.
hosted spam filter φιλοξενία φίλτρου spam I.T.
hot air balloon αερόστατο GENERAL
hot compression moulding θερμική διαμόρφωση πλαστικού με πίεση INDUSTRY
hot dip εμβάπτιση εν θερμώ METALLURGY
hot gas path διαδρομή θερμού αερίου INDUSTRY
hot line ανοικτή γραμμή, γραμμή εξυπηρέτησης πελατών GENERAL
hot reheat line θερμή γραμμή αναθέρμανσης INDUSTRY
hot reheat steam θερμός ατμός αναθέρμανσης INDUSTRY
hot rolled θερμής έλασης METALLURGY
hot start υπερθέρμανση κατά την εκκίνηση GENERAL
hot zone ενεργός ζώνη GENERAL
hot, dry south-western wind Λίβας ή Γαρμπής METEOROLOGY
hotfix (patch) διορθωτικό αρχείο για κάποιο προϊόν της Microsoft I.T.
hotspot ενεργό σημείο I.T.
hour angle ωριαία / ωρική γωνία (Η) ASTRONOMY
hour circle ωριαίος κύκλος ASTRONOMY
Hourly Noise Level (HNL) ωριαίο επίπεδο θορύβου ECOLOGY
household consumption κατανάλωση των νοικοκυριών ECONOMICS
housekeeping economy οικιακή οικονομία ECONOMICS
housing περίβλημα, θήκη INDUSTRY
housing law στεγαστικό δίκαιο LAW
hover κατάδειξη I.T.
hovercraft χόβερκραφτ AEROSPACE
Howell-Jolly bodies σωματίδια Jolly MEDICINE
HPU - Hydraulic Power Unit HPU - μονάδα παραγωγής υδραυλικής ισχύος ENERGY
HPV infection, human papilloma virus infection λοίμωξη HPV MEDICINE
HRSG - Heat Recovery Steam Generator HRSG - ατμολέβητας ανάκτησης θερμότητας INDUSTRY
HRSG HP economizer οικονομητήρας HP HRSG INDUSTRY
HRSG IP drum level controller ελεγκτής επιπέδου τυμπάνου IP HRSG INDUSTRY
HRSG IP feedwater controls χειριστήρια τροφοδοσίας νερού IP HRSG INDUSTRY
HRSG low pressure drum τύμπανο χαμηλής πίεσης HRSG INDUSTRY
HRSG LP economizer οικονομητήρας LP HRSG INDUSTRY
HSFV - Heating Steam Feed Valve HSFV - βαλβίδα τροφοδοσίας ατμού θέρμανσης INDUSTRY
Hubble constant σταθερά Hubble ASTROPHYSICS
human factor ανθρώπινος παράγων GENERAL
human insulin analogue ανάλογο ανθρώπινης ινσουλίνης MEDICINE
human rights δικαιώματα του ανθρώπου LAW
humean (rather than a human being - Hume) ένα ον παρά ένα ανθρώπινο ον (κατά τον Hume) PSYCHOLOGY
humerus βραχιόνιο (οστούv) ANATOMY
humidification ύγρανση GENERAL
humidifier υγραντής GENERAL
humidity υγρασία GENERAL
humidity detector ανιχνευτής υγρασίας INDUSTRY
humoralism χυμοπαθολογία MEDICINE
hundred weight or hundredweight μονάδα μέτρησης μάζας = 50.80234544 χιλιόγραμμα MEASUREMENT
hunger πείνα GENERAL
hurricane κυκλώνας METEOROLOGY
HVAC - Heating, Ventilation and Air Conditioner equipment HVAC - εξοπλισμός θέρμανσης, εξαερισμού και κλιματισμού ENGINEERING
hybrid attack υβριδική επίθεση I.T.
hybrid computer υβριδικός υπολογιστής I.T.
hybrid encryption υβριδική κρυπτογράφηση I.T.
hybridoma υβρίδωμα MEDICINE
Hydra, Hya (constellation) Ύδρα (αστερισμός) ASTRONOMY
hydrant κρουνός, υδροστόμιο INDUSTRY
hydraulic efficiency υδραυλική απόδοση INDUSTRY
hydraulic energy υδροδυναμική ενέργεια ENERGY
hydraulic fluid υδραυλικό υγρό INDUSTRY
hydraulic grade line πιεζομετρική γραμμή ENGINEERING
hydraulic head υδραυλικό ύψος /φορτίο GEOLOGY
hydraulic jump υδραυλικό άλμα PHYSICS
hydraulic lift υδραυλικός γρύλος INDUSTRY
hydraulic machine υδραυλική μηχανή INDUSTRY
hydraulic machine blade πτερύγιο υδραυλικής μηχανής INDUSTRY
hydraulic power unit rated pressure ονομαστική πίεση μονάδας παραγωγής υδραυλικής ισχύος INDUSTRY
hydraulic pumps υδραυλικές αντλίες INDUSTRY
hydraulic radius υδραυλική ακτίνα PHYSICS
hydraulic ram υδραυλικός κριός INDUSTRY
hydraulic similitude υδραυλική ομοιότητα ENGINEERING
hydraulic system υδραυλικό σύστημα INDUSTRY
hydraulic turbine υδροστρόβιλος INDUSTRY
hydraulically rough wall υδραυλικά τραχέο όριο ENGINEERING
hydraulically smooth wall υδραυλικά λείο όριο ENGINEERING
hydraulics υδραυλική PHYSICS
hydrazine υδροζίνη AEROSPACE / CHEMISTRY
hydrazinocarboxylic υδραζινοκαρβοξυλικό CHEMISTRY
hydrazone υδραζόνη CHEMISTRY
hydric υδρικός CHEMISTRY
hydrocarbon υδρογονάνθρακας CHEMISTRY
hydrochloric acid υδροχλωρικό οξύ CHEMISTRY
hydrodynamic engine υδροδυναμική μηχανή INDUSTRY
hydrodynamic stability theory θεωρία υδροδυναμικής ευστάθειας PHYSICS
hydrodynamics υδροδυναμική PHYSICS
hydroelectric power υδροηλεκτρική ενέργεια INDUSTRY
hydroelectric turbine υδροηλεκτρικός στρόβιλος INDUSTRY
hydrofoil υδροτομή, υδροπτέρυγο, υδρολισθητήρας NAUTICAL TERMS
hydrogen υδρογόνο PHYSICS
hydrogen cooling system σύστημα ψύξης υδρογόνου INDUSTRY
hydrogen design data δεδομένα σχεδιασμού υδρογόνου ENGINEERING
hydrogen gas system σύστημα αερίου υδρογόνου INDUSTRY
hydrogen peroxide (H2O2) υπεροξείδιο του υδρογόνου CHEMISTRY
hydrogenated υδρογονωμένος CHEMISTRY
hydrogenation υδρογόνωση CHEMISTRY
hydrograph υδρογράφος ENGINEERING
hydrolized υδρολυόμενος CHEMISTRY
hydrolysis υδρόλυση CHEMISTRY
hydrometer υδρόμετρο TOOLS
hydromycosis αδρομύκωση MYCOLOGY
hydropneumatic Control Module (HCM) μονάδα ελέγχου υδροπνευματικής λειτουργίας (HCM) INDUSTRY
hydropneumatic tank υδροπνευματική δεξαμενή INDUSTRY
hydroponics υδροπονία AGRONOMY
hydrosphere υδρόσφαιρα ECOLOGY
hydrostatic equilibrium υδροστατική ισορροπία ASTROPHYSICS
hydrostatic force υδροστατική δύναμη PHYSICS
hydrostatics υδροστατική PHYSICS
hydroxide υδροξείδιο CHEMISTRY
hydroxy acrylic υδροξύ-ακρυλικό CHEMISTRY
hydroxy-apatite (HA) υδροξυ-απατίτης CHEMISTRY
hydroxymethylium group ομάδα υδροξυμεθυλίου CHEMISTRY
hydroxy-terminated polybutadiene (HTPB) πολυβουτα-διένιο με υδροξύλια στα άκρα CHEMISTRY
Hydrus, Hyi (constellation) Ύδρος (αστερισμός) ASTRONOMY
hygiene υγιεινή MEDICINE
hygrometer υγρόμετρο, ψυχρόμετρο METEOROLOGY
hypalgesia υπαλγησία MEDICINE
hyperactivity υπερδραστηριότητα PSYCHOLOGY
hyperbola υπερβολή MATHEMATICS
hyperbolic πορεία τροχιάς προς πλανήτη σχήματος υπερβολής AEROSPACE
hyperemia υπεραιμία MEDICINE
hyperfluorosulfonic acid υπερφθοριοσουλφονικό οξύ CHEMISTRY
hypergolic υπεργολή AEROSPACE
hyperlink υπερσύνδεση I.T.
hyperplasia υπερπλασία MEDICINE
hyperspace υπερδιάστημα, απώτερο διάστημα GENERAL
hypertension υπέρταση MEDICINE
hypertensive υπερτασικός MEDICINE
HyperText Markup Language (HTML) γλώσσα σήμανσης υπερκειμένου παγκοσμίου ιστού I.T.
hypertext transport protocol (HTTP) πρωτόκολλο μεταφοράς υπερκειμένου I.T.
hypertrophic obstructive cardiomyopathy (HOCM) υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια (ΥΑΜΚΠ) MEDICINE
hypnosis ύπνωση MEDICINE
hypochondria υποχόνδρια MEDICINE
hypochromia υποχρωμία MEDICINE
hypodermic υποδερμικός MEDICINE
hypogastrium υπογάστριο MEDICINE
hypogravic υποβαρυτικός MEDICINE
hypophysis υπόφυση MEDICINE
hypotension υπόταση MEDICINE
hypothalamus υποθάλαμος MEDICINE
hypothermia υποθερμία MEDICINE
hypothesis υπόθεση GENERAL
hypoxoside υποξοσίδη PHARMACEUTICAL
hysterectomy υστερεκτομή, υστερεκτομία MEDICINE
hysteresis υστέρηση GENERAL
hysteresis loop βρόχος υστέρησης PHYSICS
hysteria υστερία PSYCHOLOGY
hysterotomy υστεροτομή MEDICINE
hοneypot διακομιστής που είναι εσκεμμένα εκτεθειμένος σε επιθέσεις I.T.
I am mailing my vote ταχυδρομώ την ψήφο μου POLITICAL SCIENCE
I/O device συσκευή εισόδου-εξόδου I.T.
I/O Report Αναφορά εισόδου / εξόδου I.T.
iatrogenic ιατρογενής MEDICINE
ice πάγος GENERAL
icon εικονίδιο I.T.
Iconicity Εικονικότητα PSYCHOLOGY
icterus ίκτερος MEDICINE
ideal ιδανικός GENERAL
ideal flow ιδανική / ιδεατή ροή MECHANICS
ideal fluid ιδεατό ρευστό PHYSICS
ideal gas τέλειο αέριο PHYSICS
ideal velocity ιδανική / ιδεατή ταχύτητα PHYSICS
identification αναγνώριση, ταυτοποίηση, εντοπισμός, λειτουργία κρυφής μνήμης GENERAL
identification and stamping αναγνώριση και επισήμανση INDUSTRY
identification number αναγνωριστικός αριθμός GENERAL
identity ταυτότητα GENERAL
identity document ταυτότητα LAW
identity theft κλοπή ταυτότητας LAW
ideology ιδεολογία POLITICAL SCIENCE
idiot ιδιώτης GENERAL
idiotype ιδιότυπος MEDICINE
idle άεργος GENERAL
idle channel ανενεργό κανάλι TELECOMMUNICATIONS
igneous rock εκρηξιγενές πέτρωμα GEOLOGY
ignition ανάφλεξη AEROSPACE / PHYSICS
ignition system σύστημα ανάφλεξης AEROSPACE / INDUSTRY
ignore παράβλεψη, αγνόηση, να αγνοείται I.T.
Ignore List Παράβλεψη καταλόγου I.T.
ileac ειλεακός MEDICINE
ileum ειλεός MEDICINE / BIOLOGY
ilium λαγόνιο οστούν ANATOMY / MEDICINE / BIOLOGY
ill, sick άρρωστος MEDICINE
illegal receipt παράνομη απόδειξη ECONOMICS (GREECE)
image είδωλο GENERAL
image conversion device συσκευή μετατροπής ειδώλου ELECTRONICS
image guide οπτικές ίνες ειδώλου OPTICS
image processing επεξεργασία εικόνας I.T.
image processing software λογισμικό επεξεργασίας εικόνων I.T.
imaging απεικόνιση I.T.
imaging devices συσκευές απεικόνισης I.T.
imaging system σύστημα απεικόνισης I.T.
imbalance ανισορροπία GENERAL
imbecility ηλιθιότης GENERAL
immaturity ανωριμότητα GENERAL
immediate addressing απευθείας διευθυνσιοδότηση I.T.
immediate operand άμεσος τελεστέος I.T.
immersed body βυθισμένο σώμα PHYSICS
immersion εμβύθιση PHYSICS
immiscible liquid μη μιγνυόμενο υγρό PHYSICS
immobilization ακινητοποίηση GENERAL
immune άνοσος MEDICINE
immune-reactive peptide ανοσοαντιδραστικό πεπτίδιο MEDICINE
immunization ανοσοποίηση MEDICINE
immunoassay ανοσοδοκιμασία MEDICINE
immunobiology ανοσοβιολογία MEDICINE
immunocyte ανοσοκύτταρο MEDICINE
immunocytochemical ανοσοκυτοχημικός MEDICINE
immunocytochemistry ανοσοκυτοχημεία MEDICINE
immunodeficiency ανοσοανεπάρκεια MEDICINE
immunogen ανοσογόνο MEDICINE
immunoglobin ανοσοσφαιρίνη MEDICINE
immunology ανοσολογία MEDICINE
immunophenotype ανοσοφαινότυπος MEDICINE
impact πρόσκρουση, κρούση GENERAL
impact test δοκιμή κρούσης ENGINEERING
impalpable αψηλάφητος GENERAL
imperfect stage ατελής μορφή MEDICINE / MYCOLOGY
imperial gallon βρετανικό γαλόνι MEASUREMENT
impermeable αδιαπέραστος GENERAL
implant εμφύτευμα MEDICINE / BIOLOGY
implantation εμφύτευση MEDICINE / BIOLOGY
implementation of the budget εκτέλεση του προϋπολογισμού ECONOMICS
implementing regulation κανονισμός εφαρμογής LAW
implosive εισπνοϊκός PHYSICS
import credit εισαγωγικές πιστώσεις ECONOMICS
impotence ανικανότητα MEDICINE
impregnation εμπότιση, διαπότιση GENERAL
imprinting αποτύπωση GENERAL
improper ακατάλληλος GENERAL
impulse κρουστικός παλμός, παρόρμηση, ώση, ώθηση GENERAL
impulse engine μηχανή ώθησης AEROSPACE
impulse excitation ωστική διέγερση MECHANICS
impulse momentum principle αρχή ώσης / ορμής PHYSICS
impulse response κρουστική απόκριση TELECOMMUNICATIONS
impulse train συρμός κρουστικών παλμών MATHEMATICS
impulse wheel φτερωτή INDUSTRY
impulsion παρορμητικότητα GENERAL
impulsive force δύναμη ώθησης PHYSICS
impurities ξένες προσμίξεις, ακαθαρσίες GENERAL
in phase σε φάση ACOUSTICS / GENERAL
inactive form ανενεργός μορφή MEDICINE
inactive window ανενεργό παράθυρο I.T.
inanimate άψυχος GENERAL
inarticulate άναρθρος, ανάρθρωτος GENERAL
inboard εσωτερικό GENERAL
inbreath εισπνοή MEDICINE
incarcerated περιεσφιγμένος LAW
incest αιμομιξία LAW
inch ίντσα MEASUREMENT
inches ίντσες MEASUREMENT
incident συμβάν GENERAL
incidentaloma τυχαίωμα, τυχαία ανακαλυπτόμενος όγκος MEDICINE
incision διάνοιξη MEDICINE
incitement of a third party εξώθηση τρίτου LAW
inclination γωνιακή απόσταση, κλίση GENERAL
inclined plane κεκλιμένο επίπεδο / επίπεδο με κλίση PHYSICS
Include in search Συμπερίληψη στην αναζήτηση I.T.
inclusion έγκλειση GENERAL
incoming breaker αποζεύκτης εισερχομένου σήματος INDUSTRY
incoming solar energy προσλαμβάνουσα ηλιακή ενέργεια (από τη Γη) ASTROPHYSICS
incompatible ασύμβατος GENERAL
incompetent ανεπαρκής GENERAL
incomplete similarity μερική ομοιότητα PHYSICS
incompressible flow ασυμπίεστη ροή PHYSICS
incontinence ακράτεια MEDICINE
incorporation σύσταση εταιρείας LAW
increment διαβάθμιση, βήμα MEASUREMENT
incubate επωάζω GENERAL
incubated σε επώαση GENERAL
incubation επώαση GENERAL
incubation period χρόνος επωάσεως MEDICINE
incurable αθεράπευτος, ανίατος MEDICINE
incus άκμωνας ANATOMY / MEDICINE / BIOLOGY
indebtedness χρέος ECONOMICS
indemnitee αποζημιούμενος, αποζημιούμενο μέρος LAW
indeterminate growth απροσδιόριστη αύξηση BOTANY / BIOLOGY
index δείκτης, ευρετήριο GENERAL
index generator γεννήτρια ευρετηρίου I.T.
indexed address διεύθυνση με δείκτη I.T.
indexing δημιουργία ευρετηρίου, δεικτοδότηση, δεικτοποίηση I.T.
indicative map ενδεικτικός χάρτης GENERAL
indigestion δυσπεψία, απεψία MEDICINE
indirect election έμμεση εκλογή POLITICAL SCIENCE
individuation εξατομίκευση BIOLOGY
indole ινδόλη CHEMISTRY / PHARMACOLOGY
indoxyl ινδοξύλιο CHEMISTRY / PHARMACOLOGY
induced draft εμφύσηση αέρα ENGINEERING
inductance επαγωγιμότητα, αυτεπαγωγή ELECTRICAL
induction επαγωγή ELECTRICAL
induction generator ασύγχρονη γεννήτρια ELECTRICAL
Indus, Ind (constellation) Ινδός (αστερισμός) ASTRONOMY
indusium αμφίεσμα BOTANY
industrial concentration βιομηχανική συγκέντρωση INDUSTRY
industrial cooperation βιομηχανική συνεργασία INDUSTRY
industrial counterfeiting βιομηχανική απομίμηση LAW
industrial credit βιομηχανική πίστη ECONOMICS
industrial development βιομηχανική ανάπτυξη INDUSTRY
industrial economy βιομηχανική οικονομία ECONOMICS
industrial enterprise βιομηχανική επιχείρηση ECONOMICS
industrial equipment βιομηχανικός εξοπλισμός INDUSTRY
industrial espionage βιομηχανική κατασκοπεία LAW
industrial financing χρηματοδότηση της βιομηχανίας ECONOMICS
industrial waste βιομηχανικά απόβλητα INDUSTRY
inelastic pipe μη ελαστικός σωλήνας ENGINEERING
inert αδρανής PHYSICS
inert contaminants αδρανή μολυσματικά υλικά INDUSTRY
inert ingredient αδρανές υλικό GENERAL
inertia αδράνεια PHYSICS
inertia constant σταθερά αδράνειας PHYSICS
inertial force, inertia force αδρανειακή δύναμη, δύναμη αδράνειας PHYSICS
inertial guidance πλοήγηση με υπολογιστή και αισθητήρες κίνησης AEROSPACE
inertial guidance system ενσωματωμένο σύστημα οργάνων πλοήγησης AEROSPACE
inertial mass αδρανειακή μάζα PHYSICS
Inertial Measurement Unit (IMU) βασικό εξάρτημα συστήματος οργάνων πλοήγησης AEROSPACE
infant βρέφος MEDICINE
infarct απόφραξη MEDICINE
infarction έμφραγμα MEDICINE
infeasible ανέφικτο GENERAL
infection λοίμωξη, μόλυνση MEDICINE
infectious disease μολυσματική ασθένεια MEDICINE
inferior conjunction κατωτέρα σύνοδος ASTRONOMY
inferior planets εσωτερικοί πλανήτες ASTRONOMY
infertility στειρότητα BIOLOGY / MEDICINE
inflammation φλεγμονή MEDICINE
inflation διόγκωση GENERAL
inflexible άκαμπτος GENERAL
influenza γρίππη MEDICINE
informatics πληροφορική I.T.
information access πρόσβαση πληροφοριών I.T.
information retrieval ανάκτηση πληροφοριών I.T.
information system πληροφοριακό σύστημα I.T.
information transfer ανταλλαγή πληροφοριών I.T.
infrared (IR) υπέρυθρο PHYSICS
infrared beam υπέρυθρη δέσμη INDUSTRY
infrared data association υπέρυθρη ένωση δεδομένων I.T.
infrared port θύρα υπερύθρων ELECTRONICS
infrared radiation υπέρυθρη ακτινοβολία PHYSICS
infrared radiometer υπέρυθρο ραδιόμετρο MEASUREMENT
infrastructure υποδομή, δομή MANAGEMENT
infusion έγχυση GENERAL
ingravescent επιδεινούμενος MEDICINE
inguen βουβώv ANATOMY / MEDICINE
inguinal βουβωνικός ANATOMY / MEDICINE
inguinal hernia βουβωvοκήλη MEDICINE
inhalant εισπνεόμενος PHARMACOLOGY
inheritance acceptance purposes αποδοχή κληρονομιάς LAW
inheritance to be accepted αποδεχούσα κληρονομιά LAW
Inhibited White Fuming Nitric Acid (IWFNA) παρεμποδισμένο λευκό ατμίζον νιτρικό οξύ CHEMISTRY
inhibition αναστολή GENERAL
inhibitory substance ανασταλτική ουσία CHEMISTRY
inhomogeneous density ανομοιογενώς πυκνοί PHYSICS
inhomogeneously dense ανομοιογενώς πυκνό PHYSICS
initial guess αρχικός υπολογισμός, αρχική υπόθεση MATHEMATICS
initial loading rate αρχικός ρυθμός φόρτωσης INDUSTRY
initial roll αρχική κύλιση, αρχική περιστροφή, αρχική περιδίνιση INDUSTRY
initialising material εναρκτήριο υλικό PHYSICS
Initializing... Γίνεται προετοιμασία... I.T.
initiation interval διάστημα αρχικοποίησης INDUSTRY
injection ένεση GENERAL
injection angle γωνία τροχιάς επιστροφής στην ατμόσφαιρα AEROSPACE
injection moulding χύτευση πούδρας πλαστικού εν θερμώ & υπό πίεση INDUSTRY
injection pen πίνα ένεσης, στιλό-ένεση, στυλό-ένεση MEDICINE
injection well πηγάδι έγχυσης INDUSTRY
injector ενετήρας, ακροφύσιο/μπεκ ψεκασμού, έμβολο ENGINEERING
injury κάκωση, τραύμα, τραυματισμός MEDICINE
inland waters εσωτερικά ύδατα ECOLOGY
inlay ένθεμα GENERAL
inlet αεροεισαγωγή, στόμιο εισαγωγής, είσοδος INDUSTRY
inlet and exhaust flow ροή εισόδου και εξαγωγής INDUSTRY
inlet casing περίβλημα εισόδου INDUSTRY
inlet design pressure πίεση σχεδιασμού εισόδου INDUSTRY
Inlet Guide Vanes (IGV) IGV - πτερύγια οδήγησης εισόδου ENGINEERING
inlet house arrangement εσωτερική διευθέτηση εισόδου INDUSTRY
inlet valve βαλβίδα εισαγωγής INDUSTRY
inlet, intake manifold τμήμα κινητήρα που παρέχει το μίγμα καυσίμων INDUSTRY
innate εγγενής GENERAL
inner εσωτερικός GENERAL
inner core εσωτερικός πυρήνας PHYSICS
inner phalangear cell έσω φαλαγγικό κύτταρο ANATOMY / MEDICINE
inner tunnel εσωτερική σύραγγα GENERAL
innominate ανώνυμος MEDICINE
inoperable ανεγχείρητος MEDICINE
inoperculate ανεπιπωματικός BIOLOGY
inorganic ανόργανος CHEMISTRY
inorganic acid ανόργανο οξύ CHEMISTRY
inorganic salt ανόργανο άλας CHEMISTRY
inotropic ινότροπος MEDICINE / PHARMACOLOGY
inpatient ασθενής εσωτερικός MEDICINE
input εισαγωγή, εισροή, είσοδος GENERAL
Input / Output (I / O) Είσοδος / Έξοδος I.T.
input circuit κύκλωμα εισόδου ELECTRONICS
input modules μονάδες εισόδου GENERAL
input of steam είσοδος ατμού INDUSTRY
input-output system σύστημα εισροών-εκροών I.T.
inputting the DCS εισαγωγή του DCS I.T.
insanity φρενοβλάβεια MEDICINE
insertion point σημείο εισαγωγής I.T.
Inside Diameter (ID) ID - εσωτερική διάμετρος ENGINEERING / MEASUREMENT
insider attack παραβίαση συστήματος πληροφορικής από υπαλλήλους I.T.
insight εναισθησία, ενόραση GENERAL
insight ευαισθησία, επίγνωση της εσωτερικής κατάστασης του εαυτού PSYCHOLOGY
insoluble αδιάλυτος PHYSICS
insomnia αϋπνία MEDICINE
inspections επιθεωρήσεις GENERAL
installation εγκατάσταση, έδραση GENERAL
installation guidance service καθοδηγητική υποστήριξη εγκατάστασης INDUSTRY
installation wizard οδηγός εγκατάστασης I.T.
instantaneous hydrogen detonation ακαριαία έκρηξη υδρογόνου PHYSICS
instantaneous velocity στιγμιαία ταχύτητα PHYSICS
instillation ενστάλλαξη GENERAL
institution of public utility οργανισμός κοινής ωφελείας LAW
institutional cooperation συνεργασία των οργάνων LAW
instruct δίνω εντολή GENERAL
instruction book εγχειρίδιο οδηγιών INDUSTRY
instruction issue διευθέτηση εντολής I.T.
instruction lever parallelism (ILP) παραλληλισμός σε επίπεδο εντολής I.T.
instruction pointer (IP) μετρητής εντολής I.T.
Instruction Register (IR) καταχωρητής εντολών I.T.
instruction stream ροή εντολών I.T.
instrument air system σύστημα αέρα οργάνου INDUSTRY
instrument or drainage connection σύνδεση οργάνου ή αποστράγγισης INDUSTRY
instrument shelter μετεωρολογικός κλωβός INDUSTRY
instrumentation σύστημα οργάνων, τεχνικός εξοπλισμός GENERAL
insulated handle μονωμένη λαβή INDUSTRY
insulating μόνωση GENERAL
insulating sleeve μονωτικό επιχιτώνιιο ENGINEERING
insulating stresses τάσεις μόνωσης ELECTRICAL
insulation testing έλεγχος μόνωσης ENGINEERING
insulator μονωτής GENERAL
insulin ινσουλίνη MEDICINE
insulin cartridge φυσίγγιο ινσουλίνης MEDICINE
insulin reservoir θήκη ινσουλίνης, δοχείο ορού ινσουλίνης MEDICINE
insurance company ασφαλιστική εταιρεία LAW
insurance contract ασφαλιστήριο συμβόλαιο LAW
insurance law ασφαλιστικό δίκαιο LAW
intact seed ακέραιο σπέρμα BOTANY
intake πρόσληψη, είσοδος, εισαγωγή, στόμιο GENERAL
integral analysis ολοκληρωτική ανάλυση GENERAL
integral equation ολοκληρωτική εξίσωση MATHEMATICS
integral multiples of the running speed ακέραια πολλαπλάσια της ταχύτητας λειτουργίας INDUSTRY
Integrated Circuit (IC) ολοκληρωμένο κύκλωμα ELECTRONICS
integrated development ολοκληρωμένη ανάπτυξη I.T.
Integrated Digital Enhanced Network (iDEN) Ολοκληρωμένο ψηφιακό βελτιωμένο δίκτυο, δίκτυο iDEN I.T.
integrated full electric propulsion oλοκληρωµένη πλήρης ηλεκτροπρόωση NAUTICAL TERMS
Integrated Services Digital Network (ISDN) ψηφιακό δίκτυο ολοκληρωμένων υπηρεσιών I.T.
integration ενοποίηση, ενσωμάτωση, ένταξη, απαρτίωση GENERAL
integration and testing engineering μηχανική ολοκλήρωσης και δοκιμών ENGINEERING
integration solutions λύσεις ολοκλήρωσης I.T.
integration system engineer μηχανικός συστημάτων ολοκλήρωσης I.T.
integrity ακεραιότητα (πληροφορίας) I.T.
integumentary καλυπτήριος MEDICINE
Intelligent Equipment Interface (IEI) IEI - έξυπνη διασύνδεση εξοπλισμού I.T.
intelligent pigging έξυπνη / τηλεκατευθυνόμενη χρήση ξέστρων INDUSTRY
Intelligent Setup Έξυπνη Εγκατάσταση I.T.
intelligibility κατανοητότητα, καταληπτότητα GENERAL
intelligible κατανοητός GENERAL
Intelsat Οργάνωση χωρών κάτοχοι συστημάτων δορυφόρων TELECOMMUNICATIONS
intended προορίζεται GENERAL
intensity ένταση GENERAL
intensity of disease ένταση ασθένειας MEDICINE
intensive care unit (ICU) μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) MEDICINE
intensive farming εντατική γεωργία AGRONOMY
intensive livestock farming εντατική κτηνοτροφία AGRONOMY
intention πρόθεση GENERAL
interaction αλληλεπίδραση GENERAL
interactive driving system (IDS) σύστημα πλαισίου IDS I.T.
interactive driving system plus (IDSPlus) βελτιωμένο σύστημα πλαισίου IDSPlus I.T.
interatrial septum μεσοκολπικό διάφραγμα MEDICINE
interaural διαωτικός MEDICINE
intercept valve stem leakoff επιστροφή στελέχους βαλβίδας αναχαίτισης INDUSTRY
inter-company cooperation διεπιχειρησιακή συνεργασία LAW
intercondenser ενδιάμεσος συμπυκνωτής ENGINEERING
interconnecting module μονάδα διασύνδεσης ELECTRONICS
interconnection διασύνδεση ELECTRONICS
Inter-Continental Ballistic Missile (ICBM) Διηπειρωτικός βαλλιστικός πύραυλος (εμβέλεια >5,500 km) MILITARY
intercooler ενδιάμεσος ψύκτης, εναλλάκτης θερμότητας INDUSTRY
interdental μεσοδοντικός MEDICINE
interfacial tension διεπιφανειακή τάση PHYSICS
interference παρεμβολή PHYSICS
interferometer συμβολόμετρο, παρεμβαλλόμετρο ASTRONOMY
intergranular corrosion διακρυσταλλική διάβρωση METALLURGY
interlace συνενώνω, αλληλεμπλέκω ELECTRONICS / OPTICS
interlaced scanning διασταυρούμενη σάρωση ELECTRONICS / OPTICS
interleave εναλλάσσω I.T.
interleaved αλληλοκαλυπτόμενα I.T.
interleaved memory εναλλασσόμενη μνήμη I.T.
inter-lexical διαλεξικός LINGUISTICS
interlinkage αλληλοδιείσδυση GENERAL
interlock θηλυκώνω GENERAL / I.T.
intermediate διάμεσος GENERAL
intermediate coronary care unit (ICCU) ενδιάμεση στεφανιαία μονάδα εντατικής θεραπείας (ΕΣΜΕΘ) MEDICINE
intermediate pressure (IP) ενδιάμεση πίεση (IP) GENERAL
intermittency zone ζώνη διαλείπουσας τύρβης PHYSICS
intermittent διαλείπων GENERAL
internal bus εσωτερική αρτηρία I.T.
internal combustion engine κινητήρας εσωτερικής καύσης INDUSTRY
internal energy εσωτερική ενέργεια PHYSICS
internal fragmentation εσωτερικός κατακερματισμός I.T.
internal medicine παθολογία MEDICINE
international cartel διεθνής σύμπραξη ECONOMICS
international competition διεθνής ανταγωνισμός ECONOMICS
International Conference on Harmonization of Good Clinical Practice Διεθνούς Συνεδρίου Εναρμόνισης Καλής Πρακτικής Εφαρμογής MEDICINE
international conflict διεθνής διένεξη POLITICAL SCIENCE
international cooperation διεθνής συνεργασία POLITICAL SCIENCE
International Court of Justice Διεθνές Δικαστήριο LAW
international credit διεθνής πίστη ECONOMICS
international criminal law διεθνές ποινικό δίκαιο LAW
International Development Association Διεθνής Οργανισμός Ανάπτυξης ECONOMICS
international dispute διεθνής διαφορά POLITICAL SCIENCE
international division of labour διεθνής καταμερισμός της εργασίας ECONOMICS
international earth rotation service διεθνής υπηρεσία για την περιστροφή της γης ASTRONOMY
International Energy Agency Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ENERGY
International Federation for Documentation Διεθνής Ομοσπονδία Τεκμηρίωσης LAW
International Federation of Library Associations and Institutions (IFLA) Διεθνής Ομοσπονδία Ενώσεων Βιβλιοθηκαρίων και Βιβλιοθηκών LAW
international finance διεθνή δημοσιονομικά ECONOMICS
International Fund for Agricultural Development Διεθνές Ταμείο Γεωργικής Αναπτύξεως AGRONOMY
International Geophysical Year (IGY) Διεθνές Γεωφυσικό Έτος (1957-58) ECOLOGY
international human rights law διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο LAW
international law διεθνές δίκαιο LAW
international loan διεθνές δάνειο ECONOMICS
international school διεθνές σχολείο EDUCATION
International System of Units (SI) διεθνές σύστημα μονάδων, μετρικό σύστημα MEASUREMENT
international tax law διεθνές φορολογικό δίκαιο LAW
International Telecommunication Union (ITU) Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών TELECOMMUNICATIONS
international trade διεθνές εμπόριο ECONOMICS
international waters διεθνή ύδατα LAW
internationalization διεθνοποίηση I.T.
Internet Διαδίκτυο I.T.
Internet Corporation for Assigned Names and Numbers (ICANN) Διαδικτυακή Εταιρεία Ονοματοδοσίας και Αριθμοδότησης I.T.
internet protection module αυτοτελής μονάδα προστασίας διαδικτύου / ίντερνετ I.T.
internet protocol (IP) πρωτόκολλο διαδικτύου, πρωτόκολλο Ίντερνετ I.T.
Internet Protocol Security (IPSec) Πρωτόκολλο Διαχείρισης Κλειδιών Διαδικτύου / Ίντερνετ I.T.
internet robot διαδικτυακό ρομπότ, διαδικτυακό μποτ, διαδικτυακό bot I.T.
Internet Service Provider (ISP) παροχέας υπηρεσιών διαδικτύου / ίντερνετ I.T.
internet update ενημέρωση διαδικτύου / ίντερνετ I.T.
Internetwork Packet eXchange (IPX) πρωτόκολλο IPX I.T.
internist παθολόγος MEDICINE
interoperability διαλειτουργικότητα I.T.
inter-perceptual center group ομάδα διαντιληπτικού κέντρου I.T.
inter-perceptual center interval διάστημα διαντιληπτικού κέντρου I.T.
interplanetary magnetic field διαπλανητικό μαγνητικό πεδίο ASTROPHYSICS
interplanetary probe ανεπάνδρωτο διαπλανητικό εξερευνητικό όχημα AEROSPACE
interplanetary shock διαπλανητική κρούση PHYSICS
interposing relay ενδιάμεσος ηλεκτρονόμος / ρελέ ELECTRONICS
interpretation ερμηνεία, διερμηνεία GENERAL
interrelation συνάρτηση GENERAL
interrupt διακοπή GENERAL
Interrupt Address Register (IAR) καταχωρητής διευθύνσεων διακοπών I.T.
interrupt service procedure διαδικασία εξυπηρέτησης διακοπής I.T.
interrupt vector διάνυσμα διακοπής I.T.
inter-speaker μεταξύ των ομιλητών LINGUISTICS
interstellar ark υποθετική διαστρική αποικία (διαστημικό όχημα) AEROSPACE
intertwined proteins αλληλοπλεκόμενες πρωτεΐνες BIOLOGY
interval (χρονικό) διάστημα, διάλειμμα GENERAL
intervening εμβόλιμος GENERAL
intervention παρέμβαση GENERAL
interventricular septum (IVS) μεσοκοιλιακό διάφραγμα (ΜΚΔ) MEDICINE
interventricular septum thickness πάχος μεσοκοιλιακού διαφράγματος MEDICINE
inter-vocalic onset group ομάδα διαφωνηεντικής έναρξης PHONETICS
intestellar probe ανεπάνδρωτο διαστρικό εξερευνητικό όχημα AEROSPACE
intolerance δυσανεξία GENERAL
intonation επιτονισμός LINGUISTICS
intonation languages επιτονικές γλώσσες LINGUISTICS
intonational επιτονισμένος LINGUISTICS
intoxication δηλητηρίαση MEDICINE
intracellular ενδοκυττάριος BIOLOGY
intra-community trade ενδοκοινοτικές συναλλαγές ECONOMICS
intractable δυσίατος GENERAL
intramuscular ενδομυϊκός MEDICINE
intranet ενδοδίκτυο, ίντρανετ I.T.
Intraocular lenses Ενδοφακοί MEDICINE
intraoperative διεγχειρητικός MEDICINE
intrasegmental ενδοτμηματικός MEDICINE
intrinsic scale εγγενής κλίμακα PHYSICS
Intrusion Detection System σύστημα ανίχνευσης εισβολής I.T.
Intrusion Prevention System (IPS) σύστημα παρεμπόδισης εισβολής I.T.
intrusion protection προστασία από εισβολές I.T.
intubate διασωλήνωση MEDICINE
intubated διασωληνώθηκε MEDICINE
invalid shortcuts άκυρες συντομεύσεις I.T.
invasion εισβολή GENERAL
invasive διηθητικός MEDICINE
invasiveness διηθητικότητα MEDICINE
inventory build-up αύξηση των αποθεμάτων MANAGEMENT
inverse-square law νόμος του αντιστρόφου τετραγώνου PHYSICS
inversion αναστροφή / αντιστροφή θερμοκρασίας METEOROLOGY
inversion layer στρώμα αναστροφής METEOROLOGY
invert αναστρέφω GENERAL
inverted image ανεστραμμένο είδωλο OPTICS
inverters αναστροφέας ELECTRICAL
investigate επιθεωρώ GENERAL
investment aid ενισχύσεις για επενδύσεις ECONOMICS
investment cost επενδυτικό κόστος ECONOMICS
investment loan επενδυτικές πιστώσεις ECONOMICS
invoice τιμολόγιο ECONOMICS
invoicing τιμολόγηση ECONOMICS
inward προς τα μέσα GENERAL
iodine ιώδιο CHEMISTRY
ion ιόν PHYSICS
ion engine κινητήρας ιόντος AEROSPACE
ion-exchanging resin ιονανταλλακτική ρητίνη CHEMISTRY
ionisation ιονισμός, εξιονισμός PHYSICS
ionizer ιονιστής PHYSICS
ionosphere ιονόσφαιρα ECOLOGY
IOS - Intelligent Operator Station IOS - Έξυπνος σταθμός χειριστή I.T.
IOS/IEI hardware and diagnostics υλικός εξοπλισμός και διαγνωστικά IOS/IEI I.T.
iridectomy ιριδεκτομία MEDICINE
iridium flare ιριδική λάμψη AEROSPACE
iris ίριδα ANATOMY
iron (Fe) σίδηρος (Fe) PHYSICS
iron deficiency σιδηροπενία MEDICINE
iron disorders διαταραχές σιδήρου MEDICINE
iron pipe σιδηρός σωλήνας INDUSTRY
ironclad switchgear οδοντωτός διακόπτης με σιδερένια θωράκιση ELECTRICAL
irradiate ακτινοβολώ MEDICINE
irradiation ακτινοβολία MEDICINE
irregular galaxy ακανόνιστος γαλαξίας ASTRONOMY
irrigation άρδευση GENERAL
irritability ευερεθιστότης PSYCHOLOGY
irritable ευερέθιστος PSYCHOLOGY
irritation ερεθισμός MEDICINE
irrotational flow αστρόβιλη ροή PHYSICS
ISAKMP πρωτόκ. Ίντερνετ για συσχετίσεις ασφ. και διαχ. κλειδιών I.T.
isallobars ισαλλοβαρείς METEOROLOGY
ischaemia ισχαιμία MEDICINE
ischium ισχιακό οστούν MEDICINE
isentropi ισεντροπικός PHYSICS
isentropic change ισεντροπική αλλαγή PHYSICS
isentropic exponent ισεντροπικός εκθέτης PHYSICS
isentropic flow ισεντροπική ροή PHYSICS
isentropic process ισεντροπική διαδικασία ENGINEERING
isentropic transformation ισεντροπική μετατροπή ENGINEERING
isobaric surface ισοθλιπτική επιφάνεια METEOROLOGY
isobars ισοβαρής METEOROLOGY
isobutane ισοβουτάνιο CHEMISTRY
isocyanic ισοκυανική CHEMISTRY
isolated απομονωμένος GENERAL
isolated phase bus δίαυλος απομονωμένων φάσεων ELECTRICAL
isolated phase bus bars ράβδοι διαύλου απομονωμένων φάσεων ELECTRICAL
isolation απομόνωση GENERAL
isolation butterfly valve βαλβίδα απομόνωσης με πεταλούδα INDUSTRY
isolation damper αποσβέστης απομόνωσης INDUSTRY
isolation transformer μετασχηματιστής απομόνωσης ELECTRICAL
isolation valves βαλβίδες απομόνωσης INDUSTRY
isoleukine ισολευκίνη BIOLOGY
isomolecular ratio ισομοριακή αναλογία MEDICINE
isomorphic ισομορφικός MATHEMATICS
isotherm ισόθερμος PHARMACEUTICAL
isothermal ισόθερμος, ισοθερμικός METEOROLOGY / PHYSICS
isothermal atmosphere ισοθερμική ατμόσφαιρα METEOROLOGY / PHYSICS
isothermal change ισοθερμική αλλαγή METEOROLOGY / PHYSICS
isothermal condition ισοθερμική συνθήκη METEOROLOGY / PHYSICS
isothermal flow ισοθερμική ροή METEOROLOGY / PHYSICS
isothermal process ισοθερμική διαδικασία METEOROLOGY / PHYSICS
isothermal transformation ισοθερμική μετατροπή METEOROLOGY / PHYSICS
isotropic ισοτροπικός, ισότροπος GENERAL
issue of securities έκδοση αξιών ECONOMICS
issued παράγεται, εκδίδεται GENERAL
issued for review εκδίδεται για ανασκόπηση GENERAL
issuing of currency έκδοση χρήματος ECONOMICS
italic πλάγια γραφή TYPOGRAPHY
itching κνησμός MEDICINE
iterative επαναληπτικός, θαμιστικός I.T. / MATHEMATICS
jack βύσμα, τζακ, υποδοχή, πρίζα, ρευματοδότης ELECTRONICS
jacking lugs γλωττίδες σύνδεσης, ωτία σύνδεσης ELECTRONICS
jam παρεμβολή, εμπλοκή TELECOMMUNICATIONS
jam nut αντιπερικόχλιο, κόντρα παξιμάδι ENGINEERING
jammer παρεμβολέας TELECOMMUNICATIONS
jansky (Jy) τζάνσκι = 10-26 W m-2 Hz-1 (μονάδα εύρους ζώνης) MEASUREMENT
java-script δέσμη ενεργειών Java I.T.
jaw σιαγόνα, γνάθος ANATOMY
jet εκτοξευόμενη φλέβα, φλέβα PHYSICS
jet boundary όριο φλέβας PHYSICS
jet engine κινητήρας αεριώθησης AEROSPACE
jet propulsion αεριωθητήρας AEROSPACE
jet stream αεροχείμαρρος METEOROLOGY
jettison διασωστική / κουφιστική αβαρία GENERAL
jettison a plan εγκαταλείπω σχέδιο GENERAL
jettison of cargo κουφιστική αβαρία φορτίου GENERAL
jig συσκευή συγκράτησης ENGINEERING
jitter τρεμόπαιγμα MECHANICS
job εργασία ECONOMICS
job access πρόσβαση στην αγορά εργασίας ECONOMICS
job application ζήτηση εργασίας ECONOMICS
job creation δημιουργία θέσεων απασχόλησης ECONOMICS
job description περιγραφή καθηκόντων εργασίας ECONOMICS
job site χώρος εργασίας ECONOMICS
jockey pump ελεύθερη αντλία, αντλία τάνυσης INDUSTRY
Joe Job Πλαστογράφηση κεφαλίδας (Joe Job) I.T.
jog περιστρέφω βηματικά INDUSTRY
jogging βηματισμός INDUSTRY
join now εγγραφή τώρα, εγγραφή I.T.
joint competence μεικτή αρμοδιότητα MANAGEMENT
joint ownership συνιδιοκτησία LAW
joint photographic experts group-JPEG συμπιεσμένη μορφή αρχείου εικόνας I.T.
joint subsidiary κοινή θυγατρική εταιρεία ECONOMICS
joint venture κοινή επιχείρηση ECONOMICS
joule τζάουλ, μονάδα μέτρησης ενέργειας και έργου MEASUREMENT
journal bearings έδρανα τριβέα ENGINEERING
Jovian planet γίγαντες αερίων τύπου Δία ASTRONOMY
judicial cooperation δικαστική συνεργασία LAW
Julian Day Number / Julian Date Αριθµός Ιουλιανής Ηµέρας ή Ιουλιανή Ηµεροµηνία MEASUREMENT
jump εκτίναξη, μεταπήδηση, εντολή αλλαγής ροής εκτελέσεων εντολών GENERAL
Jump to Μετάβαση σε / Μεταπήδηση σε I.T.
jumper γεφυρωτήρας ELECTRONICS
jumper cables καλώδια γεφύρωσης ELECTRONICS
jumpers γεφυρωτήρες ELECTRONICS
jumpjet αεροσκάφος κάθετης προσγείωσης AEROSPACE
junction συμβολή, διασταύρωση, συνένωση, ένωση, σύνδεση, επαφή GENERAL
junction box κιβώτιο σύνδεσης ELECTRICAL
junction box termination τερματικό κιβωτίου σύνδεσης ELECTRICAL
juncture συνήχηση, σύνδεση GENERAL
junk ενοχλητικά / ανεπιθύμητα μυνήματα ηλ. ταχυδρομείου I.T.
junk e-mail, junk mail μαζική διαφημιστική (ενοχλητική) επιστολή I.T.
Jupiter Δίας, 5ος πλανήτης από τον ήλιο ASTRONOMY
jural act νομική πράξη, ενοχική πράξη LAW
jurisdiction αρμοδιότητα των δικαστηρίων LAW
jurisdiction ratione materiae αρμοδιότητα καθ' ύλην LAW
juvenile delinquency εγκληματική συμπεριφορά των νέων LAW
juvenile resistance αντοχή νεαρής ηλικίας SOCIAL SCIENCE
kainite καϊνίτης MINEROLOGY
kainozoic, cenozoic καινοζωικός GEOLOGY
kaleidoscope καλειδοσκόπιο OPTICS
kalium κάλιο PHARMACOLOGY
kann (Japan) μονάδα μέτρησης βάρους, 267 kann = 1 μετρικό τόννο MEASUREMENT
kaolin καολίνης MINERALOGY
katabatic winds καταβατικοί άνεμοι METEOROLOGY
K-band φάσμα συχνοτήτων μικροκυμ. στη περιοχή 12 - 40 GHz TELECOMMUNICATIONS
Kbit πολλαπλασιαστικός παράγων, 1Kbit=1024bit MEASUREMENT
Kbyte (Kb) πολλαπλασιαστικός παράγων, 1Kbyte=1024byte I.T.
keel τροπίδα NAUTICAL TERMS
keep at room temperature φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου PHARMACOLOGY
keep away from direct heat and light διατηρείτε το μακριά από άμεση πηγή θερμότητας και φως, διατηρείται μακριά από άμεση πηγή θερμότητας και φως PHARMACOLOGY
keep off μένω / φυλάσσω μακριά GENERAL
keep out κρατώ έξω GENERAL
keep up συμβαδίζω GENERAL
Kelvin (k) Κέλβιν (μονάδα θερμοκρασίας και θερμοκρασιακή κλίμακα) MEASUREMENT
Kelvin model μοντέλο Kelvin PHYSICS
Kennedy Space Center (KSC) Διαστημικό Κέντρο Κέννεντυ (Φλόριντα) AEROSPACE
keratin κερατίνη BIOLOGY
keratoid κερατοειδής MEDICINE
keratose κερατινώδης MEDICINE
kern διαγραμμάτωση, υποσκαφή (τυπογραφικού στοιχείου) TYPOGRAPHY
kernel πυρήνας, κεντρικό ή ουσιώδες τμήμα (μεταφορικά) GENERAL / I.T.
kernel driver οδηγός πυρήνα I.T.
kernel of the question η καρδιά της υπόθεσης GENERAL
kernel sentence κεντρικός πυρήνας, ρίζα (γλωσσολογία) LINGUISTICS
kernelled εμπύρηνος GENERAL
kerosene κεροζίνη CHEMISTRY
ketch καΐκι (δικάταρτο) NAUTICAL TERMS
keto acids κετοξέα CHEMISTRY
ketoacidosis κετοξέωση MEDICINE
ketone κετόνη CHEMISTRY
ketonuria κετονουρία MEDICINE
ketose κετόζη CHEMISTRY
ketosis κέτωση MEDICINE
kettle βραστήρας INDUSTRY
key σφήνα, κλειδί GENERAL
key logger (general) καταγραφέας πληκτρολόγησης I.T.
key logger (software) λογισμικό καταγραφής πληκτρολόγησης I.T.
keyboard πληκτρολόγιο I.T.
keyframe καρέ-κλειδί I.T.
Keylogger Λογισμικό καταγραφής πληκτρολόγησης I.T.
keystroke πληκτρολόγηση I.T.
keyway σφηναύλακο (άξονα) MECHANICS
key-word generator γεννήτρια λέξεων κλειδιών I.T.
kibibit (Kibit) = 'kilo binary digit' μονάδα δεδομένων, 1 kibibit = 210 bits = 1,024 bits I.T.
kilo (k) -(prefix) χίλιο/κίλο (πρόθεμα) - π.χ.: χιλόμετρο MEASUREMENT
kilobit (kb) μονάδα δεδομένων, 1 kilobit = 103 bit = 1,000 bit I.T.
kilobyte (K, KB, Kbyte, kB) μονάδα δεδομένων, 1kB = 1,000 bytes ή 1,024 bytes (210) I.T.
kilocalorie χιλιοθερμίδα MEASUREMENT
kilocycle χιλιόκυκλος MEASUREMENT
kilogram (kg) χιλιόγραμμο, κιλό (kg) - μέτρηση μάζας MEASUREMENT
kilohertz (KHz) κιλοχέρτς ή χιλιόκυκλος MEASUREMENT
kiloliter (re) χιλιόλιτρο MEASUREMENT
kilometer(re) xιλιόμετρο MEASUREMENT
kilometric χιλιομετρικός MEASUREMENT
kilonewton (kN, where 1 kN = 1000 N) 1000 νευτώνειες μονάδες MEASUREMENT
kilotonne (KT) χιλιοτόνος, χιλιότονος MEASUREMENT
kilowatt χιλιοβάτ, κιλοβάτ MEASUREMENT
kilowatt-hour κιλοβατώρα MEASUREMENT
kinaesthesis κιναισθησία MEDICINE
kinase κινάση CHEMISTRY
kinematic similarity κινηματική ομοιότητα ENGINEERING
kinematic viscosity κινηματική συνεκτικότητα, κινηματικό ιξώδες PHYSICS
kinematically κινηματικά PHYSICS
kinematics κινηματική PHYSICS
kinesitherapy κινησιοθεραπεία MEDICINE
kinetic energy κινητική ενέργεια ENERGY
kinetic energy head ύψος κινητικής ενέργειας ENERGY
kinetics κινητική PHYSICS
kingpin πείρος στροφείου ή ακραξόνιου (κάθετος) MECHANICS
kinn (Japan) μονάδα μέτρησης βάρους, 1667 kinn = 1 μετρικό τόννο MEASUREMENT
kits κιτ GENERAL
klendusity αποκλεισμός ασθενείας (φυτών) BOTANY
knee γόνατο, γόνυ ANATOMY
knife disconnect αποσύνδεση μαχαιριού ELECTRICAL
knot κόμβος NAUTICAL TERMS
know how τεχνογνωσία LAW
knowledge base γνωσιακή βάση δεδομένων I.T.
known-plain text attack επίθεση γνωστού κειμένου (μέθοδος κρυπτανάλυσης) I.T.
Koch's postulates αξιώματα του Koch MEDICINE
koku (Japan) μονάδα μέτρησης βάρους, 6 koku = 1 μετρικό τόννο MEASUREMENT
kosmobuksir (russian name for "space tug") ρωσική ονομασία για διαστημικό σκάφος AEROSPACE
Kosmolyot (russian name for "spaceplane") ρωσική ονομασία για διαστημικό λεωφορείο AEROSPACE
Kranz anatomy ανατομία Kranz ANATOMY
ku ping (China) μονάδα μέτρησης βάρους, 27 ku ping = 1 χιλιόγραμμο MEASUREMENT
Kuiper belt zώνη του Κάιπερ/Kuiper ASTRONOMY
kyphosis κύφωση MEDICINE
lab εργαστήριο GENERAL
label ετικέτα GENERAL
labeling (US), labelling (UK) επικόλληση ετικετών, επισημείωση, επίσημα, επισήμανση INDUSTRY
labelled bracketing χαρακτηρισμός όρων LINGUISTICS
labial χειλικός GENERAL
labialization στρογγυλοποίηση, χειλοποίηση LINGUISTICS
labiontantal χειλοδοντικός PHONETICS
labor τοκετός MEDICINE
labour dispute εργασιακή σύγκρουση LAW
labour law εργατικό δίκαιο LAW
Lacerta, Lac (constellation) Σαύρα (αστερισμός) ASTRONOMY
lack έλλειψη GENERAL
lack of coupling concentricity έλλειψη ομοκεντρικότητας σύνδεσης ENGINEERING
lacrimation δακρύρροια MEDICINE
lacrimator δακρυγόvος MEDICINE
lactation γαλουχία MEDICINE / BIOLOGY
lacteal γαλακτικός, γαλακτώδης, χυλοφόρο αγγείο MEDICINE / BIOLOGY
lactic γαλακτικός GENERAL
lactic acid ζυμο/γαλακτικό οξύ CHEMISTRY
lactose λακτόζη, γαλακτοσάκχαρο CHEMISTRY
lacuna αεροφόρος θάλαμος GENERAL
ladder κλιμακωτό GENERAL
lag bolt ξυλόβιδα ENGINEERING
lagging καθυστέρηση GENERAL
lagging fires κρυφές πυρκαϊές, πυρκαϊές με καθυστέρηση GENERAL
lame χωλός MEDICINE
lamina πέταλο GENERAL
laminar boundary layer στρωτό οριακό στρώμα, οριακό στρώμα στρωτής ροής PHYSICS
laminar flow στρωτή ροή PHYSICS
laminar to turbulence transition μετάβαση από στρωτή σε τυρβώδη ροή PHYSICS
laminated fracture λεπιδωτή θραύση MECHANICS
laminectomy πεταλεκτομή MEDICINE
lamp λυχνία INDUSTRY
lancing διάτρηση, διάτμηση MEDICINE
Lander spacecraft διαστημικό όχημα Λάντερ AEROSPACE
landfill χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων MANAGEMENT
landing προσγείωση AEROSPACE
landing approach προσέγγιση προσγείωσης AEROSPACE
landing on water προσυδάτωση AEROSPACE
landing phase φάση προσγείωσης AEROSPACE
landside πλαϊνό αρότρου AEROSPACE
Langrangian point(s) σημείο ισορροπίας Λαγκράνζ, σημεία Λαγκράνζ ASTROPHYSICS
Language Interface Pack (LIP) Πακέτο γλώσσας περιβάλλοντος εργασίας (LIP) I.T.
language teaching διδασκαλία ξένων γλωσσών EDUCATION
language-sensitive version ειδική έκδοση γλώσσας I.T.
lantern ring δακτύλιος φανού ENGINEERING
lanyard περιαυχένιο, αναδέτης, σκοινί/σχοινί ή μέρμιθος/σπάγκος GENERAL
laparoscopy λαπαροσκόπηση MEDICINE
Laplacian Λαπλασιανή MATHEMATICS / PHYSICS
lapping λείανση, στίλβωση MECHANICS
lapse rate κατακόρυφη θερμοβαθμίδα METEOROLOGY
large differential expansion μεγάλη διαφορική διαστολή PHYSICS
large format printing materials υλικά για εκτυπώσεις μεγάλου μεγέθους I.T.
laryngeal λαρυγγικός MEDICINE
laryngo-phonatory reflex λαρυγγοφωνητικό αντανακλαστικό PHONETICS
laryngorhinology ρινολαρυγγολογία MEDICINE
larynx λάρυγγας ANATOMY / MEDICINE
laser λέιζερ OPTICS
laser beam δέσμη λείζερ OPTICS
last changed τελευταία τροποποίηση I.T.
last quarter τελευταίο τέταρτο ASTRONOMY
last updated τελευταία ενημέρωση I.T.
latency of a functional unit αδράνεια λειτουργικής μονάδας I.T.
latent period χρόνος εκκολάψεως MEDICINE
later μεταγενέστερος GENERAL
lateral πλευρικό, πλάγιο GENERAL
lateral axis LA εγκάρσιος άξων GENERAL
lateral parity πλευρική ισοτιμία I.T.
lathe τόρνος ENGINEERING
Latitude γεωγραφικό πλάτος, (φ), παράλληλοι MEASUREMENT
Launch Εκκίνηση I.T.
Launch Center (LC) κέντρο εκτόξευσης AEROSPACE
launch complex συγκρότημα εκτοξεύσεων AEROSPACE
Launch on Demand (LOD) έναρξη μετά από την απαίτηση I.T.
Launch On Need Αποστολές Έκτακτης Ανάγκης AEROSPACE
launch pad εξέδρα περιοχής & εγκαταστάσεων εκτόξευσης AEROSPACE
Launch Time (LT) ώρα εκτόξευσης AEROSPACE
Launch Vehicle (LV) όχημα εκτόξευσης AEROSPACE
launch window χρον. περίοδος εκτόξευσης επιτρέποντας ορισμένη τροχιά AEROSPACE
law of banking τραπεζικό δίκαιο LAW
law of outer space δίκαιο του διαστήματος LAW
law of states δικαίωμα των κρατών LAW
law of the sea δίκαιο της θάλασσας LAW
law of war δίκαιο του πολέμου LAW
law on negotiable instruments συναλλαγματικό δίκαιο LAW
lax vowel χαλαρό φωνήεν PHONETICS
layshaft άξονας μηχανισμού MECHANICS
L-band ζώνη L (σειρά ραδιοσυχνοτήτων μικροκυμάτων) TELECOMMUNICATIONS
LCD panel πλάκα χαλαζίου ELECTRONICS
LDL cholesterol χολεστερόλη LDL MEDICINE
L-Dopa ντοπαμίνη PSYCHOLOGY
lead μόλυβδος PHYSICS
lead acid battery μπαταρία μολύβδου οξέος ENERGY
lead casing περίβλημα μολύβδου ENGINEERING / INDUSTRY
lead screw κοχλίας-οδηγός ENGINEERING
leading edge άκρη-οδηγός, ανάντη ακμή AEROSPACE
leading side (of a satellite) ημισφαίριο που αντικρίζει στην κατεύθυνση της κίνησης AEROSPACE
leading-edge flaps πτερύγια χείλους προσβολής AEROSPACE
leaf abscission αποκοπή φύλλου BOTANY
leaf spring φυλλοειδές ελλατήριο ENGINEERING / INDUSTRY
league λεύγα MEASUREMENT
leak διαρροή GENERAL
leakage flux απώλεια ροής ELECTRICAL
leakage reactance αντίδραση διαρροής ELECTRICAL
leakoff line γραμμή επιστροφής INDUSTRY
leap second εµβόλιµο δευτερολέπτο MEASUREMENT
leap year δίσεκτο έτος MEASUREMENT
leather δέρμα GENERAL
leave on social grounds άδεια για κοινωνικούς λόγους SOCIAL SCIENCE
LED, Light Emitting Diode LED, φωτοεκπέμπουσα δίοδος, δίοδος φωτεινής εκπομπής ELECTRONICS
lee waves υπήνεμα κύματα METEOROLOGY
leech βδέλλα BIOLOGY / MEDICINE
left anterior descending artery (LAD) πρόσθια κατιούσα αρτηρία (ΠΚΑ) MEDICINE
left auricle αριστερού κόλπου MEDICINE
left auricle (atrium) (LA) αριστερός κόλπος (Ακ) MEDICINE
left bundle branch block (LBBB) αποκλεισμός αριστερού σκέλους (ΑΑΣ) MEDICINE
left coronary artery (LCA) αριστερή στεφανιαία αρτηρία (ΑΣΑ) MEDICINE
left hand αριστερό GENERAL
left ventricle (LV) αριστερή κοιλία (ΑΚ) MEDICINE
left ventricular end-diastolic pressure (LVEDP) τελοδιαστολική πίεση αριστερής κοιλίας (ΤΔΠΑΚ) MEDICINE
left ventricular end-systolic diameter (LVESD) τελοσυστολική διάμετρος αριστερής κοιλίας (ΤΣΔΑΚ) MEDICINE
left ventricular end-systolic pressure (LVESP) τελοσυστολική πίεση αριστερής κοιλίας (ΤΣΠΑΚ) MEDICINE
left ventricular end-systolic volume (LVESV) τελοσυστολικός όγκος αριστερής κοιλίας (ΤΣΟΑΚ) MEDICINE
left ventricular filling pressure (LVFP) πίεση πληρώσεως αριστερής κοιλίας (ΠΠΑΚ) MEDICINE
leg σκέλος GENERAL
legacy system υπάρχον σύστημα I.T.
legacy threats απειλές παλαιού τύπου, κληροδοτημένες απειλές I.T.
legal doctrine νομική θεωρία LAW
legal incapacity δικαιοπρακτική ανικανότητα LAW
legal working time νόμιμη διάρκεια της εργασίας LAW
length μήκος GENERAL
length of lease διάρκεια ισχύος του μισθωτηρίου LAW
length of studies διάρκεια σπουδών GENERAL
length scale κλίμακα μήκους MEASUREMENT
lengthen επιμηκύνω GENERAL
leniency (programme) επιείκεια (πρόγραμμα) LAW
lens φακός OPTICS
Leo Minor, Lmi (constellation) Μικρός Λέων (αστερισμός) ASTRONOMY
Leo, Leo (constellation) Λέων (αστερισμός) ASTRONOMY
Lepus, Lep (constellation) Λαγωός (αστερισμός) ASTRONOMY
lesion βλάβη, κάκωση MEDICINE
LetterBox πανοραμική FILM & VIDEO TECHNOLOGY
leucopenia λευκοπενία MEDICINE
leukemia λευχαιμία MEDICINE
leukocyte λευκοκύτταρο MEDICINE
leukocyte type λευκοκυτταρικός τύπος MEDICINE
level επίπεδο, στάθμη, ύψος GENERAL
Level 2 cache μνήμη cache δευτέρου επιπέδου I.T.
level indicator δείκτης στάθμης INDUSTRY
level switch διακόπτης επιπέδου INDUSTRY
lever μοχλός MECHANICS
lever lock κλειδαριά με μοχλό MECHANICS
leverarm μοχλοβραχίονας MECHANICS
lexeme λέξημα LINGUISTICS
lexical λεξικός LINGUISTICS
lexical semantics λεξική σημασιολογία LINGUISTICS
lexical word λεξικό λεγόμενο, κυρίως λέξεις LINGUISTICS
Libra, Lib (constellation) Ζυγός (αστερισμός) ASTRONOMY
libration λίκνιση ASTRONOMY
License key Κλειδί άδειας χρήσης I.T.
licensed user νόμιμος κάτοχος I.T.
licensee κάτοχος της άδειας χρήσης, αδειούχος LAW
licensing agreement άδεια χρήσης LAW
life cycle σειρά εξελίξεων ενός προϊόντος (πχ. λογισμικού) INDUSTRY / I.T.
life expectancy προσδόκιμο επιβίωσης GENERAL
life expenditure curve καμπύλη δαπάνης διάρκειας ζωής ECONOMICS
life expenditure value τιμή δαπάνης διάρκειας ζωής ECONOMICS
life form βιομορφή BIOLOGY
lifestyle drugs φάρμακα τρόπου ζωής PHARMACOLOGY / SOCIAL SCIENCE
lift άνωση, δύναμη άνωσης, δυναμική άνωσης GENERAL
lift coefficient συντελεστής άνωσης AEROSPACE
lift pump ανυψωτική αντλία ENGINEERING
lifting ανύψωση GENERAL
lifting lug γλωττίδα ανύψωσης, ωτίο ανύψωσης INDUSTRY
lift-off απόσπαση χόβερκραφτ/πύραυλου/από το έδαφος AEROSPACE
light alloy rim ζάντa ελαφρού κράματος INDUSTRY
light and images φως και είδωλα OPTICS
light bulb λαμπτήρας πυράκτωσης INDUSTRY
light day (equals 2.59020684 × 1013 meters) ημέρα φωτός (αστρονομική μονάδα μέτρησης) MEASUREMENT
light guide οπτική ίνα φωτισμού ENGINEERING
light is propagated… το φως διαδίδεται… PHYSICS
light minute equals 17 987 547.5 kilometers λεπτό φωτός (αστρονομική μονάδα μέτρησης) MEASUREMENT
light pollution φωτορύπανση ECOLOGY
light rain ασθενής βροχή METEOROLOGY
light second equals 299 792.458 kilometers δευτερόλεπτο φωτός (αστρονομική μονάδα μέτρησης) MEASUREMENT
light sheet φύλλο φωτός OPTICS
light source πηγή φωτός GENERAL
light speed ταχύτητα φωτός MEASUREMENT
light test οπτικός έλεγχος OPTICS
light time χρόνος φωτός MEASUREMENT
light water ελαφρόν ύδωρ INDUSTRY
light year έτος φωτός MEASUREMENT
lighting φωτισμός GENERAL
lighting system σύστημα φωτισμού GENERAL
lightning arrester αλεξικέραυνο ENGINEERING
Lightweight Directory Access Protocol (LDAP) ελαφρύ πρωτόκολλο πρόσβασης καταλόγου I.T.
lime άσβεστος, υδροξείδιο του ασβεστίου CHEMISTRY
limestone ασβεστόλιθος MINERALOGY
limit όριο GENERAL
limit switch διακόπτης ορίου ELECTRICAL
limited circulation περιορισμένη διάδοση GENERAL
line γραμμή GENERAL
line breaker αποζεύκτης γραμμής INDUSTRY
line of the nodes γραμμή δεσμών ASTROPHYSICS
line out jack υποδοχή εξόδου, βύσμα εξόδου ELECTRONICS
line segment ευθύγραμμο τμήμα MATHEMATICS
line to line από γραμμή σε γραμμή ELECTRICAL
line to line short circuit βραχυκύκλωμα από γραμμή σε γραμμή ELECTRICAL
line to line voltage τάση από γραμμή σε γραμμή ELECTRICAL
line traps παγίδες γραμμής ELECTRICAL
line up ευθυγραμμίζεται GENERAL
linear deformation γραμμική παραμόρφωση PHYSICS
linear expansion γραμμική διαστολή PHYSICS
linear momentum γραμμική ορμή PHYSICS
linear predictive coding κωδικοποίηση γραμμικής πρόβλεψης I.T.
linear regression γραμμικής παλινδρόμησης STATISTICS
linear scale γραμμική κλίμακα MEASUREMENT
linear velocity γραμμική ταχύτητα MEASUREMENT
linearity γραμμικότητα PHYSICS
liner αγώγιμο περίβλημα GENERAL
linesquall γραμμή θύελλας METEOROLOGY
linguist γλωσσολόγος, γλωσσομαθής, πολύγλωσσος LINGUISTICS
linguistic γλωσσικός, γλωσσολογικός LINGUISTICS
linguistic discrimination γλωσσικές διακρίσεις LAW
lining επένδυση GENERAL
link ως μέτρο: μήκος 20 εκατοστομέτρων περίπου MEASUREMENT
link (n.) δεσμός, ζεύξη, σύνδεση, σύνδεσμος GENERAL / I.T.
link here σύνδεση εδώ I.T.
link path διαδρομή σύνδεσης I.T.
linkage σύνδεση, δεσμός GENERAL
linked συνδεδεμένος GENERAL
linked object συνδεδεμένο αντικείμενο I.T.
lip χείλος GENERAL
lipemia λιπαιμία MEDICINE
lipoprotein λιποπρωτεϊνη MEDICINE
liposoluble λιποδιαλυτός BIOLOGY
liposuction λιποαναρρόφηση MEDICINE
liquefaction ρευστοποίηση GENERAL
liquid υγρό GENERAL
liquid core υγρός πυρήνας GENERAL
Liquid Crystal Display οθόνη υγρών κρυστάλλων ELECTRONICS
liquid fuel υγρό καύσιμο ENERGY
liquid fuel flowmeter μετρητής ροής υγρού καυσίμου MEASUREMENT
liquid hydrogen (LH2) υγρό (κρυογόνο) υδρογόνο (20.27 K / -252.87°C) AEROSPACE
liquid level στάθμη υγρού GENERAL
Liquid oxygen (LOX) also (LO2) υγρό (κρυογόνο) οξυγόνο (οξειδωτικός παράγοντας) AEROSPACE
liquid waste υγρά απόβλητα ECOLOGY
liquidity control έλεγχος ρευστότητας ECONOMICS
lispund (Sweden) μονάδα μέτρησης βάρους, 1 lispund = 9 χιλιόγραμμα MEASUREMENT
Lissajous orbit τροχιά Λισσαζού ASTROPHYSICS
list view προβολή λίστας / καταλόγου I.T.
listeria λιστέρια BIOLOGY
lithium Hydroxide (LiOH) υδροξείδιο του λιθίου CHEMISTRY
lithosphere λιθόσφαιρα (εξωτερικό κέλυφος ενός στερεού πλανήτη) GEOLOGY
live trial ζωντανή δοκιμή, δοκιμαστική έκδοση I.T.
live video feed ζωντανή ροή βίντεο, ζωντανή μετάδοση βίντεο TELECOMMUNICATIONS
live voltage ενεργός τάση ELECTRICAL
LiveDistro «ζωντανή» έκδοση διανομής I.T.
liver ήπαρ ANATOMY / MEDICINE
livestock farming κτηνοτροφία AGRONOMY
living conditions συνθήκες διαβίωσης GENERAL
load φορτίο GENERAL
load center κέντρο βάρους φορτίου GENERAL
load change rates τιμές μεταβολής φορτίου GENERAL
load changes μεταβολές φορτίου GENERAL
load coupling compartment διαμέρισμα ζεύξης φορτίου INDUSTRY
load coupling compartment dampers αποσβέστες διαμερίσματος ζεύξης φορτίου INDUSTRY
load equipment εξοπλισμός φορτίου INDUSTRY
load gear εξοπλισμός φόρτωσης INDUSTRY
load limit όριο φορτίου INDUSTRY
load rejections απορρίψεις φορτίου ENGINEERING
load setpoint control έλεγχος σημείου αναφοράς φορτίου INDUSTRY
load tunnel area περιοχή σήραγγας φορτίου INDUSTRY
load-balancing καταµερισµός φορτίου GENERAL
loading line γραμμή φόρτωσης ELECTRONICS / NAUTICAL TERMS
lobectomy λοβεκτομή MEDICINE
lobule λοβίο ANATOMY / MEDICINE
local acceleration τοπική επιτάχυνση MECHANICS
Local Apparent Sidereal Time (LAST) τοπικός φαινόμενος αστρικός χρόνος MEASUREMENT
local area network (LAN) Δίκτυο Τοπικής Περιοχής (LAN) I.T.
local authority finances δημόσια οικονομικά τοπικής αυτοδιοίκησης ECONOMICS
local call τοπική κλήση TELECOMMUNICATIONS
local election τοπικές εκλογές POLITICAL SCIENCE
local friction coefficient τοπικός συντελεστής αντίστασης τριβής PHYSICS
local government τοπική αυτοδιοίκηση POLITICAL SCIENCE
Local Government and Administration Διεύθυνση Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Διοίκησης POLITICAL SCIENCE
local loop unbundling (LLU) αποδεσμοποίηση τοπικού βρόχου I.T.
Local Mean Sidereal Time (LMST) τοπικός φαινόμενος/αληθής ηλιακός χρόνος MEASUREMENT
local path τοπική διαδρομή I.T.
local port τοπική θύρα I.T.
local shear stress τοπική διατμητική τάση MECHANICS
Local Sidereal Time (LST) τοπικός αστρικός χρόνος MEASUREMENT
local standard of rest (LSR) τοπικό σύστημα αναφοράς ASTRONOMY
local time τοπική ώρα MEASUREMENT
locality of reference τοπικότητα αναφοράς (τοπικότητα χώρου/χρόνου) I.T.
localization τοπική προσαρμογή, τοπικοποίηση I.T.
locate εντοπίζω GENERAL
location θέση GENERAL
lock plate πλάκα ασφάλισης MECHANICS
locked rotor condition κατάσταση κλειδώματος στροφείου INDUSTRY
locked valves κλειδωμένες βαλβίδες INDUSTRY
locking κλείδωμα, ασφάλιση GENERAL
lockout απελευθέρωση INDUSTRY
lockout trip ασφαλειοδιακόπτης προστασίας INDUSTRY
locus γεωμετρικός τόπος, τόπος MATHEMATICS
lod (Sweden) μονάδα μέτρησης βάρους, 1 lod = 13 γραμμάρια MEASUREMENT
log ημερολόγιο GENERAL
log analysis software λογισμικό παραγωγής αναλύσεων αρχείων καταγραφής I.T.
log cleaning εκκαθάριση αρχείου καταγραφής I.T.
log file αρχείο καταγραφής I.T.
log in σύνδεση, είσοδος, όνομα σύνδεσης I.T.
log off αποσύνδεση I.T.
log spectrum λογαριθμικό φάσμα GENERAL
logatome λογάτομο PHONETICS
logging καταγραφή ημερολογίου I.T.
logical drive οδηγός λογικού δίσκου, μονάδα λογικού δίσκου I.T.
login, log in, log on σύνδεση, είσοδος I.T.
Logon failed Η σύνδεση απέτυχε I.T.
Lomé Convention σύμβαση Λομέ LAW
long date πλήρης ημερομηνία MEASUREMENT
long hundredweight (or gross hundredweight) μονάδα μέτρησης βάρους, 112 λίβρες ή 8 stone MEASUREMENT
Long Range Ballistic Missile (LRBM) βαλλιστικοί πύραυλοι μεγάλης εμβέλειας MILITARY
long ton (L/T) (U.K.) μονάδα μέτρησης βάρους, 1016.0469088 χιλιόγραμμα MEASUREMENT
long ton-force 2,240 λίβρες δύναμης / 9,964 νευτώνειες μονάδες MEASUREMENT
long wave μακρό κύμα TELECOMMUNICATIONS
long-acting insulin ινσουλίνη μακράς δράσης PHARMACOLOGY
longitude γεωγραφικό μήκος, (λ), παράλληλοι MEASUREMENT
longitude of ascending node γεωγραφικό μήκος συνδέσμου ανάβασης σε τροχιά MEASUREMENT
longitudinal διαμήκης MEASUREMENT
longitudinal axis επιμήκης άξων, διαμήκης άξονας GENERAL
longitudinal stress διαμήκης τάση ENGINEERING
long-term credit μακροπρόθεσμη πίστωση ECONOMICS
long-term financing μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση ECONOMICS
look αναζητώ GENERAL
Look in Διερεύνηση σε I.T.
loop βρόχος GENERAL
loop-lever parallelism παραλληλισμός σε επίπεδο βρόχου I.T.
lordosis λόρδωση MEDICINE
loss απώλεια GENERAL
loss έλλειμμα ECONOMICS
loss of appetite απώλεια της όρεξης, ανορεξία MEDICINE
loss of consciousness απώλεια συνείδησης MEDICINE
loss of field απώλεια πεδίου GENERAL
lossless χωρίς απώλειες I.T.
loud speaker μεγάφωνο ELECTRONICS / ACOUSTICS
loudness ηχηρότητα ACOUSTICS
loudness and pitch ηχηρότητα και τόνος ACOUSTICS
louse ψείρα BIOLOGY
louver περσίδες ENGINEERING
low alarm χαμηλού ορίου συναγερμού INDUSTRY
Low Earth Orbit (LEO) χαμηλή τροχιά AEROSPACE
Low Earth Orbit Satellite ∆ορυφόρος Χαµηλής Τροχιάς AEROSPACE
low energy reaction αντίδραση μικρής ενέργειας PHYSICS
low film drop πτώση χαμηλής μεμβράνης PHYSICS
Low Frequency (LF) Χαμηλή συχνότητα (30 - 300 kHz) ENERGY
low income χαμηλό εισόδημα ECONOMICS
low level start permissive άδεια έναρξης χαμηλού επιπέδου INDUSTRY
low pass χαμηλή περιοχή PHYSICS
low pressure (LP) χαμηλή πίεση (LP) INDUSTRY
low speed balancing εξισορρόπηση χαμηλής ταχύτητας INDUSTRY
low thrust χαμηλή ώθηση AEROSPACE
low-end χαμηλής απόδοσης, χαμηλής ποιότητας, οικονομικό GENERAL
low-energy charged particle detector ανιχνευτής φορτιζόμενων σωματιδίων χαμηλής ενέργειας PHYSICS
lower annuloid body κάτω κορυφαίος δακτύλιος ασκού BIOLOGY
lower half κάτω μισό GENERAL
lower thermocouple χαμηλό θερμοζεύγος PHYSICS
lowering mechanism μηχανισμός καθόδου GENERAL
low-gain antenna (LGA) πανκατευθυντική κεραία χαμηλής ισχύος TELECOMMUNICATIONS
low-low χαμηλό προς χαμηλό METEOROLOGY
low-low pressure πίεση χαμηλού προς χαμηλό METEOROLOGY
low-pass filter βαθυπερατό φίλτρο ELECTRONICS
loxodrome λοξοδρομία, ανεμόρρομβος MATHEMATICS
LP - Low Pressure admission εισαγωγή χαμηλής πίεσης (LP) INDUSTRY
lube oil λιπαντικό λάδι INDUSTRY
lube oil conditioner βελτιωτικό λιπαντικού λαδιού INDUSTRY
lube oil tank fill connection σύνδεση πλήρωσης δεξαμενής λιπαντικού λαδιού INDUSTRY
lubrication system σύστημα λίπανσης ENGINEERING
lucidity διαύγεια PSYCHOLOGY
lug (cable) γλωττίδα / ωτίο (καλώδιο) ELECTRONICS
lumbar division οσφυϊκή μοίρα ANATOMY / MEDICINE
lumen αυλός ANATOMY / MEDICINE
lumen λούμεν, μονάδα έντασης φωτός MEASUREMENT
luminance φωτεινότητα MEASUREMENT
luminosity class τάξη φωτεινότητας ASTRONOMY
lunar σεληνιακός ASTRONOMY
lunar eclipse έκλειψη Σελήνης ASTRONOMY
Lunar Module (LM) σεληνάκατος AEROSPACE
Lunar Month (Synodic Month) Σεληνιακός Μήνας (Συνοδικός Μήνας) (~29,53059 d) MEASUREMENT
lunar Orbit Insertion (LOI) εισαγωγή σε σεληνιακή τροχιά AEROSPACE
lunar roving vehicle (LRV) σεληνιακό όχημα περιπλάνησης AEROSPACE
lung πνεύμονας ANATOMY / MEDICINE
Lupus, Lup (constellation) Λύκος (αστερισμός) ASTRONOMY
Lyapunov orbit τροχιά Λιαπούνοφ AEROSPACE
lymph λέμφος MEDICINE
lymphocyte λεμφοκύπαρο MEDICINE
lymphocytes λεμφοκύτταρα MEDICINE
lymphoma λέμφωμα MEDICINE
lymphotropic retrovirus λεμφοτροπικός ρετροϊός MEDICINE
Lynx, Lyn (constellation) Λυγξ (αστερισμός) ASTRONOMY
Lyra, Lyr (constellation) Λύρα (αστερισμός) ASTRONOMY
M mononuclear Μ. Μονοπύρηνα MEDICINE
Mach angle γωνία Mach AEROSPACE
Mach number (Ma) αριθμός Μαχ, μονάδα ταχύτητας 1Ma = 1.225 χλμ/ώρα MEASUREMENT
Mach/mach meter μετρητής αριθμού Μαχ MEASUREMENT
machine μηχανή, μηχανισμός MECHANICS
machine (v.) εργάζομαι με τη βοήθεια ενός μηχανήματος-εργαλείου MECHANICS
machine cycle κύκλος μηχανής MECHANICS
machine saturation κορεσμός μηχανής I.T.
machine shop μηχανουργείο INDUSTRY
machine translation μηχανική μετάφραση I.T.
machined κατεργασμένος σε εργαλειομηχανή INDUSTRY
machine-readable texts μηχανο-αναγνώσιμα κειμένα I.T.
machining κατεργασία σε εργαλειομηχανή, μηχανική κατεργασία INDUSTRY
macro virus ιός που εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες μακροεντολών I.T.
macrocytes μακροκύτταρα MEDICINE
macroscopic οπτικής παρατήρησης, μακροσκοπικός PHYSICS
macroscopic balances for isothermal systems μακροσκοπικά ισοζύγια μάζας και ορμής PHYSICS
macroscopic interaction μακροσκοπική αλληλεπίδραση PHYSICS
magma μάγμα GEOLOGY
magmatic μαγματικός GEOLOGY
magnesium (Mg) μαγνήσιο CHEMISTRY
magnetar μάγναστρο ASTROPHYSICS
magnetic clutch ηλεκτρομαγνητικός συμπλέκτης INDUSTRY
magnetic contraction delay line μαγνητοσυστολική γραμμή καθυστέρησης ELECTRONICS
magnetic disc μαγνητικός δίσκος I.T.
magnetic field μαγνητικό πεδίο PHYSICS
magnetic field line γραμμή μαγνητικού πεδίου PHYSICS
magnetic field strength ένταση μαγνητικού πεδίου PHYSICS
magnetic flux μαγνητική ροή PHYSICS
magnetic flux saturation κορεσμός μαγνητικής ροής PHYSICS
magnetic flux tube σωλήνας μαγνητικής ροής ASTROPHYSICS
magnetic pole μαγνητικός πόλος ASTROPHYSICS
magnetic speed pickup μαγνητικός αισθητήρας ταχύτητας ENGINEERING / INDUSTRY
magnetic storm μαγνητική καταιγίδα ASTROPHYSICS
magnetic stripe card έξυπνη κάρτα I.T.
magnetism μαγνητισμός PHYSICS
magneto-antistatic μαγνητοαντιστατικός INDUSTRY
MagnetoHydroDynamics (MHD) Μαγνητοϋδροδυναμική (ΜΥΔ) PHYSICS
magnetometer μαγνητόμετρο /βαθμιδόμετρο MEASUREMENT
magnetopause μαγνητόπαυση (όριο μαγνητικού πεδίου της Γης) PHYSICS
magnetosphere μαγνητόσφαιρα ASTROPHYSICS
magnifying glass μεγεθυντικός φακός TOOLS
magnitude ένταση, ποσότητα, μέγεθος GENERAL
Mail Gateway Πύλη αλληλογραφίας I.T.
Mail Loop Βρόχος αλληλογραφίας I.T.
mail-order business εταιρεία ταχυδρομικών πωλήσεων ECONOMICS
main feed roller κύριος κύλινδρος τροφοδοσίας INDUSTRY
main panel κύριος πίνακας INDUSTRY
main steam lead drains κύριοι αγωγοί αποστράγγισης ατμού INDUSTRY
main steam temperature κύρια θερμοκρασία ατμού INDUSTRY
mainframe μεγάλος, ισχυρός υπολογιστής που διαμοιράζει πόρους του I.T.
mains supply ηλεκτρική τροφοδοσία ELECTRICAL
mainspring κύριο ελατήριο MECHANICS
maintainability συντηρησιμότητα, διατηρησιμότητα GENERAL
maintanance task εργασία συντήρησης GENERAL
maintenance συντήρηση GENERAL
maintenance manual εγχειρίδιο συντήρησης INDUSTRY
major axis μέγιστη διάμετρος μιας έλλειψης MATHEMATICS
major gene resistance αντοχή κυρίου γόνου GENETICS
major inspection γενικός έλεγχος INDUSTRY
major loss μείζων απώλεια INDUSTRY
major turbine components κύρια εξαρτήματα στροβίλου INDUSTRY
Make changes to your account Πραγματοποίηση αλλαγών στο λογαριασμό σας I.T.
make up, make-up αποτελείται, κατασκευή GENERAL
malabsorption δυσαπορρόφηση MEDICINE
malaise κακουχία MEDICINE
malaria ελονοσία MEDICINE
male sterilant ανδροστειρωτικός BIOLOGY / BOTANY
male sterility ανδροστειρότητα MEDICINE
malicious code κακόβουλος κώδικας I.T.
malicious software κακόβουλο λογισμικό I.T.
malignancy κακοήθεια MEDICINE
malignant κακοήθης MEDICINE
malleability ελατότητα, ευπλαστότητα METALLURGY
malleable ελατός, εύπλαστος METALLURGY
mallet ξύλινο σφυρί TOOLS
malleus σφύρα ANATOMY / MEDICINE
malware κακόβουλο λογισμικό I.T.
mamilla θηλή ANATOMY / MEDICINE
mammal θηλαστικό BIOLOGY
mammogram μαστογραφία MEDICINE
manage audio devices διαχείριση συσκευών ήχου I.T.
manage wireless networks διαχείριση ασύρματων δικτύων I.T.
management audit διαχειριστικός έλεγχος MANAGEMENT
Management Information System (MIS) σύστημα πληροφοριών διοίκησης (MIS) I.T.
Manager διαχείριση I.T.
managing the inheritance διαχείριση περιουσιακής κληρονομιάς LAW
manakin ανδρείκελο INDUSTRY
mandatary, mandatory εντολοδόχος LAW
mandatory-reporting diseases (MRDs) οσήματα υποχρεωτικής δήλωσης LAW
mandible κάτω γνάθος ANATOMY / MEDICINE
mandrel αξονίσκος TOOLS
manganese dioxide διοξείδιο του μαγγανίου CHEMISTRY
manganese oxide οξείδιο μαγνησίου CHEMISTRY
manhole φρεάτιο, ανθρωποθυρίδα INDUSTRY
manifestation εκδήλωση, σύμπτωμα MEDICINE
manifold πολλαπλή, συλλέκτης, σωλήνας εισαγωγής, GENERAL
man-made disaster ανθρωπογενής καταστροφή ECOLOGY
manned maneuvering unit (MMU) επανδρωμένη μονάδα ελιγμού AEROSPACE
manned satellite επανδρωμένος δορυφόρος AEROSPACE
manned spacecraft επανδρωμένο διαστημόπλοιο AEROSPACE
manometer θλιβόμετρο, μανόμετρο, πιεσομέτρο MEASUREMENT
manpower εργατικό δυναμικό GENERAL
mantle γήινος μανδύας GEOLOGY
manual εγχειρίδιο χρήσης INDUSTRY
manual bypass valve χειροκίνητη βαλβίδα παράκαμψης INDUSTRY
manual emergency trip χειροκίνητος ασφαλειοδιακόπτης έκτακτης ανάγκης INDUSTRY
manual intervention χειρωνακτική επέμβαση INDUSTRY
manual link χειρωνακτική σύνδεση (μη αυτόματη) I.T.
manual synchronization interface χειροκίνητη διασύνδεση συγχρονισμού GENERAL
manual test valve χειροκίνητη βαλβίδα ελέγχου INDUSTRY
Manufactured and supported by Κατασκευή και υποστήριξη INDUSTRY
manufacturer κατασκευαστής INDUSTRY
manufacturing portion κατασκευαστικό μέρος INDUSTRY
map απεικόνιση, αντιστοίχηση, χάρτης GENERAL
map drive, (drive mapping) αντιστοίχηση (μονάδας) δίσκου I.T.
mapping function συνάρτηση απεικόνισης I.T.
marble μάρμαρο GENERAL
mare θάλασσα ASTRONOMY
maria μεγάλες, σκοτεινές, βασαλτικές σεληνιακές πεδιάδες ASTRONOMY
marine grade plywood κοντραπλακέ (αντικολλητόν) θαλάσσης ENGINEERING
maritime air mass θαλάσσια αέρια μάζα METEOROLOGY
maritime law ναυτικό δίκαιο LAW
mark στίγμα TYPOGRAPHY
marker δείκτης, σημειωτός GENERAL
market access πρόσβαση στην αγορά ECONOMICS
market economy οικονομία της αγοράς ECONOMICS
market enlargement διεύρυνση της αγοράς ECONOMICS
market gardening κηπευτική καλλιέργεια ECONOMICS
market research έρευνα αγοράς ECONOMICS
marketing εμπορία ECONOMICS
marking επισημαίνω GENERAL
marmoric synthesis μαρμαροσύνθεση MEDICINE
marriage certificate ληξιαρχική πράξη γάμου LAW
Mars Άρης, 4ος πλανήτης από τον ηλιο, επίγειος πλανήτης ASTRONOMY
Mars landing προσεδάφιση στον Άρη AEROSPACE
Mars Polar Lander διαστημικό όχημα Μαρς Πόλαρ Λάντερ AEROSPACE
martensite μαρτενσίτης METALLURGY
masculine αρσενικός GENERAL
masked threshold κατώφλι απόκρυψης ACOUSTICS
maskee (απο)κρυμμένο σήμα ACOUSTICS
masker επικαλυπτής MILITARY
masking απόκρυψη, επικάλυψη GENERAL
masonite μασονίτης ENGINEERING
masonry τοιχοποιία, πλινθοδομή, οικοδόμηση, οικοδομή ENGINEERING
mass μάζα PHYSICS
mass balance ισοζύγιο μάζας CHEMISTRY
mass communications μαζική επικοινωνία TELECOMMUNICATIONS
mass education μαζική εκπαίδευση EDUCATION
mass flow rate παροχή μάζας PHYSICS
mass function συνάρτηση μάζας PHYSICS
mass ratio αναλογία μάζας PHYSICS
mass storage device συσκευή μαζικής αποθήκευσης I.T.
mass transport equation εξίσωση μεταφοράς μάζας BIOLOGY
mass-luminosity relation σχέση μάζας-φωτεινότητας PHYSICS
Master File Table (MFT) Κύριος πίνακας αρχείων I.T.
master rod bearing τριβέας κύριου διωστήρα ENGINEERING
master sample κύριο δείγμα STATISTICS
masturbation αυνανισμός GENERAL
mat τάπητας GENERAL
match ομοιότητα GENERAL
match (v.) ταιριάζω GENERAL
match case ταίριασμα πεζών/κεφαλαίων I.T.
match mark σημάδι ταιριάσματος INDUSTRY
Match whole string only ολόκληρης της συμβολοσειράς / ολόκληρου του πεδίου I.T.
matching ταίριασμα, ταιριαστός (ασορτί) GENERAL
material derivative σωματιδιακή παράγωγος, υλική / ολική παράγωγος PHYSICS
Material Safety Data Sheet Δελτίο δεδομένων περί ασφαλείας των υλικών INDUSTRY
maternity leave άδεια μητρότητας ECONOMICS
mating ζευγάρωμα BIOLOGY
mating ball seat έδρα μπάλας σύζευξης ENGINEERING
matrimonial law δίκαιο γαμικών σχέσεων LAW
matter ύλη PHYSICS
matting rabbets γλυφές παρώπισης ENGINEERING
mature tissue resistance αντοχή ωρίμου ιστού BIOLOGY
max holding μέγιστο ρεύμα συγκράτησης INDUSTRY
Max Q μέγιστο/ανώτατο Q, μέγιστη δυναμική πίεση AEROSPACE
maxilla άνω γνάθος ANATOMY
maximal cardiac workload μέγιστο καρδιακό έργο MEDICINE
maximize μεγιστοποίηση GENERAL
maximum μέγιστος GENERAL
maximum cold air temperature μέγιστη θερμοκρασία ψυχρού αέρα METEOROLOGY
maximum heart rate MHR, or HRmax) μέγιστη προβλεπόμενη συχνότητα MEDICINE
Maximum Performance μέγιστες επιδόσεις GENERAL
maximum phase current capability μέγιστη ικανότητα ρεύματος φάσης ELECTRICAL
maximum temperature scale κλίμακα μέγιστης θερμοκρασίας INDUSTRY
maximum throttle flow μέγιστη ροή δικλείδας INDUSTRY
maximum-likelihood algorithm αλγόριθμος μέγιστης πιθανοφάνειας STATISTICS
Maxwell model μοντέλο Maxwell PHYSICS
Mbyte πολλαπλασιαστικός παράγων, 1Mbyte=1024Kbyte MEASUREMENT
MCC - Motor Control Center MCC - Motor Control Center (Κέντρο ελέγχου κίνησης) INDUSTRY
meal γεύμα MEDICINE
mean μέσος (αριθμητικός), μέσος όρος MATHEMATICS
mean concentration Hb μέση συγκέντρωση MEDICINE
mean content Hb μέση περιεκτηκότητα MEDICINE
mean corpuscular volume (MCV) μέσος όγκος ερυθρών MEDICINE
mean flow μέση ροή στις τυρβώδεις ροές PHYSICS
mean opinion test δοκιμασία μέσης γνώμης ACOUSTICS
mean platelet volume (MPV) μέσος όγκος αιμοπεταλίων MEDICINE
mean proportional μέση ανάλογος (στα μαθηματικά) MATHEMATICS
mean sea level (MSL) μέση στάθμη Θάλασσας (ΜΣΘ) TOPOGRAPHY
mean sidereal day µέση αστρική ηµέρα MEASUREMENT
mean solar day µέση ηλιακή ηµέρα MEASUREMENT
Mean Solar Time (MT) μέσος ηλιακός χρόνος, μέση ηλιακή ώρα MEASUREMENT
mean velocity gradient κλίση της μέσης ταχύτητας PHYSICS
means of protection τρόποι προφύλαξης GENERAL
mean-square error μέσο τετραγωνικό σφάλμα STATISTICS
measles ιλαρά MEDICINE
measurement μέτρηση MEASUREMENT
measuring force δύναμη μέτρησης PHYSICS
meatus κανάλι (ακουστικό κανάλι), πόρος ANATOMY / MEDICINE
mebibit (Mibit) (Mib) = 'mega binary binary digit' μονάδα δεδομένων, 1 mebibit = 220 bits MEASUREMENT
mechanical μηχανικός MECHANICS
mechanical controls μηχανικοί έλεγχοι MECHANICS
mechanical energy μηχανική ενέργεια MECHANICS
mechanical energy head ύψος μηχανικής ενέργειας MECHANICS
mechanical seals μηχανικές σφραγίσεις MECHANICS
mechanical ventilation μηχανικός αερισμός MECHANICS
mechanics μηχανική MECHANICS
media filter φίλτρο μέσων ENGINEERING
medical ιατρικός MEDICINE
medical centre ιατρικό κέντρο MEDICINE
medical institution νοσηλευτικό ίδρυμα MEDICINE
medical training ιατρική εκπαίδευση MEDICINE
medical unit ιατρική μονάδα MEDICINE
medically intractable epilepsy δυσίατη επιληψία MEDICINE
medication φαρμακευτική αγωγή PHARMACEUTICAL
medicinal product φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα PHARMACEUTICAL
medicine ιατρική, φάρμακο MEDICINE
Mediterranean agriculture μεσογειακή γεωργία AGRONOMY
medium degree of dysfunction μέτριος βαθμός δυσλειτουργίας MEDICINE
Medium Earth Orbit (MEO) μεσαία τροχιά AEROSPACE
Medium Frequency (MF) Μέση συχνότητα (300 - 3 MHz) TELECOMMUNICATIONS
Medium Range Ballistic Missile (MRBM) βαλλιστικός πύραυλος μεσαίας εμβέλειας MILITARY
medium speed turbines στρόβιλοι μεσαίας ταχύτητας INDUSTRY
medium steam turbines μεσαίοι ατμοστρόβιλοι INDUSTRY
medium waves μεσαία κύματα TELECOMMUNICATIONS
medium-gain antenna πανκατευθυντική κεραία μεσαίας ισχύος TELECOMMUNICATIONS
medium-term credit μεσοπρόθεσμη πίστωση ECONOMICS
medium-term financial assistance οικονομική συνδρομή ECONOMICS
medium-term financing μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση ECONOMICS
meet συμμορφώνεται με, ικανοποιεί GENERAL
mega (M) - (prefix) μέγα (πρόθεμα) - π.χ.: μεγάμετρο GENERAL
megabit (Mb) (Mbit) μονάδα δεδομένων, 1 megabit = 106 = 1,000,000 bits MEASUREMENT
megabyte μονάδα δεδομένων, 106 bytes ή 220 bytes (ανάλογα) MEASUREMENT
megahertz (MHz) μεγαχέρτζ ή μεγάκυκλος MEASUREMENT
megatonne (MT) μεγατόννος MEASUREMENT
megawatt setpoint control έλεγχος σημείου αναφοράς megawatt INDUSTRY
melt τήγμα GENERAL
melt (v.) τήκω, υποβάλλομαι σε τήξη GENERAL
melting point σημείο τήξης PHYSICS
membrane μεμβράνη, υμένας GENERAL
memorandum of agreement for the lease of space προσύμφωνο μίσθωσης χώρου LAW
memory μνήμη GENERAL
Memory Address Register (MAR) καταχωρητής διευθύνσεων μνήμης I.T.
memory allocation εκχώρηση μνήμης I.T.
memory cell κελί μνήμης I.T.
Memory Data Register (MDR) καταχωρητής δεδομένων I.T.
memory hierarchy ιεραρχία μνήμης I.T.
Memory optimizer Βελτιστοποίηση μνήμης I.T.
memory stall cycle κύκλος καθυστέρησης μνήμης I.T.
memory unit μονάδα μνήμης I.T.
menopause εμμηνόπαυση MEDICINE
Mensa, Men (constellation) Τράπεζα (αστερισμός) ASTRONOMY
menses έμμηνα, έμμηνος ρύση MEDICINE
menstruation εμμηνορρυσία MEDICINE
mental διανοητικός, ψυχικός MEDICINE
mental disorder ψυχοπάθεια MEDICINE
menu κατάλογος, λίστα, μενού I.T.
menu bar γραμμή μενού I.T.
mercator projection μερκατορική προβολή CARTOGRAPHY
mercurial barometer υδραργυρικό βαρόμετρο METEOROLOGY
Mercury Ερμής, 1ος πλανήτης από τον ήλιο, επίγειος πλανήτης ASTRONOMY
mercury thermometer υδραργυρικό θερμόμετρο TOOLS
Merge File Συγχώνευση αρχείου I.T.
merger control έλεγχος των συγκεντρώσεων LAW
meridian μεσημβρινός, απόγειο, ζενίθ ουράνιου σώματος ASTRONOMY / GEOGRAPHY
mesiodistal εγγύς άπω MEDICINE
meson μεσόνιο PHYSICS
mesopause μεσόπαυση METEOROLOGY / PHYSICS
mesosphere μεσόσφαιρα METEOROLOGY / PHYSICS
message authentication codes κωδικούς πιστοποίησης μηνύματος I.T.
message box παράθυρο μηνύματος I.T.
metacenter μετάκεντρο ENGINEERING / NAUTICAL TERMS
metal detector ανιχνευτής μετάλλων TOOLS
metal grating μεταλλική σχάρα GENERAL
metal structure μεταλλική κατασκευή GENERAL
metamorphic rock μεταμορφωσιγενές πέτρωμα GEOLOGY
metamyelocytes μεταμυελοκύτταρα BIOLOGY / MEDICINE
meteograph μετεωγράφος METEOROLOGY / MEASUREMENT
meteor μετέωρο, διάττων ASTRONOMY
meteorite μετεωρίτης ASTRONOMY
meteoroid (adj.) μετεωροειδής ASTRONOMY
meteorology μετεωρολογία METEOROLOGY
meter μετρητής MEASUREMENT
meter (m) μέτρο (m) - μήκος MEASUREMENT
meter display οθόνη μετρητή MEASUREMENT
metering pump αντλία μετρήσεων INDUSTRY
metering station σταθμός μετρήσεων INDUSTRY
methane μεθάνιο CHEMISTRY
methanohydrozonamide μεθανοϋδροζοναμίδιο CHEMISTRY
methanone μεθανόνη CHEMISTRY
methyl group μεθυλομάδα CHEMISTRY
methyl... μεθύλ... CHEMISTRY
methylium μεθύλιο CHEMISTRY
methylprednisonole μεθυλπρεδνιζολόνης PHARMACOLOGY
metric distance μετρική απόσταση MEASUREMENT
mica μαρμαρυγία, μίκα MINERALOGY
mica tape ταινία μίκας INDUSTRY
micro (μ) - (prefix) μικρό (πρόθεμα) - π.χ.: μικρόμετρο GENERAL
micro liters μικρόλιτρα MEASUREMENT
microcytes μικροκύτταρα MEDICINE
microgram μικρογραμμάριο (1/1,000,000 γραμμαρίου) MEASUREMENT
microgravity μικροβαρύτητα AEROSPACE / PHYSICS
micrometeoroid μικρομετεωροειδές ASTROPHYSICS
micrometeoroid protection ασπίδα μικρομετεωριτών AEROSPACE
micrometer μίκρο-μέτρο / μικρόμετρο MEASUREMENT
microphone μικρόφωνο ELECTRONICS
microprocessor μικροεπεξεργαστής I.T.
microprosody μικροπροσωδία I.T.
microscope μικροσκόπιο OPTICS
Microscopium, Mic (constellation) Μικροσκόπιον (αστερισμός) ASTRONOMY
microwaves μικροκύματα PHYSICS
micturition ούρηση MEDICINE
mid-core μέσον-πυρήνας GEOLOGY
middle ear cavity μέση κοιλότητα αυτιού ANATOMY / MEDICINE
middle ear ossicle οστάριο μέσου αυτιού ANATOMY / MEDICINE
middle wave μεσαίο κύμα PHYSICS
midlock fitting εξάρτημα midlock (διάταξη σφράγισης ενδιάμεσου βάθους) INDUSTRY
midspan μέση ανοίγματος ENGINEERING
migrant μετανάστης GENERAL
migration control έλεγχος της μετανάστευσης GENERAL
migratory movement μεταναστευτικό ρεύμα GENERAL
mild ήπια GENERAL
mild steel μαλακός χάλυβας METALLURGY
mile μίλι MEASUREMENT
milestone ορόσημο GENERAL / I.T.
military cooperation στρατιωτική συνεργασία MILITARY
military quarters στρατιωτικές εγκαταστάσεις MILITARY
milk γάλα GENERAL
milking άμελξη GENERAL
Milky Way Γαλαξίας (περιλαμβάνει τον Ήλιο και τη Γη) ASTRONOMY
mill μονάδα (τελικής επεξεργασίας) INDUSTRY
milli (m) - (prefix) χιλιοστό (πρόθεμα) - π.χ.: χιλιοστόμετρο GENERAL
millibar χιλιοβαρίδα MEASUREMENT
milligram(me) χιλιοστόγραμμο MEASUREMENT
millimeter χιλιοστό MEASUREMENT
mind διάνοια GENERAL
mineral compound ανόργανη ένωση MINERALOGY
mineral water μεταλλικό νερό GENERAL
minimal systolic leakage ελάχιστη συστολική διαφυγή MEDICINE
minimize ελαχιστοποίηση I.T.
minimize (v.) ελαχιστοποιώ I.T.
minimum phase ελάχιστη φάση GENERAL
minimum temperature scale κλίμακα ελάχιστης θερμοκρασίας MEASUREMENT
mining extraction εξόρυξη INDUSTRY
minor gene resistance αντοχή δευτερεύοντος γόνου BIOLOGY / BOTANY
minor losses τοπικές απώλειες GENERAL
minor planet αστεροειδής (ελάσσων πλανήτης) ASTRONOMY
Minor Update Δευτερεύουσα ενημέρωση I.T.
minute hand λεπτοδείκτης / δείκτης λεπτού MEASUREMENT
mirror κάτοπτρο, καθρέφτης OPTICS
mirror convex κυρτό κάτοπτρο OPTICS
misalignment κακή ευθυγράμμιση GENERAL
miscarriage αποβολή MEDICINE
miscellaneous διάφορα GENERAL
miscible αναμίξιμος CHEMISTRY
misdemeanour πλημμέλημα, αδίκημα, πταίσμα, παράπτωμα LAW
mismatch ασυμφωνία GENERAL
mismatched conditions αταίριαστες, μη ταιριαστές συνθήκες GENERAL
miss penalty ποινή αποτυχίας I.T.
miss rate ρυθμός αποτυχίας I.T.
missile βλήμα, πύραυλος MILITARY
mission accomplished αποστολή εξετελέσθη GENERAL
mist υγρά αχλύς GENERAL
mist spraying device νεφελοψεκαστήρας INDUSTRY
Mistral Μαΐστρος ή Σκίρων METEOROLOGY
misuse of a right κατάχρηση δικαιώματος LAW
mite μονάδα μέτρησης βάρους τρόι, 309 mite = 1 gr MEASUREMENT
mitral regurgitation (MR) ανεπάρκεια μιτροειδούς (ΑΜ) MEDICINE
mitral stenosis (MS) στένωση μιτροειδούς (ΣΜ) MEDICINE
mitral valve μιτροειδές MEDICINE
mitral valve prolapse (MVP) πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδας (ΠΜΒ) MEDICINE
mixed bed demineralizers μικτοί αποσκληρυντές INDUSTRY
mixed economy μεικτή οικονομία ECONOMICS
mixed farm μεικτή γεωργική εκμετάλλευση INDUSTRY
mixed tenure μεικτό σύστημα εκμετάλλευσης GENERAL
mixing μίξη GENERAL
mixing chamber θάλαμος μίξης INDUSTRY
mixing eductor εξολκέας ανάμιξης INDUSTRY
mixing length μήκος μίξης PHYSICS
mixing length theory θεωρία μήκους μίξεως PHYSICS
mixture ratio αναλογία μιγμάτων AEROSPACE
m-mode echocardiogram (M-mode) ηχοκαρδιογράφημα μονοδιάστατο (ΗΧΟ-1) MEDICINE
mnemonic μνημονικός κανόνας EDUCATION
mobile κινητικό GENERAL
mobile code φορητός κώδικας I.T.
mobile coronary care unit (MCCU) κινητή στεφανιαία μονάδα εντατικής θεραπείας (ΚΣΜΕΘ) MEDICINE
Mobile Launcher Platform (MLP) Κινητή Εξέδρα, Πλατφόρμα Εκτόξευσης AEROSPACE
mobilization κινητοποίηση GENERAL
Mock-up πραγματικού μεγέθους ομοίωμα οχήματος, σκάφους κλπ. ENGINEERING
modal υποθετικός GENERAL
modal particle εγκλιτικό μόριο LINGUISTICS
mode τρόπος, τρόπος λειτουργίας GENERAL
mode of operation τρόπος λειτουργίας GENERAL
model μοντέλο, ομοίωμα, προσομοίωμα ENGINEERING
model farm πρότυπο αγρόκτημα AGRONOMY
modeling προσ/ομοίωση ENGINEERING
modem μόντεμ, διαμορφωτής-αποδιαμορφωτής I.T.
moderate band width of fluctuations μεσαίο εύρος ζώνης διακυμάνσεων GENERAL
modernisation aid ενισχύσεις για εκσυγχρονισμό ECONOMICS
modification τροποποίηση GENERAL
Modified Julian Date Τροποποιηµένη Ιουλιανή Ηµεροµηνία MEASUREMENT
modifier τροποποιητής GENERAL
modifier key πλήκτρο μεταβολής I.T.
modulation διαμόρφωση TELECOMMUNICATIONS
module ενότητα, αυτοτελής μονάδα, μονάδα I.T.
module by module basis σε βάση μονάδας προς μονάδα MATHEMATICS
modulus μέτρο MATHEMATICS
modulus of toughness μέτρο δυσθραυστότητας PHYSICS
moisture separator διαχωριστής υγρασίας INDUSTRY
molar γομφίος MEDICINE
moldboard φτερό αρότρου AGRONOMY
molded case circuit breaker αποζεύκτης κυκλώματος χυτού περιβλήματος ELECTRICAL
molded fiberglass rings χυτοί δακτύλιοι υαλοϊνών ENGINEERING
mole σπίλος MEDICINE
mole (mol) μολ (mol) ποσότητα ουσίας MEASUREMENT
molecular diffusion μοριακή διάχυση GENERAL
moment ροπή PHYSICS
moment arm μοχλοβραχίονας ροπής PHYSICS
moment of area ροπή επιφανείας PHYSICS
moment of force ροπή δύναμης PHYSICS
moment of inertia ροπή αδράνειας PHYSICS
moment of inertia of area ροπή αδράνειας επιφανείας PHYSICS
momentum ορμή (γινόμενο μάζας επί ταχύτητα), φόρα, στροφορμή PHYSICS
momentum correction factor συντελεστής συνόρθωσης ορμής PHYSICS
momentum thickness πάχος ποσότητας κίνησης PHYSICS
monetary cooperation νομισματική συνεργασία ECONOMICS
monitor (v.) παρακολουθώ GENERAL
monitor settings ρυθμίσεις οθόνης I.T.
monnme (Japan) μονάδα μέτρησης βάρους, 267 monnme = 1 χιλιόγραμμο MEASUREMENT
Monoceros, Mon (constellation) Μονόκερως (αστερισμός) ASTRONOMY
monochromatic μονοχρωματικός I.T.
monoclonal μονοκλονικός BIOLOGY
monogenic resistance μονοτονική αντοχή AGRONOMY
monomer μονομερές CHEMISTRY
monomethylhydrazine (MMH) μονομεθυλική υδραζίνη AEROSPACE / CHEMISTRY
monopoly μονοπώλιο ECONOMICS
monopropellant μονοπροωθητική ύλη AEROSPACE
monosodium salt μονονάτριο άλας CHEMISTRY
monotonicity μονοτονικότητα POLITICAL SCIENCE
monsoons μουσσώνες METEOROLOGY
mood swings απότομες αλλαγές διάθεσης MEDICINE / PSYCHOLOGY
Moody diagram διάγραμμα Moody PHYSICS
Moon Σελήνη ASTRONOMY
moon φυσικός δορυφόρος, σελήνη, φεγγάρι ASTRONOMY
morph μορφοποίηση GENERAL
morpheme μόρφημα LINGUISTICS
morphology μορφολογία BIOLOGY
mortal θανατηφόρος, θνητός BIOLOGY / MEDICINE
mortar όλμος, γουδί, κονίαμα GENERAL
mortgage registrar υποθηκοφυλακείο LAW
Moscow Time (MT) Ώρα Μόσχας MEASUREMENT
mosquito κουνούπι BIOLOGY
mother quartz φυσικός χαλαζίας MINERALOGY
motherboard μητρική κάρτα I.T.
motility κινητικότητα BIOLOGY
motion κίνηση GENERAL
motor κινητήρας στερεών προωστικών διαστημικόυ σκάφους AEROSPACE
motor effect φαινόμενο κινητήρα PHYSICS
motor operated valve control μηχανοκίνητος έλεγχος βαλβίδας INDUSTRY
moulding χύτευση ENGINEERING
mount hubs ομφαλός εγκατάστασης ENGINEERING
mounted εγκατεστημένο ENGINEERING
mounting βάση τηλεσκοπίου ASTRONOMY
mounting instructions οδηγίες εγκατάστασης INDUSTRY
mouse ποντίκι, ποντικός I.T.
mouse pointer δείκτης ποντικιού I.T.
mouse-over hints υποδείξεις ποντικιού I.T.
mousetrap ποντικοπαγίδα GENERAL
mouthpiece επιστόμιο GENERAL
movable trap μετακινούμενη θυρίδα INDUSTRY
move μετακίνηση GENERAL
movie camera κινηματογραφική μηχανή λήψης OPTICS
movie projector μηχανή προβολής ταινιών OPTICS
MP3 (Motion Pictures Experts Group Audio Layer 3) αποθήκευση μουσικών δεδομένων σε συμπιεσμένη μορφή I.T.
MST - Medium Steam Turbine MST - μεσαίος ατμοστρόβιλος INDUSTRY
mucoid βλεννοειδής, βλεννώδης MEDICINE
mucosa βλεννογόνος MEDICINE
mucus βλέννη MEDICINE
multicenter πολυκεντρική MEDICINE
multichannel πολυκαναλικός GENERAL
multidisciplinary education διεπιστημονική εκπαίδευση EDUCATION
multi-dose vial φιαλίδιο πολλαπλών δόσεων PHARMACOLOGY
multielectrode basket catheter (MBC) ηλεκτροδίου-καθετήρας (κατάλυσης-καυτηριασμόυ) MEDICINE
multifilter πολυφίλτρο GENERAL
multigenic πολυγονική αντοχή GENETICS
multihood units μονάδες με πολλαπλές καλύπτρες INDUSTRY
multilateral aid πολυμερής βοήθεια ECONOMICS
Multilingual User Interface (MUI) Πακέτο πολύγλωσσου περιβάλλοντος εργασίας (MUI) I.T.
multimedia πολυμέσα I.T.
multi-media filters φίλτρα πολυμέσων I.T.
multinational enterprise πολυεθνική επιχείρηση ECONOMICS
multiphase flow πολυφασική ροή MECHANICS
multi-platform πολυ-πλατφόρμα, πολλαπλή πλατφόρμα I.T.
multiple coupling πολλαπλή έλξη-ζεύξη ELECTRICAL
multiple issue processor επεξεργαστής πολλαπλής διευθέτησης εντολών I.T.
multiplex πολυπλέκω (σήματα) TELECOMMUNICATIONS
multiplexer, mux πολυπλέκτης TELECOMMUNICATIONS
multiplicity πολλαπλότις GENERAL
multi-point chart recorder καταγραφικό πολλαπλών σημείων I.T.
multiprogramming πολυπρογραμματισμός I.T.
multi-shock wave πολλαπλό κρουστικό κύμα GENERAL
multi-stage πολυσταδιακό, πολλά επίπεδα AEROSPACE
multistage rocket πολυσταδιακος πύραυλος AEROSPACE
multistage vehicle πολυβάθμιο όχημα AEROSPACE
Multi-string value Τιμή πολλών συμβολοσειρών I.T.
multitasking πολυδιεργασία I.T.
multi-tasking OS λειτουργικό σύστημα πολλαπλών διεργασιών I.T.
mumps παρωτίτις MEDICINE
municipality δήμος, διοικητική περιφέρεια, κοινότητα LAW
murmur φύσημα MEDICINE
Musca, Mus (constellation) Μυία (αστερισμός) ASTRONOMY
muscular μυϊκός BIOLOGY / MEDICINE
musculature μυϊκό σύστημα BIOLOGY / MEDICINE
mutism αλαλία MEDICINE
mutual assistance among farmers αγροτική αλληλοβοήθεια AGRONOMY
My computer ο υπολογιστής μου I.T.
My Network Places Θέσεις δικτύου I.T.
myelin sheath περίβλημα (έλυτρο) μυελίνης ANATOMY / MEDICINE
myelinic salt μηλεινικό(ν) άλας MEDICINE
myelocytes μυελοκύτταρα MEDICINE
myelogram μυελόγραμμα MEDICINE
myocardial μυοκάρδιο MEDICINE
myocardial infarction (MI) έμφραγμα μυοκαρδίου (ΕΜ) MEDICINE
myocardial ischemia ισχαιμία του μυοκαρδίου MEDICINE
myocarditis μυοκαρδίτιδα MEDICINE
nacreous clouds μαργαρώδη νέφη METEOROLOGY
nadir ναδίρ (αντικατακόρυφο) ASTRONOMY
nail καρφί ENGINEERING
Name Όνομα GENERAL
name address book ονομαστικού βιβλίου διευθύνσεων I.T.
name dependence εξάρτηση ονομάτων I.T.
name give-up μη εμπιστευτικός ECONOMY
name giving ονοματοδωσία GENERAL
nameplate πινακίδα INDUSTRY
nano (n) - (prefix) νάνο (πρόθεμα) - π.χ.: νανόμετρο GENERAL
nanogram (ng) 1δισεκατομμυριοστό γραμμαρίου (10-9g), νανογραμμάριο MEASUREMENT
nanometer νάνο-μέτρο / νανόμετρο MEASUREMENT
narration αφήγηση, παραλογή GENERAL
narrative αφηγηματικός, παραλογή GENERAL
narrow στενό GENERAL
NASA Goddard Space Flight Center (GSFC) Κέντρο Διαστημικής Πτήσης NASA Goddard (Maryland) AEROSPACE
nasal ένρινος, έρρινος, ρινικός ANATOMY / MEDICINE
nasal cavity ρινική κοιλότητα ANATOMY / MEDICINE
nasal tract ρινική οδός ANATOMY / MEDICINE
nasal vowel ένρινο, έρρινο, ρινικό φωνήεν PHONETICS
nasalization ερρινοποίηση PHONETICS
nasopharynx ρινοφάρυγγας ANATOMY / MEDICINE
natal γεvέθλιος MEDICINE
national accounts εθνικοί λογαριασμοί ECONOMICS
national economy εθνική οικονομία ECONOMICS
national election εθνικές εκλογές POLITICAL SCIENCE
national expenditure εθνική δαπάνη ECONOMICS
national financing εθνική χρηματοδότηση ECONOMICS
national law εθνικό δίκαιο LAW
national school εθνικό σχολείο EDUCATION
native application εσωτερική εφαρμογή I.T.
natural and civil fruit φυσικοί και νομικοί καρποί LAW
natural child τέκνο άγαμων γονέων LAW
natural convection φυσική συναγωγή PHYSICS
natural disaster φυσική καταστροφή ECOLOGY
natural gas dryers ξηραντήρες φυσικού αερίου INDUSTRY
natural gas supply παροχή φυσικού αερίου ENERGY
natural immunity φυσική ανοσία MEDICINE
natural insulin φυσική ινσουλίνη MEDICINE /PHARMACOLOGY
Natural Language Processing (NLP) Επεξεργασία Φυσικής Γλώσσας (ΕΦΓ) I.T.
natural resources φυσικοί πόροι ECOLOGY
naturalization πολιτογράφηση LAW
nature of duty φύση του καθήκοντος LAW
nautical mile ναυτικό μίλι (1,852 μέτρα / 6,076.1033 πόδια) NAUTICAL TERMS
navigation πλοήγηση GENERAL
nearthrosis ψευδάρθρωση AMATOMY
neat καθαρό, εύχρηστο, τακτικό GENERAL
nebula νεφέλωμα, νεφέλιο ASTROPHYSICS
nebular aggregation νεφελική συμπύκνωση ASTROPHYSICS
neck αυχένας, βραχίονας, λαιμός, τράχηλος GENERAL
necrogenous defence reaction νεκρογενής αντίδραση αμύνης BOTANY
needle βελόνη GENERAL
needle valve βελονοειδής βαλβίδα INDUSTRY
negative charge αρνητικό φορτίο PHYSICS
negative electrode αρνητικό ηλεκτρόδιο PHYSICS
negligible deviation αμελητέα απόκλιση GENERAL
neon νέο PHYSICS
neon and helium gases αέρια νέο και ήλιο PHYSICS
nephoscope νεφοσκόπιο MEASUREMENT / METEOROLOGY
Neptune Ποσειδώνας, 8oς πλανήτης από τον ήλιο ASTRONOMY
nerve fibers νευρικές ίνες BIOLOGY / MEDICINE
net δίκτυο GENERAL
Network Analysis Modules (NAM) μονάδες ανάλυσης δικτύων NAM I.T.
network neighborhood περιοχή δικτύου I.T.
network security ασφάλεια δικτύου I.T.
network-based security ασφάλεια με βάση το δίκτυο I.T.
networked δικτυωμένο I.T.
networking δικτύωση I.T.
neural νευρωνικός MEDICINE
neural network νευρωνικό δίκτυο MEDICINE
neuroma νεύρωμα MEDICINE
neutral ουδέτερο GENERAL
neutral axis ουδέτερος άξονας (επιφάνειας) MECHANICS
neutral equilibrium ουδέτερη ισορροπία MECHANICS
neutral grounding ουδέτερη γείωση ELECTRICAL
neutral phrasing ουδέτερη φρασεολογία I.T.
neutral vowel ουδέτερο φωνήεν PHONETICS
neutralization skid πέλμα εξουδετέρωσης INDUSTRY
neutralization, neutralisation ουδετεροποίηση, εξουδετέρωση GENERAL
neutron ουδετερόνιο, νετρόνιο PHYSICS
neutron bomb βόμβα νετρονίου MILITARY
new δημιουργία (νέου) I.T.
new moon νέα σελήνη ASTRONOMY
Newsletters Ενημερωτικά δελτία I.T.
newton νευτώνεια μονάδα MEASUREMENT
Newton’s equations εξισώσεις του Newton / Νεύτωνος PHYSICS
newtonian νευτώνειος PHYSICS
Newtonian fluid Νευτώνιο ρευστό PHYSICS
Newtonian mechanics Νευτώνεια μηχανική PHYSICS
Newtonian physics Νευτώνεια φυσική PHYSICS
Newtonian Telescope Νευτώνειο Τηλεσκόπιο ASTRONOMY
next επόμενο I.T.
next of kin πλησιέστερος συγγενής LAW
nibble μιάς διάταξης 4ων bit ή 1/2 οκτάδα - μοναδικό δεκαεξαδικό MEASUREMENT
Nickel (Ni) Νικέλιο METALLURGY
Nickel Cadmium (NiCd) μπαταρία νικελίου - καδμίου ENERGY
nightmare εφιάλτης PSYCHOLOGY
Ni-Ti alloy κράμα νικελίου-τιτανίου METALLURGY
nitrate νιτρικό CHEMISTRY
nitric acid νιτρικό οξύ CHEMISTRY
nitro… νιτρο… CHEMISTRY
nitrogen άζωτο PHYSICS
nitrogen oxides οξείδια του αζώτου CHEMISTRY
nitrogen system σύστημα του αζώτου INDUSTRY
nitrogen tetroxide τετροξείδιο του αζώτου CHEMISTRY
nitrogenous αζωτούχος CHEMISTRY
no load χωρίς φορτίο INDUSTRY
No matching services Μη συμβατές υπηρεσίες I.T.
noctilucent clouds νυχτερινά νέφη, πολικά νέφη METEOROLOGY
node σύνδεσμος (κόμβος), δεσμός, αψίδα GENERAL
noise abatement ελάττωση του θορύβου ECOLOGY
noise reduction μείωση θορύβου ELECTRONICS
noise shaping σχηματοποίηση-μορφοποίηση θορύβου ELECTRONICS
no-load excitation διέγερση χωρίς φορτίο ELECTRICAL
no-load tap changer μεταγωγέας που λειτουργεί χωρίς φορτίο ELECTRICAL
no-load throttle flow ροή δικλείδας χωρίς φορτίο ENGINEERING
nomenclature ονοματολογία GENERAL
nomimal jet boundary ονομαστικό όριο φλέβας MECHANICS
nominal noun ονομαστικό ουσιαστικό LINGUISTICS
nominalization ονοματοποίηση LINGUISTICS
nominative account ονομαστικός λογαριασμός ECONOMICS
non buoyant jet μη ανωστική φλέβα PHYSICS
non contagious disease μη μεταδοτική ασθένεια MEDICINE
non infectious disease μη μολυσματική ασθένεια MEDICINE
non intrusive method μη επεμβατική μέθοδος ENGINEERING
non magnetic steel fingers μη μαγνητικοί δάκτυλοι χάλυβα ELECTRICAL
non parasitic physiogenic disease/disorder μη παρασιτική ασθένεια MEDICINE
non return valve ανεπίστροφη βαλβίδα INDUSTRY
non slipping αντιολισθητικός INDUSTRY
non uniform flow ανομοιόμορφη ροή PHYSICS
nonagenarian άτομα ηλικίας 90 έως 99 ετών MEDICINE
non-coherent µη συνεκτικός GENERAL
non-compulsory expenditure μη υποχρεωτική δαπάνη ECONOMICS
non-formal education εκπαίδευση εκτός σχολικού συστήματος EDUCATION
non-isothermal atmosphere μη ισοθερμική ατμόσφαιρα PHYSICS
non-musical μη μουσικοί MEDICINE
non-musical rhonchi μη μουσικοί ρόγχοι MEDICINE
non-patentability μη κατοχυρωσιμότητα LAW
non-pecuniary damage μη περιουσιακή ζημία, μη χρηματική ζημία, ηθική βλάβη LAW
non-recoverable waste μη επανεκμεταλλεύσιμα απόβλητα ECOLOGY
non-refundable aid δωρεάν βοήθεια ECONOMICS
nonrepudiation, non-repudiation απαγόρευση απάρνησης, μη-απάρνηση LAW
non-round vowel μη στρογγυλό φωνήεν LINGUISTICS
non-tariff barrier μη δασμολογικό εμπόδιο ECONOMICS
Nordic Council Συμβούλιο Σκανδιναβικών Χωρών LAW
Nordic Council countries χώρες μέλη του Συμβουλίου Σκανδιναβικών Χωρών LAW
Norma, Nor (constellation) Γνώμων (αστερισμός) ASTRONOMY
normal κάθετος (σε επιφάνεια), κανονικός GENERAL
normal lapse rate κατακόρυφη θερμοβαθμίδα (Κ.Θ.) METEOROLOGY
normal mobility φυσιολογική κινητικότητα MEDICINE
normal runout κανονική διαφυγή ENGINEERING
normal sinus rhythm (NSR) φλεβοκομβικός ρυθμός (ΦΚΡ) MEDICINE
normal stress τάση κάθετη σε επιφάνεια, ορθή τάση MECHANICS
normalization κανονικοποίηση GENERAL
normalized execution time κανονικοποιημένος χρόνος εκτέλεσης I.T.
normally closed valve κανονικά κλειστή βαλβίδα INDUSTRY
normally open valve κανονικά ανοικτή INDUSTRY
north magnetic pole βόρειος μαγνητικός πόλος GEOLOGY
North-South relations σχέσεις Βορρά-Νότου POLITICAL SCIENCE
nose μύτη, ρις GENERAL
nose shroud (rocket) προστατευτικό κάλυμμα ρύγχους, το οποίο απορρίπτεται AEROSPACE
nostril ρουθούνι ANATOMY
not exempt from the law μη εξαιρούμενος από τον νόμο LAW
notary συμβολαιογράφος LAW
notch οδόντωμα, εγκοπή ENGINEERING
notch filter φίλτρο αποκοπής ζώνης ELECTRONICS
notice to terminate contract εξώδικη δήλωση μετά καταγγελίας LAW
notifiable δηλωτέος MEDICINE
notification κοινοποίηση GENERAL
noun ουσιαστικό LINGUISTICS
NOx control έλεγχος Nox ECOLOGY
NOx injection skid πέλμα έγχυσης Nox INDUSTRY
nozzle ακροφύσιο, ακροστόμιο, αναβρυτήρας, εγχυτήρας INDUSTRY
NPSH - Net Positive Suction Head NPSH - κεφαλή καθαρής θετικής αναρρόφησης MECHANICS
N-Type layer στρώμα τύπου N ELECTRONICS
nuclear accident πυρηνικό ατύχημα ECOLOGY
nuclear energy πυρηνική ενέργεια ENERGY
Nuclear Energy Agency Οργανισμός Πυρηνικής Ενεργείας LAW
nuclear fission πυρηνική σχάση PHYSICS
nuclear fusion πυρηνική σύντηξη PHYSICS
nuclear law δίκαιο της πυρηνικής ενέργειας LAW
nuclear power πυρηνική ενέργεια ENERGY
nuclear test πυρηνικές δοκιμές MILITARY
nuclei πυρήνες BIOLOGY
nucleoside νουκλεοζίτης BIOLOGY
nucleus πυρήνας, συλλαβικός πυρήνας BIOLOGY
nucleus ambiguus μεικτός πυρήνας, μικτός πυρήνας ANATOMY
number of cycles to cracking αριθμός κύκλων μέχρι τη ρωγμάτωση MECHANICS
number of pupils σχολικός πληθυσμός EDUCATION
number portability φορητότητα αριθμού TELECOMMUNICATIONS
numerals αριθμοί MATHEMATICS
numerical convergence αριθμητική σύγκλιση MATHEMATICS
numerical model αριθμητικό ομοίωμα MATHEMATICS
nurse-midwife βρεφοκόμος, μαία MEDICINE
nursery school νηπιαγωγείο EDUCATION
nutation κλόνηση ASTRONOMY
nutrient, nutritious τροφοφόρος, θρεπτικός GENERAL
nuts and bolts κοχλία και περικόχλια ENGINEERING
NV - Non Volatile NV - Μη πτητικό GENERAL
obesity παχυσαρκία MEDICINE
obfuscation συσκότιση / μέθοδος προστασίας πηγαίου κώδικα I.T.
object αντικείμενο GENERAL
object linking and embedding (OLE) σύνδεση και ενσωμάτωση αντικειμένων (OLE) I.T.
objections to an election result ενστάσεις κατά των εκλογών POLITICAL SCIENCE
objective αντικειμενικός GENERAL
objective lens αντικειμενικός φακός OPTICS
oblate Earth πεπλατυσμένη Γη GEOPHYSICS
obliquity λόξωση ASTRONOMY
observatory αστεροσκοπείο ASTRONOMY
obsession ιδεοληψία PSYCHOLOGY
obstruent αποφρακτικός MEDICINE
occipital lobe ινιακός λοβός ANATOMY
occipitoparietal βρεγματοϊvιοκός MEDICINE
occiput ινίο MEDICINE
occluded front συνεσφιγμένο μέτωπο METEOROLOGY
occlusion σύσφιγξη GENERAL
occultation απόκρυψη, έκλειψη, επιπρόσθηση ASTRONOMY
occupational accident εργατικό ατύχημα GENERAL
occupational therapy εργασιοθεραπεία MEDICINE
oceanic crust ωκεανική λιθόσφαιρα GEOLOGY
Octans, Oct (constellation) Οκτάς (αστερισμός) ASTRONOMY
octave οκτάβα ACOUSTICS
Octogenarian άτομα ηλικίας 80 έως 89 ετών MEDICINE
OD - Outside Diameter OD - εξωτερική διάμετρος INDUSTRY
odd περιττός GENERAL
odometer χιλιομετρικός μετρητής MEASUREMENT
off balance εκτός ισορροπίας, εκτός ισολογισμού GENERAL
off center παράκεντρα GENERAL
off level εκτός επιπέδου ENGINEERING
off limit εκτός ορίων GENERAL
off line εκτός γραμμής, εκτός απευθείας σύνδεσης I.T. / TELECOMMUNICATIONS
off size εκτός μεγέθους GENERAL
offal παραπροϊόντα σφαγίων INDUSTRY
Office clipboard πρόχειρο του Office I.T.
office worker υπάλληλος γραφείου GENERAL
official επίσημος LAW
official document επίσημο έγγραφο LAW
Official Secrets Act Νόμος περί κρατικών απορρήτων LAW
official statement υπεύθυνη δήλωση LAW
offset time χρόνος αρχικής μετατώπισης MEASUREMENT
oil λάδι, έλαιο GENERAL
oil conditioner βελτιωτικό λαδιού CHEMISTRY
oil coolers plate & frame design σχεδιασμός πλάκας & πλαισίου ψυγείων λαδιού ENGINEERING
oil deflectors ακροφύσια εκχυτήρα λαδιού INDUSTRY
oil film φιλμ λαδιού GENERAL
oil hole οπή λίπανσης INDUSTRY
oil operated pressure regulator ρυθμιστής πίεσης που λειτουργεί με λάδι INDUSTRY
oil press ελαιουργείο INDUSTRY
oil separator διαχωριστής λαδιού INDUSTRY
oil whipping ανάδευση λαδιού INDUSTRY
ointment αλοιφή PHARMACEUTICAL
olein ολείνη CHEMISTRY
olive ελαία AGRONOMY
olive oil ελαιόλαδο AGRONOMY
olive oil machine ελαιουργικό μηχάνημα INDUSTRY
omnidirectional πανκατευθυντικός, μη κατευθυντικός GENERAL
on access scanner ανιχνευτής πρόσβασης I.T.
on access scanning ανίχνευση πρόσβασης I.T.
on demand scanner ανιχνευτής επιλογής I.T.
on line on line, σε απευθείας σύνδεση I.T. / TELECOMMUNICATIONS
on line ETD - Electrical Trip Devices test on line έλεγχος ηλεκτρικών διατάξεων ασφαλειοδιακόπτη INDUSTRY
on line test on line έλεγχος (σε απευθείας σύνδεση) TELECOMMUNICATIONS
ON position θέση ON (ανοικτό) GENERAL
once-through boiler ανοικτός λέβητας INDUSTRY
on-demand κατόπιν επιλογής I.T.
on-demand scan ανίχνευση επιλογής I.T.
one line diagrams διαγράμματα μίας γραμμής ELECTRICAL
One-Time Password (ΟΤP) κωδικός ασφάλειας μίας χρήσης I.T.
one-way κατερχόμενη/καθοδική κατευθυντική ζεύξη AEROSPACE
one-way light time (OWLT) παρερχόμενος χρόνος φωτός μεταξύ διαστημόπλοιου & Γης AEROSPACE
online presentation παρουσίαση online I.T.
only child μοναχοπαίδι LAW
on-off switch διακόπτης GENERAL
onomatopoeia ονοματοποιία LINGUISTICS
onomatopoetic ονοματοποιημένος LINGUISTICS
onset εκκίνηση, έναρξη GENERAL
on-the-fly adaptation προσαρμογή εν (σε) λειτουργία I.T.
oort cloud περιήλιο νέφος σωματιδίων ASTRONOMY
opaque αδιαφανής GENERAL
Open Άνοιγμα I.T.
open channel ανοικτός αγωγός TELECOMMUNICATIONS
open circuit ανοικτό κύκλωμα ELECTRICAL
open circuit field time constant σταθερά χρόνου πεδίου ανοικτού κυκλώματος ELECTRICAL
Open Circuit Subtransient Field Time Constant σταθερά υπομεταβατικού χρόνου πεδίου ανοικτού κυκλώματος ELECTRICAL
open end slots θυρίδες ανοικτού άκρου TELECOMMUNICATIONS
open volume mixer άνοιγμα του μείκτη έντασης ήχου ACOUSTICS
open with άνοιγμα με I.T.
opening shock τίναγμα ανεώξεως (αλεξίπτωτα) AEROSPACE
opening statement εισήγηση συνηγόρου, εναρκτήρια αγόρευσης LAW
operable εγχειρήσιμος MEDICINE
operand τελεστέος MATHEMATICS
operand specifier προσδιοριστής διεύθυνσης τελεστέου MATHEMATICS
operating cost λειτουργικό κόστος ECONOMICS
operating modes τρόποι λειτουργίας INDUSTRY
operating range εύρος λειτουργίας INDUSTRY
operating system λειτουργικό σύστημα I.T.
operating temperature range εύρος θερμοκρασίας λειτουργίας INDUSTRY
operation λειτουργία, επέμβαση, εγχείρηση GENERAL
operation and maintenance manual εγχειρίδιο χειρισμού και συντήρησης INDUSTRY
Operation Code (opcode) κωδικός λειτουργίας I.T.
operation instructions οδηγίες χειρισμού GENERAL
operation of turbine generator beyond contract commitments χειρισμός της στροβιλογεννήτριας πέρα από τις συμβατικές υποχρεώσεις GENERAL
operation selector switch διακόπτης επιλογέα λειτουργίας INDUSTRY
operational expenditure επιχειρησιακή δαπάνη ECONOMICS
operator τελεστής, χειριστής GENERAL
operator interface module μονάδα διεπαφής χειριστή I.T.
operculum lid επίπωμα ασκού BIOLOGY
Ophiuchus, Oph (constellation) Οφιούχος (αστερισμός) ASTRONOMY
opposed pressure αντίθετη πίεση INDUSTRY
optical aberration οπτική εκτροπή OPTICS
optical character recognition (OCR) οπτική αναγνώριση χαρακτήρων (OCR) I.T.
optical character recognition software λογισμικό οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων I.T.
optical disc οπτικός δίσκος I.T.
optical fiber οπτική ίνα TELECOMMUNICATIONS
Optical Music Recognition (OMR) οπτική αναγνώριση μουσικής I.T.
optical power οπτική δύναμη, οπτική ισχύς OPTICS
optical read-out οπτική ανάγνωση I.T.
optical window οπτικό παράθυρο OPTICS
optimal ramps βέλτιστα κεκλιμένα επίπεδα OPTICS
optimization βελτιστοποίηση GENERAL
optimum time vs. temperature profile βέλτιστο προφίλ χρόνου έναντι θερμοκρασίας ENGINEERING
Opt-in Συμμετοχή I.T.
option button κουμπί επιλογής I.T.
optional equipment προαιρετικός εξοπλισμός GENERAL
Options Επιλογές I.T.
Opt-out Απαλλαγή I.T.
oral προφορικός, στοματικός GENERAL
oral anticoagulant στοματική αντίπηξη MEDICINE
oral cavity στοματική κοιλότητα ANATOMY
oral medication φαρμακευτική αγωγή από το στόμα MEDICINE / PHARMACOLOGY
orbit τροχιά ASTROPHYSICS
orbit insertion εισαγωγή σε τροχιά AEROSPACE
orbit trim maneuver (OTM) ελιγμός τελειοποίησης τροχιάς AEROSPACE
Orbital Maneuvering System (OMS) τροχιακό σύστημα ελιγμού AEROSPACE
orbital mechanics μηχανολογία του διαστήματος ASTROPHYSICS
orbital module τμήμα διαστημόπλοιου με μονάδα χαλάρωσης/πειραμάτων AEROSPACE
orbital period περίοδος τροχιάς ASTROPHYSICS
orbital velocity ταχύτητα τροχιάς ASTROPHYSICS
Orbiter Processing Facility (OPF) κτίριο μετατροπής διαστημοπλοίων AEROSPACE
organ of Corti όργανο του Corti ANATOMY
organic farming βιολογική γεωργία AGRONOMY
organic fertiliser οργανικό λίπασμα AGRONOMY
orifice flange φλάντζα στομίου MEASUREMENT
orifice flow device διάταξη ροής στομίου MEASUREMENT
orifice plates πλάκες στομίου INDUSTRY
orifice valve βαλβίδα στομίου INDUSTRY
origin προέλευση, έκφυση GENERAL
O-ring δακτύλιος AEROSPACE
Orion, Ori (constellation) Ωρίων (αστερισμός) ASTRONOMY
ornate convolution περίκομψη ελίκωση MATHEMATICS
orphaned startup tasks απορφανισμένες εργασίες εκκίνησης I.T.
orthochromatic normocellular anemia ορθόχρωμη νορμοκυτταρική αναιμία MEDICINE
orthogonal ορθογώνιος GENERAL
orthogonal Cartesian coordinates ορθογώνιες Καρτεσιανές συντεταγμένες MEASUREMENT
orthogonal projection ορθή προβολή ENGINEERING
orthomarmarosis ορθομαρμάρωση ENGINEERING
oscillating motion παλινδρομική κίνηση, κίνηση ταλάντωσης GENERAL
oscillating valve παλινδρομική βαλβίδα INDUSTRY
oscillation ταλάντωση GENERAL
oscillator ταλαντωτής ELECTRONICS
osmium όσμιο METALLURGY
osseous spiral lamina οστεώδες σπειροειδές έλασμα ANATOMY
O-stage προωστικοί πύραυλοι παροχής πρόσθετης ώθησης AEROSPACE
osteomyelitic biopsy οστεομυική βιοψία MEDICINE
other solutions άλλες λύσεις GENERAL
other than from the main control room εκτός από τον κύριο θάλαμο ελέγχου AEROSPACE
otosclerosis ωτοσκλήρωση MEDICINE
ounce ουγγία, ουγγιά (μέτρο βάρους) MEASUREMENT
out of balance σφάλμα ζυγοστάθμισης / ισορροπίας / ισολογισμού GENERAL
out of date έχει λήξει GENERAL
outages καταστάσεις εκτός λειτουργίας GENERAL
outboard εξωτερικό, εξωλέμβιο, πλευρικό GENERAL
outbreath εκπνοή MEDICINE
outer core εξωτερικός πυρήνας GEOLOGY
outer flow εξωτερική ροή AEROSPACE
outer hair cell εξωτερικό τριχοειδές κύτταρο BIOLOGY
outer planets εξωτερικοί πλανήτες ASTRONOMY
outer space απώτερο διάστημα ASTROPHYSICS
outer tunnel εξωτερική σήραγγα GENERAL
outer wrapper εξωτερικό περιτύλιγμα GENERAL
outlet valve βαλβίδα εξαγωγής INDUSTRY
outlets παροχές GENERAL
Outlook/Express filter φίλτρο Outlook/Express I.T.
outpatient ασθενής εξωτερικός MEDICINE
outpatient clinic ιατρείο (εξωτερικό) MEDICINE
output dependence εξάρτηση εξόδου I.T.
oval ωοειδής, ελλειψοειδής GENERAL
oval window ελλειψοειδές παράθυρο ANATOMY
ovary ωοθήκη ANATOMY / MEDICINE
oven φούρνος GENERAL
over stable star υπερευσταθής αστέρας ASTROPHYSICS
overexcited υπερδιεγερμένο PSYCHOLOGY
overflow level επίπεδο υπερχείλισης INDUSTRY
overhang προβάλλον τμήμα, προεξέχον τμήμα ENGINEERING
overhaul γενική επισκευή GENERAL
overhaul (v.) επισκευάζω, συντηρώ GENERAL
overhead επιβάρυνση GENERAL
overhead crane γερανογέφυρα INDUSTRY
overlapping zones of protection αλληλεπικαλυπτόμενες ζώνες προστασίας ELECTRICAL
overload υπερφορτώνω GENERAL
overpressurization υπερπίεση GENERAL
override παρακάμπτω, παράκαμψη GENERAL
over-sampling υπερδειγματολειψία TELECOMMUNICATIONS
overseas department υπερπόντιο διαμέρισμα LAW
overshoot υπερύψωση (σήματος) TELECOMMUNICATIONS
overspeed tests έλεγχοι υπέρβασης ταχύτητας ENGINEERING
oversteaming υπέρβαση ατμού INDUSTRY
oversteered υπεροδήγηση INDUSTRY
overturning moment ροπή ανατροπής ENGINEERING
overview ανασκόπηση GENERAL
Overview Επισκόπηση I.T.
ovulation ωορρηξία BIOLOGY
ovum ωάριο BIOLOGY
owner farming ιδιοκαλλιέργεια AGRONOMY
oxidation οξείδωση PHYSICS
oxidizer, oxidiser οξειδωτικός παράγοντας PHYSICS
oxygen οξυγόνο CHEMISTRY
oxygen scavenger παγίδα / σύστημα δέσμευσης οξυγόνου CHEMISTRY
ozone όζον CHEMISTRY
ozone hole τρύπα του όζοντος ECOLOGY
ozone layer στρώμα του όζοντος PHYSICS
ozonosphere οζονόσφαιρα PHYSICS
pacemaker βηματοδότης MEDICINE
Pacific Daylight Time (PDT) ζώνη ώρας 'Pacific Daylight Time' MEASUREMENT
Pacific Standard Time (PST) ζώνη ώρας 'Pacific Standard Time' MEASUREMENT
package πακέτο GENERAL
package boilers προσυναρμολογημένος λέβητας INDUSTRY
packaging συσκευασία INDUSTRY
packed decimal συσκευασμένος δεκαδικός MATHEMATICS
packet sniffer αναλυτής πακέτων δικτυακής κυκλοφορίας I.T.
packetization πακετοποίηση I.T.
packets πακέτα I.T.
packing συσκευασίας INDUSTRY
packing casing περίβλημα συσκευασίας INDUSTRY
pad σημειωματάριο GENERAL
pad (v.) συμπληρώνω GENERAL
pad character χαρακτήρας συμπλήρωσης I.T.
padding πρόσθετοι χαρακτήρες στο τέλος ενός αρχείου I.T.
padding συμπλήρωμα, παραγέμισμα GENERAL
paddle switch διακόπτης πτερυγίου ELECTRICAL
page σελίδα GENERAL
page setup διαμόρφωση σελίδας, σελιδοποίηση I.T.
page table πίνακας σελίδων I.T.
paging σελιδοποίηση, αναζήτηση, τηλεειδοποίηση GENERAL
paid leave άδεια μετ' αποδοχών ECONOMICS
pain άλγος, πόνος MEDICINE
pain limit όριο πόνου MEDICINE
painful επώδυνος MEDICINE
painless ανώδυνος MEDICINE
paint brush πινέλο TOOLS
palatal ουρανικός PHONETICS
palatalization ουρανικοποίηση LINGUISTICS
palate ουρανίσκος, υπερώα ANATOMY
palette knife μαχαίρι-παλέττα, μαχαιροσπάτουλα TOOLS
palette window παράθυρο παλέτας I.T.
pall filters φίλτρα νέφους INDUSTRY
pallet παλέτα INDUSTRY
pallor ωχρότητα MEDICINE
palm παλάμη ANATOMY
palpation ψηλάφηση MEDICINE
palsy παράλυση MEDICINE
pamphlet φυλλάδιο GENERAL
pancreas πάγκρεας ANATOMY
pancreatin παγκρεατίνη MEDICINE
pancreatitis παγκρεατίτις MEDICINE
pane παράθυρο GENERAL
panelboard ηλεκτρικός πίνακας INDUSTRY
panic πανικός PSYCHOLOGY
panning παράλληλη μετατόπιση OPTICS
paper document έγγραφο τεκμήριο GENERAL
parabolic dish παραβολική κεραία TELECOMMUNICATIONS
parabolic mirror παραβολικό κάτοπτρο GENERAL
parabolic reflector παραβολειδές κάτοπτρο GENERAL
paracentesis παρακέντηση MEDICINE
parachute ripcord σχοινί ανοίγματος αλεξίπτωτου AEROSPACE
paradox παράδοξο PHYSICS
paraffin παραφίνη CHEMISTRY
paralinguistic παραγλωσσολογικός LINGUISTICS
parallax παράλλαξη, (π) OPTICS
parallel γεωγραφική παράλληλος, παράλληλος GENERAL
parallel access παράλληλη πρόσβαση I.T.
parallel flow παράλληλη ροή ENERGY
paramedical training παραϊατρική εκπαίδευση MEDICINE
parameter παράμετρος GENERAL
paranoia παράνοια PSYCHOLOGY
paraplegia παραπληγία MEDICINE
parasite παράσιτο BIOLOGY
parasitic disease παρασιτική ασθένεια MEDICINE
parathion παραθείο CHEMISTRY
parathyroid παραθυρεοειδής ANATOMY
paratroops σήμα αλεξιπτωτιστών MILITARY
parenchyma παρέγχυμα BIOLOGY
parental leave γονική άδεια LAW
parenteral παρεντερικός MEDICINE
parential lobe βρεγματικός λοβός ANATOMY
paresthesia παραισθησία MEDICINE
parietal βρεγματικός ANATOMY
parietofrontal βρεγματομετωπιοίος ANATOMY
parking orbit τροχιά στάθμευσης AEROSPACE
parkinsonism παρκινσονισμός MEDICINE
parliamentary committee κοινοβουλευτική επιτροπή POLITICAL SCIENCE
parliamentary debate κοινοβουλευτική συζήτηση POLITICAL SCIENCE
parliamentary document κοινοβουλευτικό έγγραφο POLITICAL SCIENCE
parliamentary election βουλευτικές εκλογές POLITICAL SCIENCE
parliamentary scrutiny κοινοβουλευτικός έλεγχος POLITICAL SCIENCE
paroccipital παραϊνιακός ANATOMY
parotid παρωτίδα ANATOMY
paroxymal atrial fibrillation (PAF) παροξυσμική κολπική μαρμαρυγή MEDICINE
paroxysm παροξυσμός MEDICINE
paroxysmal atrial tachycardia (PAT) παροξυσμική κολπική ταχυκαρδία (ΠκΤ) MEDICINE
paroxysmal supraventricular tachycardia (PSVT) παροξυσμική υπερκοιλιακή ταχυκαρδία (ΠΥΚΤ) MEDICINE
Parsec (pc): 3.08568025 × 1016 meters Παρσέκ: ~3,26161 έτη φωτός (αστρονομική μον. μέτρησης) MEASUREMENT
parsing λεκτική ανάλυση I.T.
part list κατάλογος εξαρτημάτων GENERAL
part of τμήμα στελέχους GENERAL
part of speech μέρος του λόγου LINGUISTICS
partial arc sequencing ακολουθία μερικού τόξου INDUSTRY
partial eclipse μερική έκλειψη ASTRONOMY
partial solar eclipse μερική έκλειψη ηλίου ASTRONOMY
partial-pressure suit (PPS) προστατευτική στολή μερικής πίεσης AEROSPACE
particle σωματίδιο, μόριο GENERAL
particle accelerator επιταχυντής υποατομικών σωματιδίων PHYSICS
particulate form σωματιδιακή μορφή PHYSICS
parties & arbitrators διάδικοι & διαιτησία LAW
partition function συνάρτηση διαμερισμού MATHEMATICS
parts manual εγχειρίδιο εξαρτημάτων INDUSTRY
parts per million (ppm) μέρη ανά εκατομμύριο CHEMISTRY
part-time farming μερική απασχόληση στη γεωργία AGRONOMY
party financing χρηματοδότηση των κομμάτων POLITICAL SCIENCE
pascal (Pa) πασκάλ (μονάδα μέτρησης πίεσης στο SI MEASUREMENT
pass περνώ, μεταφέρω GENERAL
passage διέλευση GENERAL
passband ζώνη διέλευσης TELECOMMUNICATIONS
passes περνά GENERAL
passing channel διέλευσης καναλιού NAUTICAL TERMS
passivation παθητικοποίηση METALLURGY
passive attack παθητική επίθεση I.T.
passive cooling παθητική ψύξη PHYSICS
passive resistance παθητική αντοχή POLITICAL SCIENCE
Passive Thermal Control (PTC) παθητικός θερμικός έλεγχος AEROSPACE
passphrase κωδικοφράση I.T.
password policy πολιτική κωδικών πρόσβασης I.T.
Password Stealer Υποκλοπέας κωδικών πρόσβασης I.T.
paste επικόλληση I.T.
paste link επικόλληση σύνδεσης I.T.
paste shortcut επικόλληση συντόμευσης I.T.
paste special ειδική επικόλληση I.T.
pasture fattening πάχυνση με βοσκή GENERAL
patch διορθωτικό αρχείο I.T.
patella επιγονατίδα ANATOMY
patent ductus arteriosus (PDA) ανοικτός αρτηριακός πόρος (ΑΑΠ) MEDICINE
patent formen ovale ανοιχτό ωοειδές τρήμα MEDICINE
patent law δίκαιο ευρεσιτεχνίας LAW
path τροχιά, διαδρομή GENERAL
path to ground διαδρομή προς τη γείωση ELECTRICAL
pathogen παθογόνος MEDICINE
pathogenesis παθογένεση, παθογένεια MEDICINE
pathologic παθολογικός MEDICINE
patient ασθενής MEDICINE
patient flow unit τμήμα κίνησης ασθενών MEDICINE
patrimony πατρική περιουσία LAW
pattern μορφή, πρότυπο GENERAL
pattern recognition αναγνώριση μορφής, αναγνώριση προτύπου I.T.
pause παύση GENERAL
pawl επίσχεστρο, καστάνια, ανασταλτικό νύχι MECH
pay scale μισθολογική κλίμακα ECONOMICS
payment appropriation πιστώσεις πληρωμών ECONOMICS
PCP, phencyclidin, Peace Pill, Angel Dust αναισθητικό κτηνιατρικής - διαδεδομένο σε τοξικομανείς PSYCHOLOGY
PC-relative addressing ΑΠ-σχετική διευθυνσιοδότηση I.T.
PC-relative branch ΑΠ-σχετική διακλάδωση I.T.
peak αιχμή, κορυφή GENERAL
peak load μέγιστο φορτίο ENERGY
peak value μέγιστη τιμή PHYSICS
pebibit (Pibit) μονάδα δεδομένων 1 pebibit = 250 bits MEASUREMENT
pedal πηδάλιο GENERAL
pedal powered πηδαλιουχούμενο ECOLOGY / GENERAL
pedestal βάθρο ENGINEERING
pediatrics παιδιατρική MEDICINE
pediculus φθείρα BIOLOGY
pedigree γεvεαλογικό δέvδρο BIOLOGY
peer ισότιμο GENERAL
Pegasus (Peg) (constellation) Πήγασος (αστερισμός) ASTRONOMY
pegging steam ατμός σταθεροποίησης INDUSTRY
pelvis πύελος ANATOMY
penal institution σωφρονιστικό ίδρυμα LAW
pendulum πεντούλα MECHANICS
penetration διείσδυση GENERAL
penicillin πενικιλλίνη PHARMACOLOGY
penis πέος ANATOMY
pennyweight βάρος 1,5 γραμμαρίων περίπου MEASUREMENT
pentaprism πεντάπρισμα OPTICS
penumbra παρασκιά ASTRONOMY / OPTICS
people's democracy λαϊκή δημοκρατία POLITICAL SCIENCE
peptide πεπτίδιο BIOLOGY
per ανά GENERAL
per capita consumption κατά κεφαλή κατανάλωση ECONOMICS
Per Unit Data δεδομένα ανά μονάδα TELECOMMUNICATIONS
perception αντίληψη, νευρώνας GENERAL
perceptual center κέντρο αντίληψης GENERAL
perceptual interpretation επεξήγηση με βάση την αντίληψη PSYCHOLOGY
percolation water νερό φυσικής διήθησης ECOLOGY
percussion παραγόμενος ήχος από κρούση, επίκρουση ACOUSTICS
percussion instrument κρουστό όργανο ACOUSTICS
percutaneous διαδερμικός MEDICINE
performance απόδοση, επίδοση GENERAL
perfusion διαπότιση BIOLOGY
periapsis περιαψίδα / περίαστρο ASTROPHYSICS
periastron περίαστρο ASTROPHYSICS
pericardium περικάρδιο MEDICINE
periferal περιφερειακή GENERAL
perigee περίγειο ASTRONOMY
perihelion περιήλιο ASTRONOMY
perilune περισελήνιο AEROSPACE
perimeter περίμετρος GENERAL
perinatal περιγεννητικός MEDICINE
perineum περίνεο ANATOMY
period περίοδος GENERAL
period of revolution περίοδος περιστροφής τροχιακής κίνησης π.χ.1 γήινο έτος ASTRONOMY
periodicity περιοδικότητα PHYSICS
periosteum περιόστεο MEDICINE
peripheral device περιφερειακή μονάδα, περιφερειακή συσκευή I.T.
periscope περισκόπιο OPTICS
perishable goods φθαρτά εδώδιμα είδη INDUSTRY
peristaltic pump περισταλτική αντλία INDUSTRY
peristaphyline περισταφυλικός MEDICINE
peritoneum περιτόναιο MEDICINE
permanent crop μόνιμη καλλιέργεια AGRONOMY
permeability διαπερατότητα GENERAL
permeable διαβατός GENERAL
permissible negative sequence current επιτρεπτό ρεύμα αρνητικής ακολουθίας INDUSTRY
permissible wear επιτρεπτή φθορά INDUSTRY
permissive επιτρεπτικό GENERAL
permitted tolerance επιτρεπόμενη ανοχή OPTICS / GENERAL
permutation μετάθεση MATHEMATICS
peromelia πηρομέλεια MEDICINE
peroxide υπεροξείδιο CHEMISTRY
peroxo περόξο CHEMISTRY
peroxo compound περόξο ένωσης CHEMISTRY
perpetual (motion) αεικίνητος PHYSICS
perplexity περιπλοκή I.T.
Perseus, Per (constellation) Περσεύς (αστερισμός) ASTRONOMY
personal computer (PC) (προσωπικός) ηλεκτρονικός υπολογιστής (Η/Υ) I.T.
Personal Identification Number (PIN) προσωπικός αριθμός αναγνώρισης I.T.
personal identity ταυτοπροσωπία GENERAL
Personal Sensitive Points (PSP) Προσωπικά Ευαίσθητα Σημεία ASTROLOGY
personal unblock key (PUK) κωδικός απεμπλοκής κάρτας SIM I.T.
personality προσωπικότητα PSYCHOLOGY
personalizing the application εξατομίκευση εφαρμογής I.T.
perspiration, sweating εφίδρωση MEDICINE
pertaining που σχετίζονται GENERAL
perturbation αναστάτωση, ανησυχία, διαταραχή GENERAL
perturbed signal wavefront διαταραχή μετωπικού σήματος PHYSICS
pertussis κοκκύτης MEDICINE
perversion διαστροφή PSYCHOLOGY
pes πόδι, πους ANATOMY
pesticides παρασιτοκτόνα CHEMISTRY
pests παράσιτα, τρωκτικά GENERAL
peta (P) - (prefix) πέτα (πρόθεμα) - π.χ.: πετάμετρο GENERAL
petabit (Pb) μονάδα δεδομένων 1 petabit = 1015 bits MEASUREMENT
petabyte (PB) μονάδα δεδομένων = 1 πεντάκις εκατομμύριο bytes MEASUREMENT
petahertz 1015 χερτζ MEASUREMENT
petrolatum βαζελίνη CHEMISTRY
petroleum air-convection boiler καυστήρας αερόθερμου πετρελαίου INDUSTRY
PF - Power Factor PF - συντελεστής ισχύος ELECTRICAL
PF lagging καθυστέρηση PF ELECTRICAL
phagocyte φαγοκύτταρο MEDICINE
phalanx φάλαγγα MILITARY
phallus φαλλός ANATOMY
pharmaceutical φαρμακευτικός PHARMACEUTICAL
pharmacognosy φαρκακογνωσία PHARMACEUTICAL
pharmacy φαρμακευτική PHARMACEUTICAL
pharyngeal φαρυγγικό MEDICINE
pharyngealization φαρυγγικοποίηση PHONETICS
pharynx φάρυγγας ANATOMY
phase φάση, στάδιο εξέλιξης GENERAL
phase angle γωνία φάσης MECHANICS
phase of primary symptoms φάση πρωτογενών συμπτωμάτων MEDICINE
phase velocity φασική ταχύτητα MECHANICS
phenol φαινόλη CHEMISTRY
phenomenological theory φαινομενολογική θεωρία PHYSICS
phenyl… φενυλ… CHEMISTRY
phenylacetylide φενυλ-ακετυλίδη CHEMISTRY
phishing πσάρεμα, ψάρεμα I.T.
phlegm φλέγμα MEDICINE
phobia φοβία PSYCHOLOGY
Phoenix Mars Lander spacecraft διαστημικό όχημα Φοίνιξ Μαρς Λάντερ AEROSPACE
Phoenix, Phe (constellation) Φοίνιξ (αστερισμός) ASTRONOMY
phonation φώνηση PHONETICS
phone φωνητικός φθόγγος, τηλέφωνο GENERAL
phone and modem options επιλογές τηλεφώνου και μόντεμ I.T. / TELECOMMUNICATIONS
phoneme φώνημα PHONETICS
phonemic φθογγικός PHONETICS
phonetic φωνητικός PHONETICS
phonetics φωνητική PHONETICS
phonology φωνολογία LINGUISTICS
phonotactic φωνοτακτική LINGUISTICS
phosphate φωσφορικός CHEMISTRY
phosphor coating επίστρωση φωσφόρου INDUSTRY
phosphoric acid φωσφορικό οξύ CHEMISTRY
phosphorus φώσφορος CHEMISTRY
photocell φωτοκύταρο ELECTRONICS
photodiode φωτοδίοδος ELECTRONICS
photoelasticity φωτοελαστικότητα MECHANICS
photometer φωτόμετρο MEASUREMENT
photometry φωτομετρία (μέτρηση του φωτός), φωτομέτρηση MEASUREMENT
photon φωτόνιο PHYSICS
photon propulsion προώθηση φωτονίou/ων AEROSPACE
photo-resistant φωτοανθιστάμενος PHYSICS
photosensitive φωτοευαίσθητος PHYSICS
photosphere φωτόσφαιρα ASTRONOMY
photospheric events φωτοσφαιρικά φαινόμενα ASTRONOMY
photovoltaic cells (PV) φωτοβολταϊκά κύτταρα ENERGY
phrasing φρασεολογία LINGUISTICS
phreaker χάκερ του τηλεφωνικού δικτύου TELECOMMUNICATIONS
physical σωματικός GENERAL
physical education σωματική αγωγή EDUCATION
physical environment φυσικό περιβάλλον GENERAL
physical model φυσικό ομοίωμα PHYSICS
physician ιατρός MEDICINE
physiogenic disease μη φυσιολογική ασθένεια MEDICINE
physiologic φυσιολογικός MEDICINE
physiologist φυσιολόγος MEDICINE
physiology φυσιολογία MEDICINE
physiotherapist φυσιοθεραπευτής MEDICINE
phytochrome φυτόχρωμα BOTANY
pickup αισθητήρας GENERAL
pico (p) - (prefix) πίκο (πρόθεμα) - π.χ.: πικόμετρο GENERAL
Pictor, Pic (constellation) Οκρίβας (αστερισμός) ASTRONOMY
pictorial drawing σχηματική αναπαράσταση ENGINEERING
picture tube σωλήνας εικόνας/φωτογραφίας ELECTRONICS
piezometer πιεζόμετρο MEASUREMENT
pig (pipeline inspection gauge) ξέστρο MEASUREMENT
pigment χρωστική, χρωστικό μόριο GENERAL
pigmentation χρώση GENETICS
pigtail σπειροειδές καλώδιο ELECTRONICS
pigtail terminal σπειροειδής ακροδέκτης ELECTRONICS
pilaster ορθοστάτης ENGINEERING
pill χάπι PHARMACEUTICAL
pillar of Corti κίονας του Corti MEDICINE
pilot light ενδεικτική λυχνία, οδηγός φλόγα INDUSTRY
pilot valve βαλβίδα-οδηγός INDUSTRY
pin πείρος, περόνη, ακίδα, πόλος MECHANICS
pin connector πολικός σύνδεσμος ELECTRICAL
pin extractor εξολκέας, εξορκέας πείρων TOOLS
pinch fit εφαρμογή με πίεση INDUSTRY
pinch roller κύλινδρος σύσφιξης ENGINEERING
pinna ακουστικό πτερύγιο ANATOMY
pint πίντα MEASUREMENT
pipe αγωγός, σωλήνας GENERAL
pipe drains αποστράγγιση αγωγού INDUSTRY
pipe plug βύσμα αγωγού INDUSTRY
pipe schedule προδιαγραφές σωληνώσεων INDUSTRY
pipeline σωλήνωση INDUSTRY / I.T.
pipeline bubble φυσαλίδα σωλήνωσης INDUSTRY
pipeline hazard κίνδυνος σωλήνωσης INDUSTRY
pipeline interclock κλείδωμα σωλήνωσης I.T.
pipeline register καταχωρητής σωλήνωσης I.T.
pipeline scheduling προγραμματισμός σωλήνωσης I.T.
pipelining χρήση καναλιού ταχείας επεξεργασίας I.T.
piperazine πιπεραζίνη CHEMISTRY
piperidynyl… πιπεριδινυλ... CHEMISTRY
piperinecarboxylic acid πιπερινοκαρβοξκυλικό οξύ CHEMISTRY
piping σωληνώσεις INDUSTRY
piping arrangements διατάξεις σωληνώσεων INDUSTRY
Pisces, Psc (constellation) Ιχθείς (αστερισμός) ASTRONOMY
Piscis Austrinus, PsA (constellation) Νότιος Ιχθύς (αστερισμός) ASTRONOMY
piston έμβολο ENGINEERING
piston pump εμβολοφόρος αντλία INDUSTRY
piston travel διαδρομή εμβόλου ENGINEERING
pit φρεάτιο GENERAL
pitch γωνία περιστροφής οχήματος περί τον άξονα (Υ) AEROSPACE
pitch, tar πίσσα INDUSTRY
Pitot tube σωλήνας Pitot AEROSPACE
pitting corrosion διάβρωση μετάλλου με κρατήρες METALLURGY
pixel εικονοκύτταρο, εικονόστιγμα, στοιχείο απεικόνισης I.T.
place of articulation θέση άρθρωσης PHONETICS
placeable μη μεταφραστικό στοιχείο I.T.
placement τοποθέτηση (λειτουργία κρυφής μνήμης) I.T.
placenta πλακούντας ANATOMY
plague πανώλη MEDICINE
plain text άμεσα αναγνώσιμο κείμενο I.T.
planar projection επίπεδη προβολή MATHEMATICS
plane επίπεδο MATHEMATICS
planet πλανήτης ASTROPHYSICS
planetoid πλανητοειδές ASTROPHYSICS
planned economy οικονομία κεντρικού σχεδιασμού ECONOMICS
planned thermal down ramp σχεδιασμένο θερμικό καθοδικό κεκλιμένο επίπεδο INDUSTRY
planning προγραμματισμός, σχεδιασμός MANAGEMENT
plant health control φυτοϋγειονομικός έλεγχος AGRONOMY
plant operation λειτουργία των εγκαταστάσεων INDUSTRY
plant practices καθιερωμένες πρακτικές των εγκαταστάσεων INDUSTRY
plaque πλάκα MEDICINE
plasma πλάσμα / φορτισμένα άτομα αερίων χωρίς ηλεκτρόνια PHYSICS
plasma cell πλασματοκύτταρο MEDICINE
plasma detector ανιχνευτής πλάσματος AEROSPACE
plasma engine κινητήρας πλάσματος AEROSPACE
plasma wave κύμα πλάσματος PHYSICS
plasma wave detector ανιχνευτής κύματος πλάσματος PHYSICS
plasmasphere πλασμόσφαιρα PHYSICS
plasmatic defence reaction αντίδραση αμύνης, πρωτοπλασματική MEDICINE
plaster γύψος, έμπλαστρο ENGINEERING / MEDICINE
plastic deformation πλαστική παραμόρφωση ENGINEERING
plastic region πλαστική περιοχή PHYSICS
plastron προστήθιο ANATOMY
plate tectonics τεκτονικής των πλακών GEOPHYSICS
platelet αιμοπετάλιο MEDICINE
platelets (PLT) αιμοπετάλια MEDICINE
plates πλάκες GENERAL
platform πλατφόρμα GENERAL
platform independent ανεξαρτήτως πλατφόρμας, ανεξαρτήτου πλατφόρμας I.T.
plating μετάλλωση METALLURGY
platter περιστρεφόμενη πλάκα GENERAL
plausible εύλογο GENERAL
Play Windows Startup sound Αναπαραγωγή τού ήχου έναρξης των Windows I.T.
PLC - Programmable Logic Controller PLC - προγραμματιζόμενος λογικός ελεγκτής I.T.
plea bargain συμβιβασμός LAW
Please make sure that Παρακαλώ βεβαιωθείτε ότι GENERAL
Please wait while Παρακαλώ περιμένετε όσο GENERAL
Pleiades πλειάδες, πούλια ASTRONOMY
plenum διάκενο ψευδοροφής ENGINEERING
pleura υπεζωκότας ANATOMY
pleurisy πλευρίτις MEDICINE
plexus πλέγμα ANATOMY
plinth πλίνθος ENGINEERING
plosive κλειστός μη έρρινος, έκκροτος ήχος LINGUISTICS
plot γράφημα I.T.
plotter σχεδιογράφος I.T.
plow άροτρο TOOLS
plug βύσμα, έμβολο, ρευματολήπτης GENERAL
plug nozzle ακροφύσιο βύσματος, στόμιο INDUSTRY
plug valve βαλβίδα βύσματος INDUSTRY
plugged in συνδεδεμένο ELECTRICAL
plumb line νήμα στάθμης ENGINEERING
plunger έμβολο GENERAL
plunger valve βαλβίδα απόφραξης INDUSTRY
Pluto Πλούτωνας, 9ος πλανήτης από τον ήλιο ASTRONOMY
plutonium-238 πλουτώνιο 238 PHYSICS
plywood αντικολλητό ξύλο ENGINEERING
pneumatic drill κομπρεσέρ TOOLS
pneumatically actuated positioner πνευματικά ενεργοποιούμενος ρυθμιστής θέσης TOOLS
pneumatically operated valve πνευματική βαλβίδα INDUSTRY
pneumonia πνευμονία MEDICINE
pneumonic πνευμονικός GENERAL
podiatrist ποδολόγος MEDICINE
poikilocytes ποικιλοκύτταρα MEDICINE
point σημείο, βαθμός GENERAL
point (v.) τοποθετώ GENERAL
point of encounter σημείο συνάντησης POLITICAL SCIENCE
pointer δείκτης GENERAL
pointname όνομα σημείου I.T.
poison δηλητήριο GENERAL
Poisson's ratio λόγος Poisson PHYSICS
polar πολικός GENERAL
Polar Air Mass πολική αέρια μάζα METEOROLOGY
polar alignment πολική ευθυγράμμιση ASTRONOMY
polar coordinate system πολικό σύστημα συντεταγμένων MATHEMATICS
polar coordinates πολικές συντεταγμένες MATHEMATICS
Polar Orbit (PO) πολική τροχιά AEROSPACE
polar projection πολική προβολή CARTOGRAPHY
polar stratospheric clouds (PSCs) πολικά στρατοσφαιρικά νέφη (PSC) ECOLOGY
polarimeter πολαρίμετρο OPTICS / MEASUREMENT
Polaris πολικός αστέρας ASTRONOMY
polarisation πόλωση PHYSICS
polarity πολικότης PHYSICS
pole πόλος GENERAL
poliomyelitis πολιομυελίτις MEDICINE
political affiliation πολιτική ένταξη POLITICAL SCIENCE
political behaviour πολιτική συμπεριφορά POLITICAL SCIENCE
political cooperation πολιτική συνεργασία POLITICAL SCIENCE
political crisis πολιτική κρίση POLITICAL SCIENCE
political discrimination πολιτικές διακρίσεις POLITICAL SCIENCE
political kidnapping πολιτική απαγωγή POLITICAL SCIENCE
political right Δεξιά POLITICAL SCIENCE
political unrest πολιτική αναταραχή POLITICAL SCIENCE
pollex αντίχειρας ANATOMY
polling μέθοδος εξέτασης, κυκλική ανίχνευση / διερεύνηση SOCIAL SCIENCE
polling station εκλογικό τμήμα, εκλογικό κέντρο POLITICAL SCIENCE
pollutant ρύπος, ρυπαντής ECOLOGY
pollution control έλεγχος της ρύπανσης ECOLOGY
polybenzoxazole πολυβενζοξαζόλη CHEMISTRY
polybutadiene acrylic acid acrylonitrile (PBAN) πολυβουταδιένιο ακρυλικό οξύ-ακρυλονιτρίλιο CHEMISTRY
polychromia πολυχρωμία GENETICS / MEDICINE
polyethylene πολυαιθυλένιο CHEMISTRY
polymer πολυμερές CHEMISTRY
polymer processes διεργασίες πολυμερών CHEMISTRY
polymerise πολυμερώ CHEMISTRY
polymerised πολυμερής CHEMISTRY
poly-methyl-methacrylate (PMMA) πολυ-μεθυλ-μεθακριλικός εστέρας CHEMISTRY
polymorphism πολυμορφισμός GENERAL
polymorphonuclear πολυμορφοπύρηνα MEDICINE
polyol πολυόλη CHEMISTRY
polyp πολύποδας MEDICINE
polypeptide πολυπεπτίδιο BIOLOGY
polysaccharide πολυσακχαρίτις BIOLOGY
polyvinyl chloride πολυβινυλοχλωρίδιο CHEMISTRY
pons γέφυρα ANATOMY
poor set αραιορραγία BOTANY
popliteal ιγνυακός ANATOMY
popular culture λαϊκή πολιτιστική παράδοση SOCIAL SCIENCE
population density πυκνότητα του πληθυσμού STATISTICS
pop-up window αναδυόμενο παράθυρο I.T.
poradenitis ποραδενίτις MEDICINE
pore πόρος GENERAL
Porn Spam Ανεπιθύμητη αλληλογραφία πορνογραφίας I.T.
porous πορώδης GENERAL
porous coating πορώδης επικάλυψη INDUSTRY
port θύρα GENERAL
port (protocol port) θύρα πρωτοκόλλου ή απλά θύρα I.T.
portable φορητό GENERAL
Portable (or Primary) Life Support System (PLSS) φορητό σύστημα υποστήριξης ζωής AEROSPACE
portable document format (PDF) διαμόρφωση αρχείων επιτρέπουσα ανάγνωση εκτύπωσης I.T.
portage δίολκος, ολκός GENERAL
portal συνδετικός κόμβος ιστοσελίδων ποικίλης προέλευσης I.T.
portal πυλαίος I.T.
portrait κατακόρυφος, πορτραίτο, προσωπογραφία GENERAL
position error σφάλμα θέσης AEROSPACE
position independence ανεξαρτησία θέσης I.T.
position of women θέση της γυναίκας SOCIAL SCIENCE
positioner ρυθμιστής θέσης INDUSTRY
positive θετικός GENERAL
positive voltage wedge σφήνα θετικού ρεύματος INDUSTRY
posology ποσολογία PHARMACEUTICAL
postalveoral, postalveolar μεταφατνιακό PHONETICS
postcard virus ιός τύπου ηλεκτρονικής κάρτας, ιός σε εικόνα I.T.
postcondenser μετα-συμπυκνωτής INDUSTRY
posterior cerebral artery οπισθίας εγκεφαλικής αρτηρίας ANATOMY
posterior circulation infarct (POCI) έμφρακτα οπισθίας κυκλοφορίας MEDICINE
posterior wall οπισθίο τοίχωμα - πρόσθιο τοίχωμα ANATOMY
posterior wall thickness πάχος οπισθίου τοιχώματος MEDICINE
postfilter μεταφίλτρο INDUSTRY
postgraduate education μεταπτυχιακές σπουδές EDUCATION
post-industrial economy μεταβιομηχανική οικονομία ECONOMICS
post-posed έπομαι δομικά LINGUISTICS
post-positional τοποθέτηση μετά LINGUISTICS
post-verbal μεταρθρωτικός LINGUISTICS
potable πόσιμος GENERAL
potable water filtration skid φορητό πέλμα φιλτραρίσματος νερού INDUSTRY
potable water system φορητό σύστημα νερού INDUSTRY
potable water tank φορητή δεξαμενή νερού INDUSTRY
potassium ethyl xanthate ξανθογονικό άλας καλίου CHEMISTRY
Potent Spam Ανεπιθύμητη αλληλογραφία σεξουαλικής ικανότητας I.T.
potential δυναμικό, δυνητικό GENERAL
potential difference διαφορά δυναμικού ENERGY
potential energy δυναμική ενέργεια, δυνητική ενέργεια ENERGY
pound λίρα, λίβρα MEASUREMENT
pour point σημείο ροής PHYSICS
power actuator ενεργοποιητής ισχύος INDUSTRY
power auxiliary support system βοηθητικό σύστημα ισχύος INDUSTRY
power block μηχανική τροχαλία INDUSTRY
power breakers διακόπτης ισχύος ELECTRICAL
power cables καλώδια τροφοδοσίας ELECTRICAL
power conditioning components εξαρτήματα προσαρμογής / αποκατάστασης ισχύος INDUSTRY
power factor leading συντελεστής ισχύος που οδηγεί ELECTRICAL
power generating company εταιρεία παραγωγής ρεύματος INDUSTRY
power input ισχύς εισόδου, είσοδος ρεύματος ELECTRICAL
power line carrier φερέσυχνο, φέρουσα ηλεκτρική γραμμή ELECTRICAL
power of attourney πληρεξούσιο LAW
Power options Επιλογές ενέργειας I.T.
power output ισχύς εξόδου, έξοδος ισχύος ELECTRICAL
power sources πηγές τροφοδοσίας ρεύματος ELECTRICAL
power spectrum φάσμα ισχύος PHYSICS
power supply τροφοδοτικό ELECTRICAL
power supply configuration(s) διαμόρφωση(εις) τροφοδοτικού ELECTRICAL
powers of parliament αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου LAW
practice πρακτική GENERAL
Prandtl's theory θεωρία του Prandtl PHYSICS
precautions τρόποι προφύλαξης GENERAL
precessing orbit τροχιά μετάπτωσης ASTRONOMY
precession μετάπτωση, προπόρευση, προήγηση ASTRONOMY
precession of equinoxes μετάπτωση των ισημεριών ASTRONOMY
precession of the axis of rotation μετάπτωση άξονα περιστροφής ASTRONOMY
precipitation ατμοσφαιρική κατακρήμνιση, κατακρημνίσματα, υετός METEOROLOGY
precipitation day ημέρα υετού METEOROLOGY
precipitation fog μετωπική ομίχλη METEOROLOGY
precise exception διακοπή ακριβείας I.T.
predictor προβλεπτής GENERAL
predisposition προδιάθεση MEDICINE
pre-ejection period (PEP) προεξωθητική περίοδος (ΠΕΠ) MEDICINE
preemptive προνομιακό, προτιμησιακό GENERAL
pre-entry thrust ώστη στομίου διαχύτη AEROSPACE
prefecture νομός LAW
prefixing προσθήκη προθήματος, προθηματοθέτηση LINGUISTICS
prehead modifiers τροποποιητής πριν από την κεφαλή LINGUISTICS
prelinguist προγλωσσικός LINGUISTICS
premaxillary προγναθικός ANATOMY
premenstrual προεμμηνορρυσιακός MEDICINE
premolar προγόμφιος ANATOMY
prenatal προγεννητικός MEDICINE
preoperative προεγχειρητικός MEDICINE
preparation for market τυποποίηση προϊόντων προς διάθεση INDUSTRY
pre-project manual εγχειρίδιο προ του έργου MANAGEMENT
prepuce ακραποσθία ANATOMY
pre-school education προσχολική αγωγή EDUCATION
presenility προγηρία MEDICINE
presentation προβολή, παρουσίαση GENERAL
presentation settings ρυθμίσεις παρουσίασης I.T.
preservative συντηρητικό CHEMISTRY
preset προρυθμισμένη I.T.
presidential election προεδρικές εκλογές POLITICAL SCIENCE
press πρέσσα, τύπος GENERAL
press (v.) πιέζω (πλήκτρο) GENERAL
press agency ειδησεογραφικό πρακτορείο GENERAL
press forging σφυρηλασία με συμπίεση METALLURGY
press release ανακοινωθέν Τύπου GENERAL
pressure πίεση GENERAL
pressure area επιφάνεια πίεσης METEOROLOGY
pressure controller ελεγκτής πίεσης INDUSTRY
pressure drag αντίσταση πίεσης AEROSPACE
pressure drop πτώση πίεσης INDUSTRY
pressure error σφάλμα πίεσης GENERAL
pressure exerted (on the beam) πίεση που επενεργεί σε όργανο PHYSICS
pressure forces δυνάμεις πίεσης PHYSICS
pressure gage/gauge μετρητής πίεσης MEASUREMENT
pressure gradient βαροβαθμίδα METEOROLOGY
pressure half-time (PHT) χρόνος υποδιπλασιασμού πίεσης (ΧΥΠ) MEDICINE
pressure head ύψος πίεσης MECHANICS
pressure low trip ασφαλειοδιακόπτης χαμηλής πίεσης INDUSTRY
pressure operated latch μάνταλο / κλείστρο που λειτουργεί με πίεση INDUSTRY
pressure reducing valve υποβιβαστής πίεσης INDUSTRY
pressure seal head κεφαλή σφράγισης με πίεση INDUSTRY
pressure sensor αισθητήρας πίεσης INDUSTRY
pressure suit προστατευτική στολή πίεσης AEROSPACE
pressure switch διακόπτης πίεσης INDUSTRY
pressure wave κύμα πίεσης GENERAL
pressurized cabin θαλαμίσκος ρυθμισμένης πίεσης AEROSPACE
prestart for steam supply & gland exhauster προεκκίνηση για παροχή ατμού & αναρροφητή αερίων στυπειοθλίπτη INDUSTRY
prestart mode for turbine auxiliary equipment λειτουργία προεκκίνησης για βοηθητικό εξοπλισμό στροβίλου INDUSTRY
prestart test έλεγχος πριν την εκκίνηση INDUSTRY
pretranslation προμετάφραση I.T.
prevalence of disease έκταση ασθένειας MEDICINE
preventive προληπτικός MEDICINE
previous προηγούμενο GENERAL
prewarming προθέρμανση GENERAL
price τιμή ECONOMICS
price control έλεγχος των τιμών ECONOMICS
price disparity διαφορές στις τιμές ECONOMICS
price of securities τιμές αξιών ECONOMICS
primarily κυρίως GENERAL
primary πρωταρχικός, πρωτεύων GENERAL
primary drain valve κύρια βαλβίδα αποστράγγισης INDUSTRY
primary education πρωτοβάθμια εκπαίδευση EDUCATION
primary election προκριματικές εκλογές POLITICAL SCIENCE
primary infections αρχικές μολύνσεις MEDICINE
primary overspeed system trip κύριος ασφαλειοδιακόπτης συστήματος υπέρβασης ταχύτητας INDUSTRY
primary pulmonary hypertension (PPH) πρωτοπαθής πνευμονική υπέρταση (ΠΠΥ) MEDICINE
primary trip relays ηλεκτρονόμοι / ρελέ κύριου ασφαλειοδιακόπτη INDUSTRY
prime concerns κύρια ζητήματα GENERAL
priming προετοιμασία MEDICINE
primitive παράγοντα πρωτογενούς σύνθεσης CHEMISTRY
primitive αρχέγονος, πρωτόγονος GENERAL
primordium aecidial πρωτογενές αικίδιο MYCOLOGY
principle κανόνας GENERAL
print εκτύπωση GENERAL
printed circuit τυπωμένο κύκλωμα ELECTRONICS
printed circuit board (PCB) πλακέτα τυπωμένου κυκλώματος ELECTRONICS
printer εκτυπωτής GENERAL
prior πριν GENERAL
prism πρίσμα OPTICS
privacy law νομοθεσία περί απορρήτου LAW
private aid ιδιωτική βοήθεια ECONOMICS
private education ιδιωτική εκπαίδευση EDUCATION
private international law ιδιωτικό διεθνές δίκαιο LAW
private key ιδιωτικό κλειδί I.T.
private law ιδιωτικό δίκαιο LAW
private sector ιδιωτική επιχείρηση ECONOMICS
proactively προληπτικά GENERAL
probability inference στατιστικής συμπερασματολογίας STATISTICS
probe εξερευνητικό όχημα AEROSPACE
probe tip άκρο αισθητήρα INDUSTRY
procedure διαδικασία GENERAL
procedure call κλήση διαδικασίας I.T.
procedure oriented διαδικασιοστρεφής I.T.
procedure return επιστροφή διαδικασίας I.T.
proceedings τεκταινόμενα GENERAL
process chemicals χημικά από την επεξεργασία CHEMISTRY
process oriented διεργασιοστρεφής I.T.
process switch πολλαπλή προσπέλαση I.T.
processing-oriented επεξεργασιοστρεφής I.T.
processor memory bus αρτηρία επεξεργαστή μνήμης I.T.
procurement παροχή GENERAL
produce κατασκευάζω, παράγω INDUSTRY
product προϊόν INDUSTRY
product design σχεδίαση προϊόντος INDUSTRY
product diversification διαφοροποίηση της παραγωγής INDUSTRY
Product key Αριθμός-κλειδί προϊόντος, Κωδικος προϊόντος I.T.
production aid ενισχύσεις για την παραγωγή ECONOMICS
production control έλεγχος παραγωγής INDUSTRY
production cost κόστος παραγωγής ECONOMICS
production rule κανόνας παραγωγής I.T.
productive παραγωγικός GENERAL
profile κατανομή, περίγραμμα, προφίλ GENERAL
progestin προγεστίνη PHARMACEUTICAL
prognosis πρόγνωση MEDICINE
prograde motion ορθή κίνηση (κίνηση προς τα εμπρός) ASTRONOMY
program λογισμικό I.T.
program counter (PC) απαριθμητής προγράμματος [ΑΠ] I.T.
program features δυνατότητες προγράμματος, χαρακτηριστικά προγράμματος I.T.
programmed learning αυτοματοποιημένη διδασκαλία I.T.
programming language γλώσσα προγραμματισμού I.T.
programming theory θεωρία προγραμματισμού I.T.
Programs Προγράμματα I.T.
project έργο GENERAL
project evaluation αξιολόγηση σχεδίου MANAGEMENT
project management εκτέλεση σχεδίου MANAGEMENT
projection προβολή, προεκβολή, προεξοχή GENERAL
projector προβολέας OPTICS
prolapse πρόπτωση MEDICINE
proliferation πολλαπλασιασμός GENERAL
promontory ακρωτήριο GEOGRAPHY
prompt προτροπή I.T.
promyelocytes προμυελοκύτταρα BIOLOGY
prone πρηνής GENERAL
pronoun αντωνυμία LINGUISTICS
proof stress τάση ελέγχου ENGINEERING
proofreading έλεγχος δοκιμίων GENERAL
propagation αναπαραγωγή, διάδοση GENERAL
propagation delay καθυστέρηση μετάδοσης GENERAL
propane προπάνιο ENERGY
propellant προωθητήρας, προωθητήρια ή προωστική ουσία AEROSPACE
propeller έλικας, προπέλα AEROSPACE
propensity προδιάθεση, τάση GENERAL
proper arcing σπινθηρισμός εκκίνησης GENERAL
proper noun κύριο όνομα LINGUISTICS
proper time ιδιοχρόνος PHYSICS
properties ιδιότητες I.T.
property page σελίδα ιδιοτήτων I.T.
prophase πρόφαση GENETICS
propjet στροβιλοελικοφόρο αεροσκάφος AEROSPACE
proportioning valve βαλβίδα δοσολογίας INDUSTRY
proposal πρόταση GENERAL
proprietary που αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία LAW
propulsion πρόωση, προώθηση AEROSPACE
propulsive device μηχανή προώθησης AEROSPACE
prosecution δικαστική δίωξη LAW
prosodic προσωδιακός LINGUISTICS
prosodic constituent προσωδιακή συνιστώσα LINGUISTICS
prosody προσωδία LINGUISTICS
prostate προστάτης ANATOMY
prosthesis πρόσθεση MEDICINE
prosumer technology τεχνολογία «παράγωγο-καταναλωτή» ECONOMICS
protected species προστατευόμενο είδος ECOLOGY
protection functions-medium steam turbines λειτουργίες προστασίας-μέτριοι ατμοστρόβιλοι INDUSTRY
protection of insulation προστασία μόνωσης INDUSTRY
protection power supply τροφοδοτικό προστασίας INDUSTRY
protection systems συστήματα προστασίας INDUSTRY
protective προστατευτικός GENERAL
protective device προστατευτική συσκευή GENERAL
protective goggles προστατευτικά γυαλιά TOOLS
protective relaying προστατευτική αναμετάδοση ENGINEERING
protein πρωτείνη BIOLOGY
protocol πρωτόκολλο GENERAL
proton-proton-chain κύκλος πρωτονίου-πρωτονίου PHYSICS
protoplasm πρωτόπλασμα BIOLOGY
prototype πρωτότυπο GENERAL
protrusion προεξοχή GENERAL
provider προμηθευτής GENERAL
Province of West Flanders επαρχία Δυτικής Φλάνδρας GEOGRAPHY
provisional twelfth προσωρινά δωδεκατημόρια LAW
provitamin προβιταμίνη MEDICINE
Proxima Centauri κόκκινος νάνος Άλφα ή Εγγύτατος του Κενταύρου ASTRONOMY
proximal εγγύς GENERAL
proximal syntax προσεγγιστική σύνταξη GENERAL
proximity effect φαινόμενο εγγύτητας ACOUSTICS
proximity system σύστημα γειτνίασης GENERAL
proximity transducer μορφοτροπέας γειτνίασης GENERAL
proxy server πληρεξούσιος διακομιστής, διακομιστής μεσολάβησης I.T.
psi - pounds per square inch psi - λίβρες ανά τετραγωνική ίντσα MEASUREMENT
psig - pounds per square inch gage psig - λίβρες ανά τετραγωνική ίντσα διαμετρήματος MEASUREMENT
psychiatry ψυχιατρική PSYCHOLOGY / MEDICINE
psychic διανοητικός, ψυχικός PSYCHOLOGY / MEDICINE
psychoanalysis ψυχανάλυση PSYCHOLOGY / MEDICINE
psycholinguistic ψυχογλωσσολογικός LINGUISTICS
psycholinguistics ψυχογλωσσολογία LINGUISTICS
psychophysicist ψυχοφυσικός PSYCHOLOGY / MEDICINE
psycoacoustics ψυχοακουστική ACOUSTICS
puberty ήβη MEDICINE
public accounting δημόσιο λογιστικό ECONOMICS
public administration δημόσια διοίκηση MANAGEMENT
public borrowing δημόσιο δάνειο ECONOMICS
Public Bulletin Board δημόσιος πίνακας ανακοινώσεων I.T.
public debt δημόσιο χρέος ECONOMICS
public economy οικονομία του δημόσιου τομέα ECONOMICS
public education δημόσια εκπαίδευση EDUCATION
public expenditure δημόσια δαπάνη ECONOMICS
public finance δημόσια οικονομικά ECONOMICS
public institution δημόσιος οργανισμός MANAGEMENT
public international law δημόσιο διεθνές δίκαιο LAW
public key encryption κρυπτογράφηση ημόσιου κλειδιού I.T.
public law δημόσιο δίκαιο LAW
public sector δημόσια επιχείρηση MANAGEMENT
public service employee υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών MANAGEMENT
public switched telephone network δημόσιο δίκτυο τηλεφωνικής μεταγωγής TELECOMMUNICATIONS
publishing έκδοση GENERAL
publishing of prices γνωστοποίηση των τιμών ECONOMICS
pudendum αιδοίο ANATOMY
puerperal επιλόχειος MEDICINE
pull έλκω, τραβώ GENERAL
pulley τροχαλία MECHANICS
pulling τραβώ, έλκω GENERAL
pulling tension τάση εφελκυσμού GENERAL
pulmonary capillary wedge pressure (PCWP) πίεση ενσφήνωσης πνευμονικών τριχοειδών (ΠΕΠΤ) MEDICINE
pulmonary hypertension (PH) πνευμονική υπέρταση (ΠΥ) MEDICINE
pulmonary vein (PV) πνευμονική φλέβα ANATOMY
pulmonary vein isolation (PVI) απομόνωση πνευμονικής φλέβας MEDICINE
pulmonic πνευμονική MEDICINE
pulmonic valve πνευμονική βαλβίδα ANATOMY
pulp πολτός GENERAL
pulsar (PULSating stAR) πάλσαρ (ουράνια σώματα εκπέμποντα ραδιοκύματα) ASTRONOMY
pulsating flow ταλαντούμενη ροή ENGINEERING
pulse παλμός, σφυγμός GENERAL
pulse code παλμοκωδικός I.T.
pulse code modulation παλμιοκωδική διαμόρφωση I.T.
pulse response παλμική απόκριση GENERAL
pulseless electrical activity άσφυγμη ηλεκτρική δραστηριότητα MEDICINE
pulverize κονιορτοποιώ GENERAL
pump αντλία, υπόδημα (αθλητικό, κλασικού χορού), σκαρπίνι GENERAL
pump (v.) αντλώ, εκτελώ εξωτερικές καρδιακές μαλάξεις GENERAL
pump efficiency απόδοση αντλίας INDUSTRY
pump low low level trip ασφαλειοδιακόπτης χαμηλού επιπέδου χαμηλής αντλίας INDUSTRY
pump power ισχύς αντλίας INDUSTRY
pump suction lift ύψος αναρρόφησης αντλίας INDUSTRY
pumping groove type seal σφράγιση άντλησης τύπου αυλάκωσης INDUSTRY
pumping units μονάδες άντλησης INDUSTRY
punch διατρητική μηχανή INDUSTRY
punching διάτρηση INDUSTRY
pupil μαθητής EDUCATION
Puppis, Pup (constellation) Πρύμνη (αστερισμός) ASTRONOMY
pure sine wave καθαρό ημιτονοειδές κύμα MATHEMATICS
purge καθαρισμός, απαγωγή GENERAL
pus πύον MEDICINE
push button, push-button κουμπί ώθησης, πιεζοδιακόπτης GENERAL
pusher propeller ωστική έλικα AEROSPACE
pushing πατώντας GENERAL
pushing post θέση πίεσης INDUSTRY
putting the gland exhauster system into operation θέση του συστήματος απαγωγής στυπειοθλίπτη σε λειτουργία INDUSTRY
putting the turning gear into operation θέση του μηχανισμού περιστροφής σε λειτουργία INDUSTRY
putty στόκος GENERAL
pyran, pyrane πυράνιo CHEMISTRY
pyrheliometer πυρηλιόμετρο MEASUREMENT
pyridine πυριδίνιο CHEMISTRY
pyridyl πυριδύλιο CHEMISTRY
pyrometer πυρόμετρο MEASUREMENT
pyrotechnics πυροτεχνική, πυροτεχνία, πυροτεχνουργία ENERGY
pyuria πυουρία MEDICINE
Pyxis, Pyx (constellation) Πυξίς (αστερισμός) ASTRONOMY
Pαvο, Pav (constellation) Ταώς (αστερισμός) ASTRONOMY
quad τετραγωνίδιο, μονάδα ενέργειας ίση με 10 στη 15η δύναμη GENERAL
quadbit τετραμπίτ MEASUREMENT
quadragenarian άτομα ηλικίας 40 έως 49 ετών MEDICINE
quadrangle τετράπλευρο MATHEMATICS
quadrant τεταρτοκύκλιο, τεταρτημόριο, τετράς GENERAL
quadrantal error τεταρτημοριακό σφάλμα προσανατολισμού AEROSPACE
quadrantal rule τεταρτημοριακός κανόνας AEROSPACE
quadratic equation εξίσωση δευτέρου βαθμού (δευτεροβάθμια) MATHEMATICS
quadratric τετραγωνικός, δευτεροβάθμιος MATHEMATICS
quadrature τετραγωνισμός, διαφορά φάσης 90° GENERAL
quadrature axis εγκάρσιος άξονας ELECTRICAL
quadrature relative ορθογωνικά συσχετιζόμενα ENGINEERING
quadriceps τετρακέφαλος ANATOMY
quadricycle landing gear τετρακυκλικό σύστημα προσγείωσης AEROSPACE
quadriplegia τετραπληγία MEDICINE
quadruple tuberculostatic therapy τετραπλό αντιφυματικό σχήμα MEDICINE
quadruplexer τετραπλέκτης TELECOMMUNICATIONS
quadrupole sound τετραπολικός ήχος ACOUSTICS
qual ποιοτική ανάλυση GENERAL
qualification χαρακτηρισμός, προσδιορισμός GENERAL
qualitative resistance ποιοτική αντοχή GENETICS
quality check διασφάλιση ποιότητας INDUSTRY
quality control έλεγχος ποιότητας INDUSTRY
quality control of industrial products ποιοτικός έλεγχος βιομηχανικών προϊόντων INDUSTRY
Quality of Service (QoS) παρεχόμενη εγγύηση ρυθμού μεταφοράς I.T.
quality planning σχεδιασμός ποιότητας INDUSTRY
quantifier ποσοτικοποιητής LINGUISTICS
quantitative ποσοτικός GENERAL
quantitative ablaut εκτεταμένη βαθμίδα LINGUISTICS
quantitative analysis ποσοτική ανάλυση GENERAL
quantitative resistance ποσοτική αντοχή BOTANY
quantization κβάντιση ELECTRONICS
quantize διαμερίζω, κβαντοποιώ GENERAL
quantum κβάντο PHYSICS
quantum mechanics κβαντομηχανική PHYSICS
quantum number κβαντικός αριθμός PHYSICS
quantum theory κβαντική θεωρία PHYSICS
quap κουώπ, θεωρητικό υπατομικό σωματίδιο PHYSICS
quarantine καραντίνα, λοιμοκαθαρτήριο GENERAL
quark θεωρητικό υποατομικό σωματίδιο, κουώρκ PHYSICS
quart κουώρτ, τέταρτο του γαλονιού MEASUREMENT
quarter τεταρτημόριο, τέταρτο GENERAL
quarterly τριμηνιαίο GENERAL
quarternary τεταρτογενής BIOLOGY
quartet (te) κουαρτέτο, τετραωδία ARTS
quartz (Si O2) οξείδιο πυριτίου, χαλαζίας MINERALOGY
quartz crystal κρύσταλλο χαλαζία MINERALOGY
quartz crystal watch ηλεκτρονικό ρολόι ELECTRONICS
quartzite χαλαζίτης GEOLOGY
QUASAR (QUASi-stellAR radio source) κβάζαρ, άκρως φωτεινή απόμ. ενεργή γαλακτική πυρήα ASTRONOMY
quash ακυρώνω, αναιρώ, καταργώ GENERAL
quash a sentence ακυρώνω καταδικαστική απόφαση LAW
quasi... εν μέρει, μερικώς, ψευδο… GENERAL
quasi-contract οιονεί σύμβαση LAW
quasi-independent ημιανεξάρτητος GENERAL
quasi-sinusoidal ψευδοημιτονοειδής GENERAL
quasistatic προσομοιάζων στατική κατάσταση, ημιστατικός PHYSICS
quasi-stationary ψευδοστατικός GENERAL
quassia κουασσία/κασσία, πίκραινα BOTANY
quaternary τετραδικός, τεταρτογενής, τετρακτύς BIOLOGY
quatrefoil τετράφυλλο, τετράλοβο ENGINEERING
quefrequency μονάδα μέτρησης στον οριζόντιο άξονα cepstrum MEASUREMENT
quench αποσβένω METALLURGY
quench water νερό απόσβεσης METALLURGY
quenching βαφή, αποπύρωση, σβέση METALLURGY
querulousness μεμψιμοιρία GENERAL
query ερώτηση, ερώτημα, απορία, ερωτηματικό σημείο GENERAL
question ερώτηση, αντεξετάζω GENERAL
question tag ρητορική ερώτηση LINGUISTICS
questioning ανάκριση GENERAL
quetch λεκάνη κόλλας φινιρίσματος υφασμάτων INDUSTRY
queue ουρά αναμονής I.T.
queue structure δομή ουράς I.T.
quick computation γρήγορος υπολογισμός I.T.
quick launch taskbar γραμμή εργασιών γρήγορης εκκίνησης I.T.
quick oven φούρνος υψηλής θερμοκρασίας INDUSTRY
quick sugar γρήγορη ζάχαρη MEDICINE
quick view γρήγορη προβολή I.T.
quid pro quo ανταπόδοση, αντιπαροχή LAW
quiescent letter άηχο γράμμα LINGUISTICS
quinary πενταδικός MATHEMATICS
quinazolinedione κιναζολινοδιόνη CHEMISTRY
quinazolinyl… κιναζολινυλ... CHEMISTRY
quine sentence αυτοπροσδιοριζόμενη, αυτεξήγητη πρόταση ή φράση LINGUISTICS
quinine κινίνη, κινίνο PHARMACEUTICAL
quinquagenarian άτομα ηλικίας 50 έως 59 ετών MEDICINE
quinquenniad πενταετία MEASUREMENT
quin-quennial πενταετής MEASUREMENT
quinsy περιαμυγδαλική διαπύηση MEDICINE
quintplexer πενταπλέκτης I.T.
quips and cranks αστεία και πειράγματα GENERAL
quitch άγλωσσο, αγριάδα BOTANY
quixotic δονκιχωτικός GENERAL
quixotry δονκιχωτισμός GENERAL
quod vide βλέπε, παραπομπή σε κείμενο, όρα GENERAL
quota αριθμητική / ποσοτική αναλογία, αναλογούν μερίδιο GENERAL
quote αναφέρω, παραθέτω (αυτούσιο κείμενο), καθορίζω τιμή LINGUISTICS
quotidian αμφημερινός πυρετός, ημερήσιος, καθημερινός GENERAL
quotient πηλίκο MATHEMATICS
race non-specific resistance αντοχή μη ειδικευμένη σε φυλές AGRONOMY
race specific resistance αντοχή ειδικευμένη σε φυλές AGRONOMY
raceway system σύστημα βάσης στήριξης αγωγών ELECTRICAL
racial conflict φυλετική σύγκρουση SOCIAL SCIENCE
racial discrimination φυλετικές διακρίσεις LAW / SOCIAL SCIENCE
rack ρακ GENERAL
rack and pinion πινιόν και ράβδος MECHANICS
racked-in position θέση εντός ρακ GENERAL
racked-out position θέση εκτός ρακ GENERAL
radar (RΑdio Detection Αnd Ranging) ραδιοεντοπιστής, ραντάρ AEROSPACE
radial ακτινικός GENERAL
radial and tangential magnetic vibration ακτινική και εφαπτομενική μαγνητική δόνηση INDUSTRY
radial blade ακτινικό πτερύγιο INDUSTRY
radial flow ακτινική ροή INDUSTRY
radial flow field πεδίο ακτινικής ροής INDUSTRY
radial holes ακτινωτές οπές MECHANICS
radial velocity ακτινική ταχύτητα ASTROPHYSICS
radial vibration probe ανιχνευτής ακτινικής δόνησης MEASUREMENT
radian ακτίνιο MATHEMATICS
radiant ακτινοβόλο, ακτινοβόλο σημείο GENERAL
radiation ακτινοβόληση, ακτινοβολία GENERAL
radiation cooled ψυχόμενος με ακτινοβολία INDUSTRY
radiation fog ομίχλη ακτινοβολίας METEOROLOGY
radiator ψυγείο, θερμαντικό σώμα GENERAL
radii ακτίνες MATHEMATICS
radio ραδιοκύματα TELECOMMUNICATIONS
radio astronomy ραδιοαστρονομία ASTRONOMY
radio direction finder ραδιογωνιόμετρο AEROSPACE
radio frequency (RF) ραδιοσυχνότητα TELECOMMUNICATIONS
radio guidance ραδιοκαθοδήγηση ELECTRONICS
radio receiver ραδιοφωνικός δέκτης TELECOMMUNICATIONS
radio transmitter ραδιοφωνικός πομπός TELECOMMUNICATIONS
radio window ραδιοφωνικό παράθυρο PHYSICS
radioactive effluent ραδιενεργά απόβλητα ECOLOGY / INDUSTRY
radioactive source ραδιενεργός πηγή ECOLOGY / INDUSTRY
radioactive waste ραδιενεργά κατάλοιπα ECOLOGY / INDUSTRY
radioactivity ραδιενέργεια PHYSICS
radioisotope ραδιοϊσότοπο PHYSICS
Radioisotope Thermoelectric Generator (RTG) θερμοηλεκτρική γεννήτρια ισοτόπων INDUSTRY
radiometry ραδιομετρία MEASUREMENT
radiotherapy ακτινοθεραπεία MEDICINE
radisonde ραδιοβολίδα METEOROLOGY
radius ακτίνα MATHEMATICS
radius of curvature ακτίνα καμπυλότητας GENERAL
radius of gyration ακτίνα ροπής αδράνειας PHYSICS
rag πανί GENERAL
rail κάρτα τερματισμού με DIN-rail I.T.
rain βροχή METEOROLOGY
rain gauge βροχόμετρο MEASUREMENT
rain recorder αυτογραφικό βροχόμετρο MEASUREMENT
raise αυξάνω GENERAL
raise / lower of setpoint with contact inputs αύξηση / μείωση σημείου αναφοράς με εισόδους επαφής INDUSTRY
raised face flange φλάντζα υπερυψωμένης πρόσοψης INDUSTRY
RAM - Random Access Memory RAM - μνήμη τυχαίας προσπέλασης I.T.
ramp καταπέλτης INDUSTRY
ramp rates τιμές μεταβλητού φορτίου ELECTRICAL
rancidity τάγκισμα INDUSTRY
random τυχαίος GENERAL
random disturbance τυχαία διατάραξη / διακύμανση MECHANICS
random walk τυχαίος βηματισμός PHYSICS
range έκταση, εμβέλεια ACOUSTICS
range of tools σειρά εργαλείων, όρια διακύμανσης, φάσμα, γκάμα TOOLS
range reduction μείωση περιοχής MATHEMATICS
Rankine scale (°R or °Ra) θερμοδυναμική κλίμακα θερμοκρασίας -1K = 1.8 °R MEASUREMENT
Rankine vortex στρόβιλος Rankine MECHANICS
rapid load changes ταχείες μεταβολές φορτίου INDUSTRY
rapid-acting insulin ινσουλίνη ταχείας δράσης MEDICINE / PHARMACOLOGY
rash εξάνθημα MEDICINE
rate ρυθμός GENERAL
rate of change of temperature ρυθμός μεταβολής θερμοκρασίας GENERAL
rated KVA ονομαστικό KVA ELECTRICAL
rated load ονομαστικό φορτίο INDUSTRY
rated power ονομαστική ισχύς INDUSTRY
rated power factor ονομαστικός συντελεστής ισχύος INDUSTRY
rated voltage ονομαστική τάση INDUSTRY
rating ονομαστική τιμή INDUSTRY
rating plate πινακίδα ονομαστικών τιμών INDUSTRY
ratio λόγος, αναλογία MATHEMATICS
ratio LA / Ao σχέση Ακ / Αο (Αριστερός κόλπος /Αορτής) MEDICINE
Ratware Λογισμικό του αποστολέα ανεπιθύμητης αλληλογραφίας I.T.
raw ακατέργαστος GENERAL
raw material πρώτη ύλη GENERAL
raw water ακατέργαστο νερό INDUSTRY
Rayleigh number αριθμός του Rayleigh PHYSICS
RE (Radius of the Earth) Μονάδα απόστασης ίση με την ακτίνα της Γης, 6371.2 χλμ MEASUREMENT
reactance αντίδραση GENERAL
Reaction Control System (RCS) σύστημα ελέγχου αντίδρασης AEROSPACE
reaction force δύναμη αντίδρασης PHYSICS
reaction turbine στρόβιλος αντίδρασης ENGNIEERING
reaction wheels τροχοί αντίδρασης AEROSPACE
reactive capability curve καμπύλη αντιδραστικής ικανότητας ENGINEERING
reactive contaminants δραστικές μολυσματικές ύλες ECOLOGY / INDUSTRY
read διαβάζω I.T.
read button διακόπτης ανάγνωσης I.T.
read-ahead προφόρτωση δεδομένων I.T.
readings ενδείξεις GENERAL
read-only αποθηκευτικό μέσο ανάγνωσης μόνο I.T.
readout διάταξη δεδομένων σε έγγραφη ή ηλεκτρονική μορφή GENERAL
read-write head κεφαλή ανάγνωσης-εγγραφής I.T.
reagent αντιδραστήριο CHEMISTRY
real estate ακίνητο ECONOMICS
real estate business επιχείρηση ακινήτων ECONOMICS
real estate credit κτηματική πίστη ECONOMICS
real fluids πραγματικά ρευστά PHYSICS
real time πραγματικός χρόνος I.T.
real time systems συστήματα πραγματικού χρόνου I.T.
reamed με εκγλυφίδα MECHANICS
reassambly επανασυγκόλληση MECHANICS
rebar βέργα μπετοσιδήρου ENGINEERING
reboiler αναβραστήρας INDUSTRY
reboot επανεκκίνηση I.T.
rebuild kit κιτ ανοικοδόμησης INDUSTRY
recall ανάκληση GENERAL
recall (v) ανακαλώ GENERAL
receipt for provision of services απόδειξη παροχής υπηρεσιών ECONOMICS / LAW
receiver δέκτης, αποδέκτης, παραλήπτης, σύνδικος TELECOMMUNICATIONS
receptacle ανθοδόχη GENERAL
receptacles υποδοχές GENERAL
recess εσοχή GENERAL
recharging well πηγάδι διείσδυσης ENGINEERING
reciprocal leg υπήνεμο σκέλος MEDICINE
reciprocal transplant αμοιβαία μεταφύτευση BIOLOGY
reciprocating παλινδρομικός GENERAL
recognition capability δυνατότητα αναγνώρισης I.T.
recognition system σύστημα αναγνώρισης I.T.
recognition-time χρόνος αναγνώρισης I.T.
recognizer αναγνωριστής I.T.
recommendations συστάσεις GENERAL
recommended συνιστάται GENERAL
recommended practices συνιστώμενες πρακτικές GENERAL
recompression chamber θάλαμος επανασυμπίεσης MEDICINE
reconfigure αναδιαμόρφωση GENERAL
reconnaissance attack επίθεση αναγνώρισης I.T. / MILITARY
record καταγραφή GENERAL
record groove αυλάκι δίσκου MECHANICS
record library δισκοθήκη GENERAL
recovery time χρόνος αποκατάστασης GENERAL
recruitment στρατολόγηση GENERAL
recrystalization ανακρυστάλλωση CHEMISTRY
rectangular channel ορθογωνικός αγωγός INDUSTRY
rectangular cross-section τετραγωνική διατομή ENGINEERING
rectangular weir ορθογωνικός υπερχειλιστής ENGINEERING
rectifier load φορτίο ανορθωτή ELECTRICAL
rectify ανορθώνω ELECTRICAL
rectilinear ευθύγραμμος GENERAL
recursion αναδρομή I.T.
recursive αναδρομικός I.T.
recursive transition αναδρομική μετάπτωση I.T. / LINGUISTICS
recyclables ανακυκλώσιμα ECOLOGY
recycle bin (IT) κάδος ανακύκλωσης I.T.
red blood cells (RBC) ερυθρά αιμοσφαίρια (RBC) MEDICINE
red cell distribution width κατανομή μεγέθους ερυθρών κυττάρων MEDICINE
red cell morphology μορφολογία ερυθρών κυττάρων MEDICINE
Red Cross Ερυθρός Σταυρός MEDICINE
red dwarf κόκκινος νάνος (μικρό αστέρι 100 φορές η μάζα του Δία) ASTROPHYSICS
red giant star ερυθρός γίγαντας αστέρας ASTROPHYSICS
redo επανάληψη I.T.
red-pad (reinforcement of a pipe with a moon-shaped piece of pipe) ενίσχυση σωλήνα με τμήμα σωλήνα ημισελινοειδούς σχήματος INDUSTRY
redrawn επανασχεδιάζεται GENERAL
redshift (z) ερυθρή μετατόπιση (μετατόπιση προς το ερυθρό) ASTRONOMY / PHYSICS
reduce μειώνω GENERAL
Reduced Instruction Set Computer (RISC) υλοποίηση ΚΜΕ μειωμένων σετ εντολών μεγάλης ταχύτητας I.T.
reduced sensation μειωμένη αισθητικότητα MEDICINE
reduction αναγωγή, ελάττωση, μείωση, περιστολή GENERAL
reduction gear compartment διαμέρισμα μειωτήρα MECHANICS
reductive αναγωγικός ASTRONOMY / PHYSICS
redundant sensors πλεονάζοντες / πλεοναστικοί αισθητήρες ELECTRONICS
reentry επανείσοδος στην γήινη ατμόσφαιρα απ' το διάστημα AEROSPACE
reentry interface 121,920 μέτρα ύψος - σημείο επανεισόδου στη ατμόσφ. AEROSPACE
Reentry Vehicle (RV) όχημα επανεισόδου AEROSPACE
reference bit δυφίο αναφοράς I.T.
reference database βάση δεδομένων αναφοράς I.T.
reference drawings manual εγχειρίδιο σχημάτων αναφοράς ENGINEERING
reference length μήκος αναφοράς ENGINEERING
reference model μοντέλο, πρότυπο αναφοράς ENGINEERING
reference plane επίπεδο αναφοράς ASTROPHYSICS
reference pressure πίεση αναφοράς ENGINEERING
reference speed ταχύτητα αναφοράς AEROSPACE
refinishing φανοποιία INDUSTRY
reflecting telescope κατοπτρικό (ανακλαστικό) τηλεσκόπιο ASTRONOMY
reflection ανάκλαση GENERAL
reflective liquid crystal display (LCD) ανακλαστική οθόνη υγρών κρυστάλλων ELECTRONICS
reflective routing ανακλαστική δρομολόγηση I.T.
reflector ανακλαστήρας INDUSTRY
reflexology ρεφλεξολογία HEALTH
reformatted επαναμορφοποιημένο I.T.
reformatting hard drive αναδιαμόρφωση σκληρού δίσκου I.T.
refraction διάθλαση OPTICS
refractive index, index of refraction δείκτης διάθλασης OPTICS
refresh ανανέωση I.T.
refrigerant ψυκτικό υγρό INDUSTRY
refrigerate between 2°C–8°C φυλάσσεται στο ψυγείο (2°C–8°C) PHARMACOLOGY
refurbish ανακαινίζω GENERAL
regeneration αναγέννηση GENERAL
region τόπος, περιοχή GEOGRAPHY
region selection επιλογή περιοχής I.T.
regional accounting περιφερειακοί λογαριασμοί ECONOMICS
regional agency περιφερειακό υποκατάστημα MANAGEMENT
regional aid περιφερειακές ενισχύσεις ECONOMICS
regional authorities περιφερειακές αρχές LAW
regional cooperation περιφερειακή συνεργασία LAW
regional development περιφερειακή ανάπτυξη ECONOMICS
regional disparity περιφερειακές ανισότητες ECONOMICS
regional economy περιφερειακή οικονομία ECONOMICS
Register Καταχώρηση I.T.
register καταχωρητής (ομάδα δυαδικών κυττάρων) I.T.
register indirect address έμμεση διεύθυνση από καταχωρητή I.T.
Register now Εγγραφή τώρα I.T.
Register of Decisions γραφείο αποφάσεων LAW
register rename μετονομασία καταχωρητή I.T.
register/memory architecture αρχιτεκτονική καταχωρητή/μνήμης I.T.
register/register architecture (Load-Store) αρχιτεκτονική καταχωρητή/καταχωρητή I.T.
registrar δημοτολόγιο, μητρώο LAW
registration of voters εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους POLITICAL SCIENCE
registration tax τέλος πρωτοκόλλου LAW
registry μητρώο GENERAL
Registry backup and restore Αντίγραφα ασφαλείας και επαναφορά μητρώου I.T.
Registry Cleaner Καθαριστής μητρώου I.T.
registry cleaner λογισμικό εκκαθάρισης μητρώου, καθαρισμός μητρώου I.T.
Registry Editor Επεξεργαστής Μητρώου I.T.
registry key κλειδί μητρώου I.T.
regularity κανονικότητα GENERAL
regulation κανονισμός LAW
rehabilitation αποκατάσταση, επανεκπαίδευση MEDICINE
reheat & intercept valve βαλβίδα αναθέρμανσης & αναχαίτισης INDUSTRY
reheat attemperator spray station σταθμός ψεκασμού εναλλακτήρα θερμότητας αναθέρμανσης INDUSTRY
reheat bowl λεκάνη αναθέρμανσης INDUSTRY
reheat bowl inner surface metal temperature θερμοκρασία μετάλλου εσωτερικής επιφανείας λεκάνης αναθέρμανσης INDUSTRY
reheat bowl metal temperature change μεταβολή θερμοκρασίας μετάλλου λεκάνης αναθέρμανσης INDUSTRY
reheat section τμήμα αναθέρμανσης INDUSTRY
reheat steam ατμός αναθέρμανσης INDUSTRY
reheater αναθερμαντήρας INDUSTRY
reheater attemperator εναλλακτήρας θερμότητας αναθερμαντήρα INDUSTRY
reinforce ενισχύω GENERAL
Reisner membrane μεμβράνη του Reisner ANATOMY
reject απορρίπτω GENERAL
relaminarization μετάβαση από τυρβώδη σε στρωτή ροή AEROSPACE
relative σχετικός GENERAL
relative density σχετική πυκνότητα PHYSICS
relative orbit σχετική τροχιά ASTRONOMY
relative roughness σχετική τραχύτητα MECHANICS
relative velocity σχετική ταχύτητα PHYSICS
relay ηλεκτρονόμος, ρελέ ELECTRICAL
relay timing χρονισμός ηλεκτρονόμου / ρελέ ELECTRICAL
relaying αναμετάδοση I.T. / TELECOMMUNICATIONS
release έκδοση I.T.
release date ημερομηνία κυκλοφορίας I.T.
release notes σημειώσεις κυκλοφορίας I.T.
release time χρόνος ελευθέρωσης GENERAL
releasing mechanism μηχανισμός απελευθέρωσης MECHANICS
reliability engineering τεχνολογία αξιοπιστίας ENGINEERING
religious discrimination διακρίσεις θρησκεύματος LAW
reline νέα επικάλυψη INDUSTRY
remaining υπολειπόμενος, εναπομένων GENERAL
remote απόμακρος, από απόσταση GENERAL
remote control απόμακρος έλεγχος, έλεγχος από απόσταση, τηλεχειρισμός GENERAL
Remote Data Service RDS υπηρεσία της απομακρυσμένης αναφοράς δεδομένων I.T.
remote fire detection τηλεπυρανίχνευση TELECOMMUNICATIONS
remote port απόμακρη θύρα I.T.
remote sensing απόμακρη λήψη δεδομένων I.T.
removable αποσπώμενο, αφαιρέσιμο GENERAL
removal απόσυρμα GENERAL
Remove Αφαίρεση I.T.
remove (v.) αποσπώ, αφαιρώ GENERAL
Remove password Κατάργηση κωδικού πρόσβασης I.T.
rendezvous σημείο συνάντησης πχ σκάφους με διαστημικό σταθμό AEROSPACE
Renew Now Ανανέωση τώρα I.T.
renewable energy ανανεώσιμη ενέργεια ENERGY
renewal ανανέωση, παράταση GENERAL
rental business επιχείρηση μίσθωσης ECONOMICS
rental to third parties εκμίσθωση σε τρίτους ECONOMICS
repair επιδιόρθωση GENERAL
repetitive pattern επαναλαμβανόμενο σχήμα GENERAL
replace αντικατάσταση GENERAL
replace (v) αντικαθιστώ GENERAL
replant disease νόσος αναφύτευσης BOTANY
replant disorder ανωμαλία αναφύτευσης BOTANY
replant effect αποτέλεσμα αναφύτευσης BOTANY
replant problem πρόβλημα αναφύτευσης BOTANY
replenish αναπληρώνω GENERAL
replotted επανασχεδιάζω I.T.
reproduction αναπαραγωγή GENERAL
reproductive effort αναπαραγωγική προσπάθεια BIOLOGY
reproductive growth αναπαραγωγική αύξηση BIOLOGY
reproductive organ αναπαραγωγικό όργανο ANATOMY
reproductive phase αναπαραγωγική φάση BOTANY
reproductive strategy αναπαραγωγική στρατηγική BIOLOGY
reproductive structure αναπαραγωγική δομή BOTANY
reproductive tissues αναπαραγωγικοί ιστοί BIOLOGY
request for bid αίτηση για προσφορά ECONOMY
requisition specific documentation ειδικά έγγραφα αιτήσεων LAW
rerolling επανεξέλαση, επαναπεριέλιξη, επανακύλιση GENERAL
rescheduling of public debt παγιοποίηση του χρέους ECONOMICS
Rescue διάσωση I.T.
Rescue Manager διαχείριση διάσωσης I.T.
resegment ανακατάτμηση I.T.
resegment (v.) πραγματοποιώ ανακατάτμηση, ανακατατέμνω I.T.
reservation station σταθμός κράτησης I.T.
reservoir δεξαμενή, ταμιευτήρας GENERAL
reset επαναφορά, ανάκτηση I.T.
reset button πλήκτρο επανεκκίνησης I.T.
reset key πλήκτρο επαναφοράς, ανάκτησης I.T.
resetting επαναφέρω I.T.
resident patient εσωτερικός ασθενής MEDICINE
resident vocabulary εσωτερικό λεξιλόγιο I.T.
residual stress καθαρή / παραμένουσα εσωτερική τάση ENGINEERING
residual value υπολειπόμενη αξία ECONOMICS
residue υπόλειμμα, υπόλοιπο GENERAL
resignation of the government παραίτηση της κυβέρνησης POLITICAL SCIENCE
resin ρητίνη GENERAL
resin mortar ρητινοκονιάμα ENGINEERING
resinous polymer ρητινώδης πολυμερής CHEMISTRY
resistance αντοχή, αντίσταση GENERAL
resistant ανθεκτικός GENERAL
resisting force δύναμη αντίστασης PHYSICS
resolution ανάλυση, ευκρίνεια, διάσπαση, διαχωρισμός GENERAL
resolution of force ανάλυση δύναμης (σε συνιστώσες) MECHANICS
resolving power διακριτική (διαχωριστική) ικανότητα τηλεσκοπίου ASTRONOMY
resonance ηχηρότητα, μεσομέρεια, (ηχο) συντονισμός, συνήχηση PHYSICS
resonance peak αιχμή συντονισμού PHYSICS
resonant συντονισμένος PHYSICS
resonator αντηχείο ACOUSTICS
resources πόροι GENERAL
respiration αναπνοή BIOLOGY
respiratory chain αναπνευστική αλυσίδα BIOLOGY
response time χρόνος αντίδρασης GENERAL
rest στήριγμα GENERAL
restatable pipeline επανεκκινήσιμη σωλήνωση INDUSTRY
resting ECG ΗκΓ ηρεμίας MEDICINE
resting phase φάση ημεμίας BIOLOGY
restoration αποκατάσταση GENERAL
Restore Επαναφορά, Αποκατάσταση I.T.
restore (v.) αποκαθιστώ GENERAL
Restore device defaults Επαναφορά προεπιλογών συσκευής I.T.
Restore Point Σημείο επαναφοράς I.T.
Restore Registry Επαναφορά μητρώου I.T.
re-straighten επανευθυγραμμίζω GENERAL
restricted shell περιορισμένο κέλυφος I.T.
restrictive trade practice σύμπραξη ECONOMICS
restrictive-practice notification δήλωση σύμπραξης ECONOMICS
resultant of forces συνισταμένη δυνάμεων MECHANICS
resume αρχίζω εκ νέου, ξαναρχίζω, συνεχίζω GENERAL
resuspension επαναιώρηση PHYSICS
retail trade λιανικό εμπόριο ECONOMICS
retainer κλιπ συγκράτησης MECHANICS
retaining rings δακτύλιοι συγκράτησης MECHANICS
reticular lamina πλεγματοειδής υμένας ANATOMY
Reticulum, Ret (constellation) Δίκτυον (αστερισμός) ASTRONOMY
retract εισέλκω, ανασύρω GENERAL
retrieval ανάκτηση GENERAL
retrocochlear οπισθοκοχλιακός ANATOMY / MEDICINE
retrofit μετασκευάζω, τροποποιώ, μετασκευή, τροποποίηση INDUSTRY
retroflex ανακεκομμένο PHONETICS
retrogade motion παλινδρομική κίνηση, ανάδρομη κίνηση ASTRONOMY
retrograde ανάδρομη κίνηση, οπισθοχωρώ, ενελίσσομαι, εκφυλίζομαι ASTRONOMY
retrorocket ανασχετικός πύραυλος AEROSPACE
retry επανάληψη, επανεκδίκαση I.T.
return επιστροφή GENERAL
returning condensate streams ροές συμπυκνώματος επιστροφής INDUSTRY
Reusable Launch Vehicle (RLV) επαναχρησιμοποιήσιμο όχημα εκτόξευσης AEROSPACE
reuse επαναχρησιμοποίηση GENERAL
reverb αντήχηση ACOUSTICS
reverberation time χρόνος αντήχησης ACOUSTICS
reverse osmosis bank εξοπλισμός αντίστροφης όσμωσης INDUSTRY
reverse osmosis cleaning skid πέλμα καθαρισμού αντίστροφης όσμωσης INDUSTRY
reverse osmosis feed pumps αντλίες τροφοδοσίας αντίστροφης όσμωσης INDUSTRY
reverse osmosis unit μονάδα αντίστροφης όσμωσης INDUSTRY
reversibility αναστρεψιμότητα GENERAL
reversible encryption αμφίδρομη κρυπτογράφηση I.T.
revision αναθεωρημένη έκδοση GENERAL
revolution στροφή, περιστροφή, περιφορά GENERAL
revolution counter στροφόμετρο MEASUREMENT
rework ανακατεργασία GENERAL
Reynolds equations εξισώσεις του Reynolds ENGINEERING
Reynolds stresses τάσεις του Reynolds, τυρβώδεις τάσεις ENGINEERING
Reynolds transport theorem θεώρημα μεταφοράς του Reynolds ENGINEERING
rheumatic heart disease (RHD) ρευματική καρδιοπάθεια (ΡΚΠ) MEDICINE
rhonchi ρόγχοι MEDICINE
ridge ράχη, σφήνα έξαρσης GENERAL
Right Ascension (RA) ορθή αναφορά (α), ουρανογραφικό μήκος ASTRONOMY
right auricle (atrium) (RA) δεξιός κόλπος (Δκ) MEDICINE
right bundle branch block (RBBB) αποκλεισμός δεξιού σκέλους (ΑΔΣ) MEDICINE
right coronary artery (RCA) δεξιά στεφανιαία αρτηρία (ΔΣΑ) MEDICINE
right hand δεξιά GENERAL
right of establishment δικαίωμα εγκατάστασης LAW
right of pre-emption δικαίωμα προτίμησης LAW
right of repossession δικαίωμα αναλήψεως του μισθίου LAW
right on cue ακριβώς στην κατάλληλη στιγμή GENERAL
right to culture δικαίωμα πολιτιστικής ανάπτυξης LAW
right to demonstrate δικαίωμα διαδήλωσης LAW
right to education δικαίωμα εκπαίδευσης LAW
right to information δικαίωμα πληροφόρησης LAW
right to justice δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας LAW
right to stand for election δικαίωμα του εκλέγεσθαι LAW
right to stopover τέλη ενδιάμεσης στάθμευσης LAW
right to strike δικαίωμα απεργίας LAW
right to vote δικαίωμα του εκλέγειν LAW
right to work δικαίωμα εργασίας LAW
right ventricle (RV) δεξιά κοιλία (ΔΚ) MEDICINE
rights of aliens δικαιώματα των αλλοδαπών LAW
rights of minorities δικαιώματα των μειονοτήτων LAW
rights of the individual ατομικά δικαιώματα LAW
rigid άκαμπτος, στιβαρός GENERAL
rigid joint άκαμπτη σύνδεση ENGINEERING
rigidity ακαμψία στιβαρότητα, δυσκαμψία GENERAL
rigor ακαμψία GENERAL
ring current ρεύμα δακτυλίου / είδος ρεύματος γήινης μαγνητόσφαιρας PHYSICS
ring finger παράμεσος GENERAL
ring tongue στρογγυλευμένος ELECTRICAL
Rip Αντιγραφή I.T.
ripple κυμάτωση GENERAL
risk assessment μελέτη ανάλυσης / αποτίμησης κινδύνων MANAGEMENT
risk factor (RF) παράγοντας κινδύνου (ΠΚ) MANAGEMENT
risk management διαχείριση ρίσκου MANAGEMENT
rivet καρφί, πιρτσίνι MECHANICS
rivet hole οπή πιρτσινιού MECHANICS
RJ-1 υδρογονανθρακικό καύσιμο πυραύλ. -διυλισμένη κηροζίνη AEROSPACE
RLD - Relay Ladder Diagrams RLD - κλιμακωτά διαγράμματα αναμετάδοσης ηλεκτρονόμου ENGINEERING
RMS - Root Mean Square ενεργή τιμή, πραγματική τιμή, τιμή RMS STATISTICS
road building έργα οδοποιίας ENGINEERING
roaming περιαγωγή I.T.
roaring βρυχηθμός GENERAL
roast φρύζω GENERAL
Robot Ρομπότ GENERAL
robustness ευρωστεία, αντοχή GENERAL
robustness speech recognition εύρωστη αναγνώριση ομιλίας I.T.
Roche limit όριο του Roche ASTROPHYSICS
rocket πύραυλος AEROSPACE
Rockwell hardness σκληρότητα κατά Rockwell MEASUREMENT
rod ράβδος, βέργα, ραβδίο GENERAL
rod (equals 5.0292 metres) ράβδος (μονάδα μέτρησης μήκους 5,02 μέτρων) MEASUREMENT
rod neutrophils ραβδοπύρηνα MEDICINE
Roentgen Equivalent Man (Rem) δόση ακτινοβολίας που προκαλεί βιολογική βλάβη MEDICINE
roll leaves φύλλα ρολού INDUSTRY
roll the turbine περιστροφή του στροβίλου INDUSTRY
roller κύλινδρος INDUSTRY
roller and clip assembly διάταξη κυλίνδρου και κλιπ INDUSTRY
roller bearing κυλινδροτριβέας MECHANICS
rollerless sleeve bearing τριβικός δακτύλιος, κουζινέτο MECHANICS
rolloff απόσβεση, εξασθένιση ELECTRONICS
roll-on roll-off ferry διαμπερές οχηματαγωγό πλοίο NAUTICAL TERMS
roman numeral λατινικός αριθμός GENERAL
roof οροφή, σκεπή ENGINEERING
room δωμάτιο GENERAL
room temperature θερμοκρασία δωματίου PHARMACOLOGY
rooperol ρουπερόλη BIOLOGY
root ρίζα GENERAL
root directory ριζικός κατάλογος I.T.
Root Key Ριζικό κλειδί / Βασικό κλειδί I.T.
root tip ακρόριζο BOTANY
rope σχοινί GENERAL
Rosetta orbit τροχιά Ροζέτα PHYSICS
rotary περιστροφικός GENERAL
rotary screw compressor περιστροφικός συμπιεστής κοχλία INDUSTRY
rotate εναλλάσσω με τη σειρά GENERAL
rotating lever περιστρεφόμενος μοχλός INDUSTRY
rotating parts περιστρεφόμενα μέρη INDUSTRY
Rotating Service Structure (RSS) περιστρεφόμενος πύργος πρόσβασης AEROSPACE
rotation of the rotor περιστροφή του στροφείου INDUSTRY
rotational force περιστροφική ισχύς PHYSICS
rotor δρομέας, στροφείο MECHANICS
rotor and casing lifting arrangement for installation διάταξη ανύψωσης στροφείου και περιβλήματος για εγκατάσταση INDUSTRY
rotor bowing κύρτωση στροφείου INDUSTRY
rotor coil wedge ενσφήνωση πηνίου στροφείου INDUSTRY
rotor coupling σύζευξη στροφείου INDUSTRY
rotor deflections εκτροπές στροφείου INDUSTRY
rotor masses μάζες στροφείου INDUSTRY
rotor Short Time Thermal Capacity θερμοχωρητικότητα μικρού χρόνου στροφείου INDUSTRY
rotor should be rolled on gear το στροφείο πρέπει να περιστραφεί στον οδοντοτροχό INDUSTRY
rotor surface strain cycle κύκλος παραμόρφωσης επιφάνειας στροφείου INDUSTRY
rotor thrust ώση στοφείου INDUSTRY
rough plate τραχεία πλάκα, τραχύ τοίχωμα, τραχύ όριο GENERAL
rough start ανώμαλη εκκίνηση INDUSTRY
rough wall round jet κυκλική εκτοξευόμενη φλέβα MECHANICS
round στρογγυλοποιώ GENERAL
round vowel στρογγυλευμένο φωνήεν PHONETICS
round window στρογγυλευμένο παράθυρο ANATOMY
round-trip light time (RTLT) χρόνος μετάβασης και επιστροφής φωτός ή ραδιοσήματος PHYSICS
route δρομολογώ GENERAL
router δρομολογητής I.T.
routine test dilution (RTD) αραίωση συνήθους δοκιμής MEDICINE
RTD - Resistance temperature detector RTD - ανιχνευτής θερμοκρασίας αντίστασης MEASUREMENT
RTV silicone σιλικόνη RTV INDUSTRY
rub damage φθορά από τριβή MECHANICS
rubber lined επενδεδυμένο με ελαστικό MECHANICS
rubbing τριβή MECHANICS
rubbing noises θόρυβοι τριβής MECHANICS
rug χαλί GENERAL
rugged construction ενισχυμένη κατασκευή GENERAL
rule κανόνας GENERAL
rule under emergency powers προσωρινή αναστολή συνταγματικών δικαιωμάτων LAW
run εκτέλεση, λειτουργία I.T.
run (v) εκτελώ, λειτουργώ I.T.
Run on system startup Εκτέλεση κατά την εκκίνηση του συστήματος I.T.
running speed ταχύτητα λειτουργίας GENERAL
running time meter μετρητής χρόνου λειτουργίας MEASUREMENT
run-off απορροή GENERAL
runout διαφυγή, διαρροή, εκκεντρότητα INDUSTRY
runout checks έλεγχοι διαφυγής INDUSTRY
Runway Visual Range - RVR Οπτική Έκταση Διαδρόμου AEROSPACE
rupture ρήξη GENERAL
rural settlement αγροτικός οικισμός GENERAL
R-value θερμική αντίσταση PHYSICS
sac θύλακας, σάκκος GENERAL
safe ασφαλής GENERAL
safe mode κατάσταση ασφαλούς λειτουργίας I.T.
Safely Remove Hardware Ασφαλής κατάργηση συσκευών / υλικού I.T.
safe-state εξασφαλισμένης λειτουργίας, αντισφαλματική λειτουργία I.T.
safety concerns ζητήματα ασφαλείας MANAGEMENT
safety device συστήματα ασφαλείας INDUSTRY
safety factor συντελεστής ασφαλείας MANAGEMENT
safety gloves γάντια ασφαλείας GENERAL
safety hazards κίνδυνοι ασφαλείας MANAGEMENT
safety symbol legend λεζάντα συμβόλου ασφαλείας INDUSTRY
safety system σύστημα ασφαλείας INDUSTRY
safety valve βαλβίδα ασφαλείας INDUSTRY
Sagitta, Sge (constellation) Βέλος (αστερισμός) ASTRONOMY
sagittal function τοξοειδής συνάρτηση MEDICINE
Sagittarius, Sgr (constellation) Τοξότης (αστερισμός) ASTRONOMY
salami technique τεχνική «σαλάμι» (μέθοδος κλοπής) I.T.
sale to third parties πώληση σε τρίτους ECONOMICS
sales agent αντιπρόσωπος πωλήσεων ECONOMICS
salient acoustic event προεξέχον ακουστικό γεγονός PHONETICS
salts of acid additives άλατα των προσθήκης οξέων METALLURGY
saltwater αλμυρό νερό GENERAL
sample δείγμα GENERAL
sample handling arm pump αντλία βραχίονα χειρισμού δείγματος INDUSTRY
sample panel πίνακας δείγματος ENGINEERING
sample rate ρυθμός δειγματοληψίας PHYSICS
sample system σύστημα δείγματος ENGINEERING
sampler δειγματολήπτης INDUSTRY
sampling δειγματοληψία GENERAL
sand άμμος GENERAL
sand (v.) τρίβω με γυαλόχαρτο ENGINEERING
sandblast αμμοβολή ENGINEERING
sandbox technology τεχνολογία sandbox I.T.
sander τριβείο λείανσης TOOLS
sandpaper γυαλόχαρτο, σμιρυδόχαρτο TOOLS
sandstone ψαμμίτης GEOLOGY
satellite δορυφόρος AEROSPACE
satellite communications δορυφορική επικοινωνία TELECOMMUNICATIONS
Satellite Interceptor System (SIS) Σύστημα Αναχαίτησης Δορυφόρων AEROSPACE
saturated adiabatic lapse rate (SALR) κορεσμένη αδιαβατική θερμοβαθμίδα METEOROLOGY
saturation κορεσμός GENERAL
Saturn Κρόνος, 6ος πλανήτης από τον ήλιο ASTRONOMY
save αποθήκευση I.T.
save all αποθήκευση όλων I.T.
save as αποθήκευση ως I.T.
savings αποταμίευση ECONOMICS
S-band ραδιοσυχνότητες μικροκυμάτων από 2 έως 4 Ghz TELECOMMUNICATIONS
scaffold ικρίωμα, σκαλωσιά TOOLS
scala tympani τυμπανική κοιλότητα ANATOMY
scala vestibuli αιθουσαία κοιλότητα ANATOMY
scalability ικανότητα για κλιμάκωση GENERAL
scalar field βαθμωτό πεδίο PHYSICS
scalar quantity βαθμωτό μέγεθος PHYSICS
scald έγκαυμα GENERAL
scale ζυγός, κλίμακα GENERAL
scale effect επίδραση κλίμακας AEROSPACE
scale factor συντελεστής κλίμακας MATHEMATICS
scaled projection algorithm αλγόριθμος κλιμακωτής προβολής I.T.
scaling ρυθμίσεις κλίμακας GENERAL
scam απάτη GENERAL
scan hard disk ανίχνευση σκληρού δίσκου I.T.
scan platform εξέδρα κατόπτευσης, εξέδρα οπτικής παρατήρησης I.T.
scanned (docs) σαρωμένα / διαβασμένα (έγγραφα) I.T.
scanner engine μηχανή ανίχνευσης I.T.
scanning (γίνεται) ανίχνευση, σάρωση I.T.
scattering σκέδαση PHYSICS
schedule πρόγραμμα, χρονοδιάγραμμα GENERAL
schedule (v.) προγραμματίζω, χρονοδρομολογώ GENERAL
Scheduled Task προγραμματισμένη διεργασία I.T.
scheduler προγραμματιστής, χρονοδρομολογητής I.T.
schematic διαγραμματικό σχέδιο στοιχείων GENERAL
Schmidt number αριθμός του Schmidt PHYSICS
school abroad σχολείο εξωτερικού EDUCATION
school age σχολική ηλικία GENERAL
schools' first-aid kits φαρμακεία των σχολείων HEALTH
sciatic notch ισχιακή εντομή ANATOMY / MEDICINE
Science Research Council, UK (SRC) Συμβούλιο Επιστημονικής Έρευνας (Ηνωμένο Βασίλειο) PHYSICS
Scientific and Technical Research Committee επιτροπή επιστηµονικής και τεχνικής έρευνας PHYSICS
scientific cooperation επιστημονική συνεργασία GENERAL
scientific education εκπαίδευση θετικής κατεύθυνσης EDUCATION
scintillation στίλβη, σπινθηρισμός, σπινθηροβόλημα PHYSICS
scissors ψαλίδι TOOLS
score αποτέλεσμα, βαθμολογία GENERAL
scoreboarding πίνακας αποτελεσμάτων I.T.
scored bearings διαβρωμένα έδρανα ENGINEERING
scoring χάραξη, βαθμολόγηση ENGINEERING
Scorpius, Sco (constellation) Σκορπιός (αστερισμός) ASTRONOMY
scramjet υπερηχητικός αθόδυλος AEROSPACE
scrap απομέταλλα, άχρηστο υλικό GENERAL
screen οθόνη I.T.
screen text κείμενο οθόνης I.T.
screening διαλογή, ταξινόμηση, ανίχνευση GENERAL
screenshot στιγμιότυπo οθόνης I.T.
screw βίδα, κοχλίας, κοχλίωση, σπείρα MECHANICS
screw (v.) βιδώνω, στερεώνω, σφίγγω με κοχλία MECHANICS
screw head κεφαλή κοχλία MECHANICS
screw pin κορμός κοχλία MECHANICS
screw thread gage διαμέτρημα σπειρώματος κοχλία MEASUREMENT
screw type compressor ελικοφόρος συμπιεστής INDUSTRY
screwed joint κοχλιωτή σύνδεση ENGINEERING
script kiddie χρήστης διαθέσιμων εργαλείων εισβολής I.T.
scripting framework πλαίσιο δέσμης ενεργειών I.T.
scroll arrow βέλος κύλισης I.T.
scroll arrow button κουμπί βέλους γραμμής κύλισης I.T.
scroll bar γραμμή κύλισης I.T.
scroll box πλαίσιο κύλισης I.T.
scrubbing έκπλυση GENERAL
SCT - Saturable Current Transformer SCT - κορεσμένος μετασχηματιστής ρεύματος ELECTRICAL
Sculptor, Scu (constellation) Γλύπτης (αστερισμός) ASTRONOMY
scutellum ασπίδιο BOTANY
Scutum, Sct (constellation) Ασπίς (αστερισμός) ASTRONOMY
Sea Level (SL) θαλάσσια στάθμη GEOLOGY
sea mile θαλάσσιο μίλι NAUTICAL TERMS
seal oil λάδι στεγανοποίησης INDUSTRY
seal oil control skid πέλμα ελέγχου λαδιού στεγανοποίησης INDUSTRY
seal oil float trap παγίδα πλωτήρα λαδιού στεγανοποίησης INDUSTRY
seal ring σφραγιδοδακτύλιος INDUSTRY
seal rings δακτύλιοι στεγανοποίησης INDUSTRY
sealed σφραγισμένο GENERAL
seam ραφή ENGINEERING
seamless pipe σωλήνας χωρίς ραφή ENGINEERING
seamlessly απρόσκοπτα I.T.
sear σχαστηρία MECHANICS
search for αναζήτηση για GENERAL
Search for Extra-Terrestrial Intelligence (SETI) Έρευνα για Εξωγήινη Νοημοσύνη ASTROPHYSICS
Search in Αναζήτηση σε I.T.
sebaceous gland σμηγματογόνος αδένας ANATOMY / MEDICINE
SEC - Secondary-Electron Conduction SEC - αγωγιμότητα δευτερευόντων ηλεκτρονίων OPTICS
second class lever μοχλός δεύτερου είδους MECHANICS
Second Lomé Convention σύμβαση Λομέ ΙΙ LAW
second(s) δευτερόλεπτο(α) - χρόνος MEASUREMENT
secondary education δευτεροβάθμια εκπαίδευση EDUCATION
secondary flow δευτερεύουσα ροή METEOROLOGY
secondary window δευτερεύον παράθυρο I.T.
secret key encryption κρυπτογράφηση μυστικού κλειδιού I.T.
secreting epithelium εκκριτικό επιθήλιο BIOLOGY
section τμήμα, τομή, τομέας GENERAL
section modulus ροπή αντίστασης (επιφανείας) ENGINEERING
sectional area επιφάνεια τομής ENGINEERING
sectoral aid ενίσχυση κατά τομέα MANAGEMENT
secular education μη εκκλησιαστική εκπαίδευση EDUCATION
secure socket layer (SSL) πρωτόκολλο διασφάλισης συναλλαγών I.T.
Secure Socket Layer Service Module (SSL) μονάδα υπηρεσιών επεξεργασίας SSL I.T.
security holes κενά ασφαλείας I.T.
Security Services Modules Μονάδες Υπηρεσιών Ασφάλειας I.T.
sedimentary προσχωματικός, προσχωσιγενής GEOLOGY
sedimentary rock ιζηματογενές πέτρωμα, προσχωσιγενές πέτρωμα GEOLOGY
seed σπόρος GENERAL
seed disinfectant, seed disinfestant απολυμαντικό σπόρου AGRONOMY
seed disinfection απολύμανση σπόρου AGRONOMY
seed oil σπορέλαιο AGRONOMY
seedless αγίγαρτος AGRONOMY
seedless fruit άσπερμος καρπός, αγίγαρτος καρπός AGRONOMY
seedling αρτίβλαστο BOTANY
seedling resistance αντοχή σποροφύτου BOTANY
seeing διαχωριστική ικανότητα GENERAL
Seeing Οπτική Ποιότητα Ατμόσφαιρας ASTRONOMY
segment ημιμόριο, τμήμα GENERAL
segment (v.) κατατέμνω, πραγματοποιώ κατάτμηση GENERAL
segmentation κατάτμηση, τμηματοποίηση GENERAL
segmentation cavity βλαστόκοιλο BIOLOGY
seismometer σεισμόμετρο MEASUREMENT
select επιλογή, επιλέγω GENERAL
Select a task Επιλογή εργασίας I.T.
select all επιλογή όλων I.T.
Select Drives Επιλογή μονάδων I.T.
Selective Acknowledgement επιλεκτική επιβεβαίωση I.T.
selective catalytic reduction system σύστημα επιλεκτικής καταλυτικής αναγωγής INDUSTRY
selective dissemination of information επιλεκτική διάδοση πληροφοριών I.T.
self contained αυτοτελής GENERAL
self inductive αυτο-επαγωγικός ELECTRICAL
self sealing point αυτοστεγανοποιούμενο σημείο ENGINEERING
Self Sending Spam ενοχλητική αλληλογραφία από τη δική σας διεύθυνση I.T.
self similar solution λύση αυτομοιότητας MATHEMATICS
self similarity αυτομοιότητα MATHEMATICS
self-administer αυτοχορήγηση MEDICINE / PHARMACOLOGY
self-sufficiency farming καλλιέργεια για διατροφή AGRONOMY
semantic σημασιολογικός LINGUISTICS
semiconductor ημιαγωγός ELECTRONICS
semi-major (semimajor) axis μεγάλος ημιάξονας ελλειπτικής τροχιάς ASTROPHYSICS
seminar σεμινάριο EDUCATION
semiotic σημειωτικός LINGUISTICS
semivowel ημίφωνο, ημιφωνήεν PHONETICS
send αποστολή GENERAL
send to αποστολή προς GENERAL
senescence γήρανση BIOLOGY
senior attorney νομικός σύμβουλος LAW
sense αίσθηση και έννοια (αμφισημία) PSYCHOLOGY
sensing line γραμμής ανίχνευσης ENGINEERING
sensor αισθητήρας, ανιχνευτήρας (διάταξη ανίχνευσης/εντοπισμού) MEASUREMENT
sensor arrangement humidity υγρασία διάταξης αισθητήρα MEASUREMENT
sensorimotor αισθητικοκινητικός MEDICINE
sensorineural νευροαισθητήριος MEDICINE
sensorium αισθητήριο κέντρο MEDICINE
sensory αισθητηριακός MEDICINE
sensory aphasia λεκτική αμνησία MEDICINE
sensory kinetic action αισθησιοκινητική δράση BIOLOGY
sentence concordance προτασιακή συμπαράθεση LINGUISTICS
separate error αυτοτελές πταίσμα I.T.
separating of HP shell joints using hydraulic jacks διαχωρισμός συνδέσμων κελύφους HP με υδραυλικούς γρύλους INDUSTRY
separation διαχωρισμός, διαχώριση GENERAL
separation eddy δίνη αποκόλλησης PHYSICS
separation phenomena φαινόμενα αποκόλλησης PHYSICS
separation zone ζώνη αποκόλλησης MILITARY
separator διαχωριστής, διαχωριστήρας GENERAL
septomarginal trabecula διαφραγματοεπιχείλια δοκίδα MEDICINE
septuagenarian άτομα ηλικίας 70 έως 79 ετών MEDICINE
sequence διαδοχή, ακολουθία GENERAL
sequence resistance αντίσταση ακολουθίας INDUSTRY
Sequenced Packet Exchange (SPX) πρωτόκολλο SPX I.T.
sequencer χρονιστής, χρονοδρομολογητής, ταξινομητής GENERAL
serial link σειριακή ζεύξη I.T.
Serpens, Ser (constellation) Όφις (αστερισμός) ASTRONOMY
serum ορό MEDICINE
serum iron σίδηρο του ορού MEDICINE
server certificate πιστοποιητικό εξυπηρετητή (διακομιστή) I.T.
server spam filter φίλτρο ανεπιθύμητης αλληλογραφίας διακομιστή I.T.
service air system συντήρηση συστήματος αέρα INDUSTRY
Service Module (SM) μονάδα υπηρεσίας/εντολής AEROSPACE
service overloading υπερφόρτωση υπηρεσιών I.T.
service water pumps συντήρηση αντλιών νερού INDUSTRY
service water system συντήρηση συστήματος νερού INDUSTRY
servo valves σερβοβαλβίδες INDUSTRY
servo-rotor υπηρετικό στροφείο INDUSTRY
servo-tab υπηρετικό πτερυγίδιο INDUSTRY
session hijacking πειρατεία στην σύνδεση I.T.
session key λειτουργικό κλειδί I.T.
set ρυθμισμένο GENERAL
Set as Default Ορισμός ως προεπιλογή I.T.
set associative cache συνολοσυσχετιστική κρυφή μνήμη I.T.
Set default ορισμός προεπιλογής I.T.
set point ρύθμιση σημείου I.T.
set screw κοχλίας σύσφιξης, κοχλίας πρόσδεσης INDUSTRY
set up a connection or network ρύθμιση σύνδεσης ή δικτύου I.T.
setting ρυθμίζοντας GENERAL
setting circles κύκλοι σκόπευσης ASTRONOMY
setting of the purge timer ρύθμιση του χρονομέτρου απαγωγής INDUSTRY
settling καθίζηση CHEMISTRY
settling chamber θάλαμος ηρεμίας INDUSTRY
severity σοβαρότητα GENERAL
sewage treatment plant μονάδα (σταθμός) επεξεργασίας λυμάτων INDUSTRY
sex education σεξουαλική αγωγή EDUCATION
sexagenarian άτομα ηλικίας 60 έως 69 ετών MEDICINE
Sextans, Sex (constellation) Εξάς (αστερισμός) ASTRONOMY
sextant εξάντας, εκτοκύκλιο TOOLS
sexual discrimination διακρίσεις λόγω φύλου LAW
sexual reproduction εγγενής αναπαραγωγή MEDICINE / BIOLOGY
SGML (Standard Generalized Markup Language) Πρότυπη Γλώσσα Γενικευμένης Σήμανσης (SGML) I.T.
shackle αγκύλιο, συνδετικός κρίκος INDUSTRY
shaft currents ρεύματα άξονα INDUSTRY
shaft driven με μηχανική μετάδοση κίνησης INDUSTRY
shaft eccentricity indicator δείκτης εκκεντρότητας άξονας INDUSTRY
shaft grounding brushes ψήκτρες γείωσης άξονα INDUSTRY
shaft operated pump αντλία με μηχανική μετάδοση κίνησης INDUSTRY
shaft rotational speed ταχύτητα περιστροφής άξονα INDUSTRY
shaft seal housing περίβλημα σφράγισης άξονα INDUSTRY
shaft sealing and vent system σύστημα σφράγισης και εξαερισμού άξονα INDUSTRY
shaft sleeve ολίσθηση άξονα ENGINEERING
shaft thrust ώση στον άξονα ENGINEERING
shape drag αντίσταση σχήματος AEROSPACE
shape memory alloy (SMA) κράμα μνήμης (σχήματος) METALLURGY
shape memory effect φαινόμενο μνήμης (σχήματος) METALLURGY
shareware δοκιμαστικά προγράμματα I.T.
sharp edge αιχμηρό άκρο GENERAL
sharps disposal container δοχείο απόρριψης αιχμηρών αντικειμένων, δοχείο για αιχμηρά, δοχείο απορριμμάτων οξέων αντικειμένων ECOLOGY
shattered world θρυμματισμένος κόσμος PSYCHOLOGY
shear διάτμηση MECHANICS
shear force διατμητική δύναμη MECHANICS
shear load διατμητικό φορτίο MECHANICS
shear modulus μέτρο διάτμησης MECHANICS
shear stress διατμητική τάση MECHANICS
shear test δοκιμή διάτμησης MECHANICS
shearing force διατμητική δύναμη, δύναμη διάτμησης MECHANICS
shearing strength αντοχή σε διάτμηση MECHANICS
sheet φύλλο GENERAL
sheetmetal housings περιβλήματα ελατού μεταλλικού φύλλου INDUSTRY
shell and tube condenser συμπυκνωτής κελύφους και σωλήνα INDUSTRY
shepherd moon υλικό του δακτυλίου ASTROPHYSICS
shield αιγίς, θωράκιση, ασπίδα GENERAL
shielding θωράκιση, ασπίδα GENERAL
shielding requirements απαιτήσεις θωράκισης GENERAL
shift μετάθεση, μετατόπιση PHYSICS
shift matching ταίριασμα ολίσθησης I.T.
shim ενδιάμεσος δακτύλιος, δακτύλιος απόστασης, προσθήκη MECHANICS
shipbuilding ναυπηγικές κατασκευές NAUTICAL TERMS
shock wave κρουστικό κύμα PHYSICS
shoot βλαστός BOTANY
shooting star διάττων αστέρας PHYSICS
shop tolerance ανοχές συνεργείου INDUSTRY
short circuit βραχυκύκλωμα ELECTRICAL
short circuit subtransient field time constant σταθερά υπομεταβατικού χρόνου πεδίου βραχυκυκλώματος INDUSTRY
short hundredweight (cental) 100 λίβρες, 45.359237 kg MEASUREMENT
short message service mobile originated (SMS MO) υπηρεσία σύντομων γραπτών μηνυμάτων από κινητό TELECOMMUNICATIONS
short message service mobile terminated (SMS MΤ) υπηρεσία σύντομων γραπτών μηνυμάτων προς κινητό TELECOMMUNICATIONS
short time μικρός χρόνος PHYSICS
short time delay setting ρύθμιση καθυστέρησης μικρού χρόνου INDUSTRY
short ton (S/T) 2,000 λίβρες, 907.18474 kg MEASUREMENT
short wave βραχύ κύμα TELECOMMUNICATIONS
shortcut συντόμευση I.T.
shortcut button κουμπί συντόμευσης I.T.
Shortcut fixer Διόρθωση συντομεύσεων I.T.
shortcut icon εικονίδιο συντόμευσης I.T.
shortcut key πλήκτρο συντόμευσης I.T.
shortcut menu μενού συντόμευσης I.T.
shortcuts συντομεύσεις I.T.
Shortcuts Fixer Διορθωτής συντομεύσεων I.T.
shorten source text σύμπτυξη/συρρίκνωση κειμένου προέλευσης I.T.
shortening fraction SF κλάσμα βραχύνσεως MEDICINE
shorter working week πενθήμερο εργασίας ECONOMICS
short-term βραχύχρονος, βραχυπρόθεσμος GENERAL
short-term credit βραχυπρόθεσμη πίστωση ECONOMICS
short-term economic prospects οικονομική συγκυρία ECONOMICS
short-term financing βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση ECONOMICS
short-time spectrogram φασματογράφημα βραχείας διάρκειας ACOUSTICS
shoulder αναβαθμίδα, ώμος, έρεισμα GENERAL
shovel φτυάρι TOOLS
shower όμβρος METEOROLOGY
shrink θερμοσυστολή, συστολή PHYSICS
shrink fit συναρμογή με σύσφιγξη διαστολής-συστολής ENGINEERING
shroud σχισμή INDUSTRY
shrouded tip περιβεβλημένο άκρο INDUSTRY
shunt (v.) εκτρέπω ELECTRICAL
shut off διακόπτω την παροχή GENERAL
shutdown cycle κύκλος τερματισμού GENERAL / I.T.
shutdown, shut down τερματισμός λειτουργίας, τερματίζω, τερματισμός I.T.
shutoff valve βαλβίδα διακοπής INDUSTRY
sick leave αναρρωτική άδεια LAW
sick sinus syndrome (SSS) σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (ΣΝΦ) MEDICINE
side bar πλευρικό κείμενο I.T.
side effect ανεπιθύμητη ενέργεια, παρενέργεια PHARMACEUTICAL
side handle πλευρική λαβή GENERAL
side head πλαγιότιτλος I.T.
side lobe πλευρικός λοβός TELECOMMUNICATIONS
sidereal month αστρικός μήνας MEASUREMENT
sidereal period αστρική περίοδος MEASUREMENT
sidereal time αστρικός χρόνος MEASUREMENT
sieve basket σίτα υδρορροής INDUSTRY
sifter σήτα INDUSTRY
sight glass διαφανής θυρίδα ελέγχου στάθμης INDUSTRY
sight hole θύρα παρατήρησης, οπή παρατήρησης INDUSTRY
sight ports θύρες οπτικού ελέγχου INDUSTRY
sign extension επέκταση προσήμου I.T.
signal bearing διόπτευση σήματος GENERAL
signal condition non-recognition level στάθμη μη αναγνώρισης συνθήκης σήματος I.T.
signal input and output hardware εξοπλισμός εισόδου και εξόδου σήματος I.T.
signal processing επεξεργασία σήματος I.T.
signalling σηματοδότηση GENERAL
signalling device συστήματα σήμανσης GENERAL
significance σημασία GENERAL
significant maintenance and repair work σημαντική εργασία συντήρησης και επισκευής GENERAL
silence detection ανίχνευση σιωπής TELECOMMUNICATIONS
silence supression καταστολή σιωπής TELECOMMUNICATIONS
silencer σιγαστήρας GENERAL
silex πυρόλιθος, στουρναρόπετρα, τσακμακόπετρα, πυριτία PHYSICS
silica oxide οξείδιο του πυριτίου CHEMISTRY
silicon (Si) πυρίτιο PHYSICS
silicosis πυριτίαση MEDICINE
silvering αργύρωση, αργυροφυλλία METALLURGY
sily ether σιλυλαιθέρας CHEMISTRY
similarity conditions συνθήκες ομοιότητας MECHANICS
similarity solution λύση ομοιότητας MECHANICS
simple interest disease ασθένεια απλού τόκου BOTANY
simple mail transfer protocol (SMTP) πρωτόκολλο μεταφοράς απλού ταχυδρομείου I.T.
simulation προσομοίωση ENGINEERING
simulator απομιμητής, εξομοιωτής, προσομοιωτής ENGINEERING
simulcast ταυτόχρονη μετάδοση TELECOMMUNICATIONS
simultaenous ταυτόχρονα, ταυτοχρόνως GENERAL
simultaenous translation ταυτόχρονη μετάφραση LINGUISTICS
simultaneous peripheral operations on-line (spooling) ετεροχρονισμός εισόδου-εξόδου I.T.
simultaneous processing ταυτόχρονη επεξεργασία I.T.
sin (sine) ημίτονο MATHEMATICS
sine wave ημιτονοειδές κύμα, σήμα, κυματομορφή MATHEMATICS
single alloy steel forcing εξαναγκασμός χάλυβα ενός κράματος METALLURGY
single phase μίας φάσης, μονής φάσης ELECTRICAL
Single Phase Armature Winding Capacitance χωρητικότητα τυλίγματος οπλισμού μίας φάσης ELECTRICAL
single phase flow μονοφασική ροή ELECTRICAL
single phase protection προστασία μίας φάσης ELECTRICAL
single pipe μονοσωλήνιος ENERGY
single shaft μονοαξονικό INDUSTRY
sinking speed ταχύτητα βύθισης AEROSPACE
sinoatrial block φλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμός MEDICINE
sino-atrial conduction time (SACT) χρόνος φλεβοκομβοκολπικής αγωγής (ΧΦΚΑ) MEDICINE
sintering σύντηξη INDUSTRY
sinus node (SN) φλεβόκομβος (ΦΚ) MEDICINE
sinus node recovery time (SNRT) χρόνος ανάνηψης φλεβοκόμβου (ΧΑΦ) MEDICINE
sinusoidal ημιτονοειδής ANATOMY / MATHEMATICS
site τόπος GENERAL
size of business μέγεθος της επιχείρησης ECONOMY
skålpund 1/2 χιλιόγραμμο MEASUREMENT
skeppspund 170 χιλιόγραμμα MEASUREMENT
sketches σκίτσα GENERAL
skid πέλμα, πέδιλο, υποστάτης, υποστήριγμα INDUSTRY
Skip Παράβλεψη I.T.
slack χαλαρώνω GENERAL
slavery δουλεία LAW
sleeve μανίκι, μούφα MECHANICS
sleeve nut συνδετικό περικόχλιο MECHANICS
slider ρυθμιστικός, ολισθητήρας, κινητός δείκτης I.T.
sliding ολίσθηση GENERAL
slightly conductive paint ελαφρώς αγώγιμη βαφή INDUSTRY
sling αναρτήρας, αρτάνη MEDICINE
slip bearing τριβέας ολίσθησης MECHANICS
slope κλίση GENERAL
sloping bottom επικλινής πυθμένας GENERAL
slot εγκοπή, σχισμή GENERAL
slow-growing βραδυαυξής MATHEMATICS
sludge λάσπη, ιλύς ECOLOGY
slug (nuclear reactor) ράβδος πυρηνικού καύσιμου, μονάδα μάζας = 14.594 κιλά ENERGY
sluice gate θυρίδα εκροής, υδατοφράκτης εκκένωσης INDUSTRY
small circle παράλληλος κύκλος MATHEMATICS
small cleaved cell μικρό σχισθέν κύτταρο MEDICINE
smart card εξυπνη κάρτα I.T.
smog καπνομίχλη ECOLOGY
smoke detector ανιχνευτής καπνού INDUSTRY
smooth ομαλός GENERAL
smooth flat plate λεία επίπεδη επιφάνεια PHYSICS
smooth wall round jet ροή κυκλικής φλέβας σε λείο στερεό όριο INDUSTRY
smut spore ανθρακοσπόριο AGRONOMY
smuts άνθρακες AGRONOMY
snapshot στιγμιότυπο I.T.
snooping ηλεκτρονική κατασκοπεία, υποκλοπή I.T.
snow day ημέρα χιονιού METEOROLOGY
soap paste σαπουνόπαστα INDUSTRY
social conflict κοινωνική σύγκρουση SOCIAL SCIENCE
social cost κοινωνικό κόστος SOCIAL SCIENCE
social development κοινωνική εξέλιξη SOCIAL SCIENCE
social engineering κοινωνική μηχανική, κοινωνικά εφαρμοσμένη μηχανική I.T.
social engineering attack επίθεση κοινωνικής μηχανικής I.T.
social legislation κοινωνικό δίκαιο LAW
social network κοινωνικό δίκτυο I.T.
social network spam ενοχλητική αλληλογραφία κοινωνικού δικτύου I.T.
social networking κοινωνική δικτύωση I.T.
social networking sites ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης I.T.
social situation κοινωνική κατάσταση SOCIAL SCIENCE
social survey κοινωνική έρευνα STATISTICS
social-security contribution εισφορά κοινωνικής ασφάλισης MANAGEMENT
sociocultural facilities κοινωνικοπολιτιστικές εγκαταστάσεις SOCIAL SCIENCE
socioeconomic conditions κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ECONOMICS
socket υποδοχή GENERAL
socket weld fitting συγκολλημένο εξάρτημα υποδοχής METALLURGY
sodium νάτριο PHYSICS
sodium amytal νάτριο αμυτάλ (απελευθερώνει καταπιεσμένες αναμνήσεις) PHARMACEUTICAL / PSYCHOLOGY
sodium cellulose xanthate ξανθική κυτταρίνη CHEMISTRY
sodium hydroxide υδροξείδιο του νατρίου CHEMISTRY
sodium hypochlorite addition υποχλωριώδες νάτριο CHEMISTRY
SOE - Sequence of Events SOE - ακολουθία συμβάντων I.T.
soft energy ήπιες μορφές ενέργειας ENERGY
soft solder μαλακή συγκόλληση METALLURGY
software engineering τεχνολογία λογισμικού I.T.
software pipelining σωλήνωση λογισμικού I.T.
soil disinfestant απολυμαντικό εδάφους AGRONOMY
soil disinfestation απολύμανση εδάφους AGRONOMY
solar ηλιακός ENERGY
solar array φωτοβολταικός ηλιακός συλλέκτης (πάνελ) ENERGY
solar cell ηλιακό κύτταρο, φωτοκύτταρο ENERGY
solar constant ηλιακή σταθερά ASTROPHYSICS
solar corona ηλιακό στέμμα ASTROPHYSICS
solar day ηλιακή ηµέρα MEASUREMENT
solar eclipse ηλιακή έκλειψη ASTRONOMY
solar energy ηλιακή ενέργεια ENERGY
solar flare ηλιακή λάμψη, ηλιακή προεξοχή ASTROPHYSICS
solar nebula ηλιακό νεφέλωμα ASTRONOMY
solar plexus ηλιακό πλέγμα ANATOMY
solar prominence ηλιακή προεξοχή ASTRONOMY
solar sensor ηλιακός αισθητήρας INDUSTRY
solar wind ηλιακός άνεμος PHYSICS
sole proprietorship ατομική επιχείρηση LAW
solenoid σωληνοειδές, πηνίο PHYSICS
solenoid valve ηλεκτρομαγνητική / σωληνοειδής βαλβίδα INDUSTRY
solid body στερεό σώμα GENERAL
solid boundary στερεό όριο I.T.
solid core στέρεος πυρήνας GENERAL
solid propellant στερεή μορφή προωστικής ύλης πυραύλου AEROSPACE
Solid Rocket Booster (SRB) προωστικός πύραυλος εκτόξευσης στερεών καυσίμων AEROSPACE
solid state στερεά κατάσταση ELECTRONICS
solid wall στερεό τοίχωμα ENGINEERING
solidly grounded καλά γειωμένο ELECTRICAL
solstice ηλιοστάσιο ASTRONOMY
solution διάλυμα, λύση GENERAL
Solution Administrator Λύση Διαχειριστή I.T.
sonar (sound navigation and ranging) σόναρ, ηχοεντοπιστικά συστήματα ACOUSTICS
sone μονάδα υποκειμενικής ακουστότητας ACOUSTICS
sonic velocity ταχύτητα του ήχου ACOUSTICS
sonorant ηχηρός PHONETICS
sorption συσσωμάτωση PHYSICS
sound pressure ηχητική πίεση ACOUSTICS
sound waves ηχητικά κύματα ACOUSTICS
sounding rocket ερευνητικός πύραυλος λήψης δεδομένων άνω ατμόσφαιρας AEROSPACE
soundmap ακουστικός χάρτης, ακουστικό διάγραμμα ACOUSTICS
soundscope ηχοσκόπιο ACOUSTICS
source αρχείο προέλευσης, πηγή, προέλευση GENERAL
source function συνάρτηση πηγής ASTROPHYSICS
source index (SI) δείκτης προέλευσης GENERAL
source model μοντέλο πηγής I.T.
source of steam system contamination πηγή μόλυνσης συστήματος ατμού INDUSTRY
source operand πηγαίος τελεστέος I.T.
south magnetic pole νότιος μαγνητικός πόλος PHYSICS
Southern Europe Νότια Ευρώπη GENERAL
South-South cooperation συνεργασία Νότου-Νότου ECONOMICS
space διάστημα PHYSICS
space block αποκλεισμός χώρου GENERAL
space colony διαστημική αποικία AEROSPACE
space debris διαστημικά θραύσματα AEROSPACE
Space Detection and Tracking System (SPADATS) σύστημα ανίχνευσης του διαστήματος (SPADATS) AEROSPACE
space division switching μεταγωγή διαίρεση χώρου TELECOMMUNICATIONS
space heater θερμάστρα, θερμαντικό σώμα GENERAL
space platform διαστημική εξέδρα/πλατφόρμα AEROSPACE
space shuttle άκατος AEROSPACE
space simulator διαστημικός εξομοιωτής AEROSPACE
space station διαστημικός σταθμός AEROSPACE
Space Surveillance System (SPASUR) σύστημα παρακολούθησης του διαστήματος (SPASUR) AEROSPACE
space tug διαστημικό σκάφος AEROSPACE
space weather διαστημικός καιρός PHYSICS
spacecraft διαστημικό σκάφος, διαστημόπλοιο AEROSPACE
spacecraft clock ρολόι διαστημόπλοιου AEROSPACE
space-division multiplexing πολύπλεξη χωρικής διαίρεσης TELECOMMUNICATIONS
space-occupying lesion χωροκατακτητική εξεργασία MEDICINE
spaceplane διαστημικό λεωφορείο AEROSPACE
spaceport διαστημοδρόμιο AEROSPACE
spacing strip διαχωριστική λωρίδα GENERAL
Spam Blocker Φραγέας Ανεπιθύμητης Αλληλογραφίας I.T.
spam blog διαφημιστικό ιστολόγιο, σπαμοϊστολόγιο, σπαμολόγιο I.T.
spammer αποστολέας ανεπιθύμητης αλληλογραφίας I.T.
spare double-word variables αποφεύγω μεταβλητές δύο λέξεων I.T.
spare part ανταλλακτικό INDUSTRY
spark σπινθήρας GENERAL
spark plugs μπουζί, σπινθηριστής INDUSTRY
spatial coordinates χωρικές συντεταγμένες I.T.
spatial filtering χωρικό φιλτράρισμα OPTICS
spatial locality τοπικότητα χώρου I.T.
spatial vector διάνυσμα MATHEMATICS / PHYSICS
spatialization κατανομή χώρου GENERAL
SPC - Source Picture Code SPC - κωδικός εικόνας πηγής I.T.
SPDR - Single Pole Double Throw SPDR - μονοπολικός δύο κατευθύνσεων ELECTRICAL
speaker adaptation προσαρμογή ομιλητή I.T.
speaker adaptive προσαρμοζόμενος στον ομιλητή I.T.
speaker dependent εξαρτώμενος από τον ομιλητή I.T.
speaker dependent recognition αναγνώριση εξαρτώμενη από τον ομιλητή I.T.
speaker identification ταυτοποίηση ομιλητή I.T.
speaker independent ανεξάρτητος από τον ομιλητή I.T.
speaker independent recognition αναγνώριση ανεξάρτητη του ομιλητή I.T.
speaking disability ανικανότητα ομιλίας MEDICINE
special drawing rights ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα ECONOMICS
special education ειδική εκπαίδευση EDUCATION
specialised committee ειδική επιτροπή LAW
special-status institution ιδιότυπο πιστωτικό ίδρυμα EDUCATION
specific density ειδική πυκνότητα PHYSICS
specific energy ειδική ενέργεια PHYSICS
specific heat ειδική θερμότητα PHYSICS
specific impulse (SI) συγκεκριμένη ώθηση, ειδική ώση AEROSPACE
specific velocity ειδική ταχύτητα PHYSICS
specific volume ειδικός όγκος PHYSICS
specific weight ειδικό βάρος PHYSICS
specifications προδιαγραφές GENERAL
spectra φάσματα ASTRONOMY
spectral analysis φασματογραφική ανάλυση PHYSICS
spectral binaries φασματικά διπλοί αστέρες ASTRONOMY
spectral classification φασματική ταξινόμηση ASTRONOMY
spectral line φασματική γραμμή PHYSICS
spectral peak φασματική κορυφή PHYSICS
spectral type φασματικός τύπος PHYSICS
spectrogram φασματογράφημα MEASUREMENT
spectrograph φασματογράφος MEASUREMENT
spectrometer φασματόμετρο MEASUREMENT
spectroscopic binaries φασματοσκοπικά διπλοί αστέρες ASTRONOMY
spectroscopic parallax φασματοσκοπική παράλλαξη ASTRONOMY
spectroscopy φασματοσκοπεία, φασματοσκοπία ASTRONOMY
spectrum φάσμα, περιοχή συχνοτήτων PHYSICS
speculum ακίδα στηρίγματος MEDICINE
speech ομιλία, λόγος GENERAL
speech aid βοήθημα ομιλίας ELECTRONICS
speech enhancement ανάδειξη ή βελτίωση ομιλίας I.T.
speech frame πλαίσιο ομιλίας I.T.
speech front-end μετωπική ομιλία I.T.
speech generation δημιουργία ομιλίας I.T.
speech handicap μειονεξία ομιλίας MEDICINE
speech impairment ανικανότητα, βλάβη ομιλίας MEDICINE
speech processing επεξεργασία ομιλίας I.T.
speech rate ρυθμός ομιλίας LINGUISTICS
speech recognition αναγνώριση ομιλίας I.T.
speech restoration αποκατάσταση ομιλίας ELECTRONICS
speech synthesis σύνθεση ομιλίας I.T.
speech visualization οπτικοποίηση ομιλίας I.T.
speed control έλεγχος ταχύτητας INDUSTRY
speed factor συντελεστής ταχύτητας ENGINEERING
speed matching αντιστοίχιση ταχύτητας GENERAL
speed of descent ταχύτητα πτώσης AEROSPACE
speed pickup assembly διάταξη ανίχνευσης ταχύτητας ENGINEERING
speed pickup failure αποτυχία ανίχνευσης ταχύτητας ENGINEERING
speed recorder ταχογράφος MEASUREMENT
speed/load control and overspeed protection έλεγχος ταχύτητας/φορτίου και προστασία από υπερβολική ταχύτητα INDUSTRY
speed-art γρήγορη τέχνη (υπό την επίδραση αμφεταμινών) PSYCHOLOGY
speedometer ταχύμετρο MEASUREMENT
spelling ορθογραφία LINGUISTICS
sphaerocytes σφαιροκύτταρα MEDICINE
spherical σφαιρικό GENERAL
spherical coordinate system σφαιρικό σύστημα συντεταγμένων MATHEMATICS
spherical coordinates σφαιρικές συντεταγμένες MATHEMATICS
spherical triangle σφαιρικό τρίγωνο MATHEMATICS
Spider Αράχνη (Στήριξης Δευτερεύοντος Κατόπτρου) MECHANICS
spill strip μονωτική φλάντζα τυχαίας εκροής INDUSTRY
spin flow στροβιλιζόμενη ροή PHYSICS
spin stabilization σταθεροποίηση δια περιστροφής/με περιστροφή AEROSPACE
spinning reserve εφεδρική μονάδα εν λειτουργία ENGINEERING
spiral galaxy σπειροειδής γαλαξίας ASTROPHYSICS
spirits απόσταγμα GENERAL
splashback προστατευτική επένδυση τοίχου (κουζίνας) ENGINEERING
splashdown προσθαλάσσωση AEROSPACE
spliced ενοποιημένο GENERAL
split διαίρεση (παραθύρου) GENERAL
split a file Διαχωρισμός αρχείου I.T.
split bar γραμμή διαίρεσης I.T.
split box πλαίσιο διαίρεσης I.T.
split ring casing περίβλημα κρίκου INDUSTRY
split transaction protocol πρωτόκολλο διαχωρισμένης συναλλαγής I.T.
spoofing προσωποποίηση I.T.
spool κύλινδρος, καρούλι GENERAL
spooling προσθήκη στην ουρά εκτύπωσης I.T.
spore deposit αποτύπωμα σπορίων MYCOLOGY
spore print αποτύπωμα σπορίων MYCOLOGY
sport switch διακόπτης λειτουργίας σπορ INDUSTRY
sports facilities αθλητικές εγκαταστάσεις GENERAL
spray μέσο ψεκασμού, ψεκαστήρας GENERAL
spray (v) ψεκάζω, ραντίζω GENERAL
spray attemperator εναλλάκτης θερμότητας INDUSTRY
spray control valve βαλβίδα ελέγχου σπρέυ INDUSTRY
spray nozzle ακροφύσιο ψεκασμού INDUSTRY
spray water νερό υπό μορφή σπρέυ GENERAL
spraying device συσκευή ψεκασμού GENERAL
spread of disease επέκταση ασθένειας MEDICINE
spring ελατήριο MECHANICS
spring bar ράβδος με ελατήριο MECHANICS
spring equinox εαρινή ισημερία ASTRONOMY
spring mounting συγκράτηση / εγκατάσταση ελατηρίου MECHANICS
sprinkler fire protection system σύστημα πυροπροστασίας με ψεκαστήρα INDUSTRY
spyware κατασκοπευτικό λογισμικό, κατασκοπισμικό I.T.
spyware remover αφαιρέτης κατασκοπευτικών λογισμικών I.T.
squall λαίλαπα METEOROLOGY
square mile τετραγωνικό μίλι MEASUREMENT
ST - Steam Turbine ST - ατμοστρόβιλος INDUSTRY
stability ευστάθεια GENERAL
stabilizers σταθεροποιητές GENERAL
stable equilibrium ευσταθής ισορροπία PHYSICS
stable or durable resistance σταθερή ή διαρκής αντοχή BOTANY
stack (v) στοιβάζω, συσσωρεύω GENERAL
stack pointer (SP) δείκτης στοίβας, καταχωρητής διευθύνσεων I.T.
staff attorney συνεργάτης δικηγόρος LAW
stage ανεξάρτητα τροφοδοτημένο τμήμα πυραύλου AEROSPACE
stage βαθμίδα, φάση GENERAL
staging σταδιοποίηση GENERAL
stagnation point σημείο ανακοπής AEROSPACE
stagnation pressure πίεση ανακοπής AEROSPACE
stagnation temperature θερμοκρασία ανακοπής AEROSPACE
stain κηλίδα, λεκές, σπίλος GENERAL
stainless steel ανοξείδωτος χάλυβας METALLURGY
stainless steel alloy κράμα ανοξείδωτου χάλυβα METALLURGY
stall speed ταχύτητα απώλειας στήριξης AEROSPACE
stamp εντυπώνω GENERAL
standard πρότυπος, στάνταρντ, τυπικός, προδιαγραφή GENERAL
standard atmosphere κανονική ατμόσφαιρα AEROSPACE
standard practices τυπικές πρακτικές GENERAL
standardization τυποποίηση, προτυποποίηση GENERAL
standby power requirements απαιτήσεις ισχύος αναμονής INDUSTRY
standing committee μόνιμη επιτροπή LAW
standing wave στάσιμο κύμα PHYSICS
stape αναβολέας ANATOMY
star αστήρ, άστρο, αστέρι, αστέρας ASTROPHYSICS
star classification ταξινόμηση αστέρων ASTROPHYSICS
star cloud συναυγασμός ASTROPHYSICS
star cluster σμήνος αστέρων ASTROPHYSICS
star formation αστρογέννεση, σχηματισμός αστέρων ASTROPHYSICS
star network αστεροειδές δίκτυο I.T.
star ring network αστεροδακτυλιοειδές δίκτυο I.T.
star trail ίχνος αστέρα ASTRONOMY
starch grain αμυλόκοκκος AGRONOMY
Start Έναρξη I.T.
Start again Επανεκκίνηση I.T.
start button κουμπί έναρξης I.T.
start menu μενού έναρξης I.T.
Start Of Message (SOM) αρχή μηνύματος TELECOMMUNICATIONS
start up, adjustment and troubleshooting εκκίνηση, ρύθμιση και αντιμετώπιση προβλημάτων I.T.
starter εκκινητήρας ELECTRICAL
starting drain αποστράγγιση εκκίνησης INDUSTRY
starting means μέσα εκκίνησης INDUSTRY
starting point σημείο εκκίνησης GENERAL
starting system σύστημα εκκίνησης INDUSTRY
Startup cleaner Καθαρισμός προγραμμάτων εκκίνησης I.T.
start-up, startup εκκίνηση λειτουργίας υπολογιστή I.T.
State κράτος LAW
State aid κρατικές ενισχύσεις ECONOMICS
State farm κρατική γεωργική εκμετάλλευση AGRONOMY
state measure κρατικό μέτρο LAW
state of emergency κατάσταση εκτάκτου ανάγκης LAW
state of mind κατάσταση της συνείδησης, συνειδησιακή κατάσταση PSYCHOLOGY
state of the art ανώτατο επίπεδο τεχνικής, υψηλότερο επίπεδο επιστήμης GENERAL
State trading κρατικό εμπόριο ECONOMICS
statement δήλωση LAW
statement of objections (SO) κοινοποίηση των αιτιάσεων LAW
static στατικός GENERAL
static excitation στατική διέγερση INDUSTRY
static firing στατική ανάφλεξη AEROSPACE
static limit στατικό όριο ASTRONOMY
static moment of inerta στατική ροπή αδράνειας MECHANICS
static pressure στατική πίεση AEROSPACE
static start system σύστημα στατικής εκκίνησης INDUSTRY
static start transformer μετασχηματιστής στατικής εκκίνησης INDUSTRY
static starter compartment διαμέρισμα στατικού εκκινητήρα INDUSTRY
static trip devices διατάξεις στατικού ασφαλειοδιακόπτη INDUSTRY
statics στατική ENGINEERING
station σταθμός GENERAL
stationary ακίνητος, σταθερός, στάσιμος, στατικός GENERAL
stationary intervals σταθερά διαστήματα GENERAL
stationary parts σταθερά μέρη MECHANICS
stationary screw σταθερός κοχλίας MECHANICS
stationery γραφική ύλη, επιστολόχαρτα, χαρτικά GENERAL
statistical model στατιστικό ομοίωμα STATISTICS
statistical moment στατιστική ροπή STATISTICS
statistical weight στατιστικό βάρος STATISTICS
stator στάτορας INDUSTRY
stator and cooler στάτορας και ψύκτης INDUSTRY
stator water cooling system σύστημα ψύξης νερού στάτορα INDUSTRY
status epilepticus κατάσταση μεγάλης επιληψίας MEDICINE
status notification area περιοχή πληροφοριών κατάστασης I.T.
steady flow μόνιμη ροή PHYSICS
steady state pullout αναδρομή σταθερής κατάστασης INDUSTRY
steady state stability σταθερότητα σταθερής κατάστασης INDUSTRY
steady state, steady-state σταθερή κατάσταση PHYSICS
steam and kilowatt output έξοδος / παραγωγή ατμού και χιλιοβάτ / κιλοβάτ INDUSTRY
steam bypass παράκαμψη ατμού INDUSTRY
steam conditions συνθήκες ατμού INDUSTRY
steam contamination μόλυνση ατμού INDUSTRY
steam drum τύμπανο ατμού INDUSTRY
steam drying ξήρανση με ατμό INDUSTRY
steam dump εκτόνωση ατμού INDUSTRY
steam engine ατμομηχανή INDUSTRY
steam flow measurement μέτρηση ροής ατμού INDUSTRY
steam injection system σύστημα έγχυσης ατμού INDUSTRY
steam jet air ejector skid πέλμα ακροφυσίου αέρα δέσμης ατμού INDUSTRY
steam lead δίοδος ατμού INDUSTRY
steam path διαδρομή ατμού INDUSTRY
steam pipe drains αποστραγγίσεις σωλήνων ατμού INDUSTRY
steam purity καθαρότητα ατμού INDUSTRY
steam temperature at first-stage θερμοκρασία ατμού στο πρώτο επίπεδο INDUSTRY
steam trap ατμοπαγίδα INDUSTRY
steam turbine ατμοστρόβιλος INDUSTRY
steam turbine generator γεννήτρια ατμοστροβίλου INDUSTRY
steel casting χύτευση χάλυβα METALLURGY
steel flange φλάντζα από χάλυβα MECHANICS
steel forging σφυρηλασία χάλυβα METALLURGY
steep downward ramps απότομα καθοδικά κεκλιμένα επίπεδα INDUSTRY
steganography στεγανογραφία CRYPTOGRAPHY
stellae novae καινοφανείς αστέρες, νέοι αστέρες ASTROPHYSICS
stellar parallax αστρική παράλλαξη ASTRONOMY
stem στέλεχος BOTANY
stem succulent βλαστοπαχύφυτο BOTANY
step βήμα GENERAL
step change αλλαγή βήματος GENERAL
stereoscopic viewer στερεοσκοπικό εικονοσκόπιο OPTICS
sterilization αποστείρωση GENERAL
sticky κολλώδης GENERAL
stiffness ακαμψία (δυσκαμψία) ανελαστικότητα GENERAL
stimulation διέγερση, ερέθισμα, ερεθισμός GENERAL
stimuli διεγέρσεις, ερεθίσματα GENERAL
stimulus frequency συχνότητα ερεθίσματος BIOLOGY
stir ανάδευση GENERAL
stirrups αναβολείς EQUESTRIANISM
stochastic στοχαστικός MATHEMATICS
stochastic model στοχαστικό ομοίωμα MATHEMATICS
stock-exchange listing διαμόρφωση τιμών χρηματιστηριακών τίτλων ECONOMICS
stone (U.K.) μονάδα μέτρησης βάρους, 6.348 χιλιογράμμων MEASUREMENT
stone meteorite μετεωρόλιθος, λιθομετεωρίτης ASTRONOMY
stop διακοπή, κλειστό, στοπ, φραγμογενές GENERAL
stop collar δακτύλιος διακοπής ENGINEERING
stop consonant τελικό σύμφωνο PHONETICS
stop nut περικόχλιο διακοπής MECHANICS
stop on image τερματισμό σε εικόνα I.T.
stopband ζώνη αποκοπής TELECOMMUNICATIONS
stopper στόπερ GENERAL
storage cost κόστος αποθήκευσης INDUSTRY
storage tank δεξαμενή αποθήκευσης INDUSTRY
storage tissue αποταμιευτικός ιστός BOTANY
store αποθηκεύω GENERAL
stored energy mechanism μηχανισμός αποθηκευμένης ενέργειας MECHANICS
straightened ισιωμένο, ενισχυμένο GENERAL
strain παραμόρφωση, καταπόνηση GENERAL
strain energy ενέργεια παραμόρφωσης ENERGY
strain gauge μηκυνσιόμετρο MEASUREMENT
strainer φίλτρο INDUSTRY
strait πορθμός GEOGRAPHY
stranded cable πλεγμένο καλώδιο ELECTRICAL
strands (fence) κλώνοι AGRONOMY
strap περικάρπιο GENERAL
stratocumulus στρωματοσωρείτες METEOROLOGY
stratosphere στρατόσφαιρα METEOROLOGY
straw σωληνάριο GENERAL
stray files αδέσποτα αρχεία I.T.
stream ρεύμα, ποταμός GENERAL
stream filament ροϊκό νήμα ENGINEERING
stream function ροϊκή συνάρτηση ENGINEERING
stream of bits ροή bit, ροή δυφίων, δυφιόρρευμα, ρεύμα δυφίων I.T.
streamline γραμμή ροής AEROSPACE
streamtube ροϊκός σωλήνας ENGINEERING
stress δυναμικός τόνος, καταπόνηση, κόπωση, τάση, θερμική τάση GENERAL
stress amplitude πλάτος τάσης ENGINEERING
stress concentration συγκέντρωση τάσεων MEDICINE
stress concentration factor συντελεστής συγκέντρωσης τάσεων MEDICINE
stress relaxation χαλάρωση τάσεων PHYSICS
stress test τεστ κόπωσης MEDICINE
stress tolerance ανοχή στη κόπωση GENERAL
stress-timed language γλώσσα δυναμικού τονισμού LINGUISTICS
stria vascularis αγγειακή ράβδωση ANATOMY
string συμβολοσειρά I.T.
strings συμβολοσειρές I.T.
strip heaters θερμαντές λωρίδων INDUSTRY
strip reader αναγνώστης (συσκευή) ταινιών μέτρησης MEDICINE
stroke διαδρομή MECHANICS
stroke volume (SV) όγκος παλμού (ΟΠ) MEDICINE
structural element δομικό στοιχείο ENGINEERING
structural hazard κατασκευαστικός κίνδυνος σωλήνωσης INDUSTRY
stud μπουζόνι, κουμπί, στήριγμα MECHANICS
student φοιτητής EDUCATION
stuttering τραυλισμός MEDICINE
sub key δευτερεύον κλειδί I.T.
sub layer υπόστρωμα TELECOMMUNICATIONS
subatomic particle υποατομικό σωματίδιο PHYSICS
sub-band υποζώνη I.T.
subblock υπομπλόκ I.T.
subcarrier υπομεταφορέας TELECOMMUNICATIONS
subcritical flow υποκρίσιμη ροή PHYSICS
suberinization αποφέλλωση BOTANY
Subject (in a trial or study) Υποκείμενο MEDICINE
sublimate εξάχνωμα, αιθάλωμα CHEMISTRY / PSYCHOLOGY
sublimator εξαχνωτής CHEMISTRY
sublot size μέγεθος υποπαρτίδας INDUSTRY
Submarine Launched Ballistic Missile (SLBM) βαλλιστικός πύραυλος υποβρύχιας εκτόξευσης MILITARY
sub-maximal υπομεγίστη GENERAL
sub-maximal stress test υπομεγίστη δοκιμασία κόπωσης MEDICINE
sub-orbital υποτροχιακός AEROSPACE
subsatellite υποδορυφόρος AEROSPACE
subscriber identity module (SIM) μονάδα ταυτότητας συνδρομητών I.T.
subsidiary θυγατρική εταιρεία ECONOMICS
subsistence economy οικονομία συντήρησης ECONOMICS
subsistence farming γεωργία συντήρησης AGRONOMY
subslots υποσχισμές INDUSTRY
subsonic υποηχητικός AEROSPACE
subsonic flow υποηχητική ροή AEROSPACE
subsonic velocity υποηχητική ταχύτητα AEROSPACE
substantial derivative σωματιδιακή παράγωγος, υλική παράγωγος PHYSICS
substitute υποκατάστατο GENERAL
substituted υποκατεστημένο GENERAL
substituted amine υποκατεστημένη αμίνη CHEMISTRY
subsystem υποσύστημα GENERAL
subtransient υποπάροδος ENGINEERING
subtransient reactance υπομεταβατική αντίδραση ENGINEERING
subtype υποτύπος I.T. / MEDICINE
sub-word υπολέξη I.T.
suction οπισθέλκουσα πίεση, αναρρόφηση, εκμύζηση MECHANICS
suction lift ανύψωση με αναρρόφηση INDUSTRY
suction nozzle ακροφύσιο αναρρόφησης INDUSTRY
sudden contraction απότομη συστολή PHYSICS
sudden expansion απότομη διαστολή PHYSICS
suddenly applied loads αιφνίδια εφαρμοζόμενα φορτία INDUSTRY
sugar (glucose) σάκχαρο (γλυκόζη) GENERAL
sugar levy εισφορά ζάχαρης ECONOMICS
sulcus εγκεφαλική αύλακα ANATOMY
sulfate θειϊκή ένωση CHEMISTRY
sulfur (S) θείο CHEMISTRY
sulfur oxides οξείδια του θείου CHEMISTRY
summarising συμπύκνωση GENERAL
summarize συνοψίζω GENERAL
summer solstice θερινό ηλιοστάσιο ASTRONOMY
sump κάρτερ, ελαιολεκάνη ENGINEERING
sun radiation ακτινοβολία ηλίου PHYSICS
sun synchronous orbit σύγχρονη προς τον ήλιο τροχιά AEROSPACE
sunk cost μη ανακτήσιμη δαπάνη, μη ανακτήσιμο κόστος ECONOMICS
sunshine recorder ηλιογράφος METEOROLOGY
sunspot ηλιακή κηλίδα ASTROPHYSICS
sunspot cycle κύκλος ηλιακής κηλίδας ASTROPHYSICS
Sun-Synchronous Orbit (SSO) σύγχρονη προς τον ήλιο τροχιά AEROSPACE
Sun-Synchronous Polar Orbit (SSPO) σύγχρονη προς τον ήλιο πολική τροχιά AEROSPACE
super critical rubs υπερκρίσιμες τριβοφθορές INDUSTRY
super granulation υπερκοκκίαση PHYSICS
Super High Frequency (SHF) Υπέρ υψηλή συχνότητα (3 - 30 GHz) TELECOMMUNICATIONS
super radiance υπερακτινοβολία PHYSICS
super saturation υπερκορεσμός PHYSICS
superalloys υπερκράματα METALLURGY
supercentenarian άτομα ηλικίας 110 ετών και άνω MEDICINE
supercharger υπερσυμπιεστής (τούρμπο, τουρμπινάκι) INDUSTRY
supercritical flow υπερκρίσιμη ροή PHYSICS
superheated steam υπέρθερμος ατμός INDUSTRY
superheater υπερθερμαντήρας INDUSTRY
superimposed υπέρθετο GENERAL
superintendent επόπτης MANAGEMENT
superior conjuction ανωτέρα σύνοδος ASTRONOMY
supernova υπερκαινοφανείς αστέρας, σουπερνόβα ASTROPHYSICS
superposition principle αρχή της επαλληλίας MATHEMATICS
superscalar processor υπερβαθμωτός επεξεργαστής I.T.
supersegmental υπερτμηματικός LINGUISTICS
supersonic υπερηχητικός PHYSICS
supersonic compressor υπερηχητικός συμπιεστής INDUSTRY
supersonic diffuser υπερηχητικός διαχύτης ENGINEERING
supersonic velocity υπερηχητική ταχύτητα AEROSPACE
supervised learning εκμάθηση με (υπό) επίβλεψη EDUCATION
supervisor εργοδηγός MANAGEMENT
Supervisory Control And Data Acquisition (SCADA) σύστημα εποπτικού ελέγχου & απόκτησης δεδομένων I.T.
supervisory ιnstruments section τμήμα εποπτικών οργάνων I.T.
supplementary aid for products συμπληρωματική ενίσχυση για τα προϊόντα ECONOMICS
supplementary financing συμπληρωματική χρηματοδότηση ECONOMICS
Supplementary Insurance Fund Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης ECONOMICS
supplier control system σύστημα ελέγχου προμηθευτή LAW
supply παροχή, τροφοδοσία GENERAL
supply valves βαλβίδες τροφοδοσίας INDUSTRY
support υποστήριξη GENERAL
support shims ενδιάμεσος δακτύλιος στήριξης MECHANICS
support systems συστήματα στήριξης I.T.
supported formats υποστηριζόμενες μορφές, υποστηριζόμενα μορφότυπα I.T.
suppressed weir καθολικός υπερχειλιστής ENGINEERING
suppresser, supressor καταστολέας GENERAL
suppression καταστολή GENERAL
suprasegmental υπερτμηματικός PHONETICS
supraventricular ectopic beat (SVEB) υπερκοιλιακή έκτακτη συστολή (ΥΚΕΣ) MEDICINE
supraventricular tachycardia (SVT) υπερκοιλιακή ταχυκαρδία (ΥΚΤ) MEDICINE
surface επιφάνεια GENERAL
surface buoyant jet επιφανειακή ανωστική φλέβα PHYSICS
surface finish φινίρισμα επιφανείας INDUSTRY
surface force επιφανειακή δύναμη PHYSICS
surface hardening επιφανειακή σκλήρυνση (μετάλλου) METALLURGY
surface penetrator εξερευνητικό όχημα επιφανειακής εισχώρησης AEROSPACE
surface quenching βαφή επιφανείας INDUSTRY
surface radiator ψυγείο επιφάνειας INDUSTRY
surface rover εξερευνητικό όχημα λήψης εικόνων και δειγμάτων AEROSPACE
surface tension επιφανειακή τάση PHYSICS
surface water επιφανειακά ύδατα GEOLOGY
surfactants επιφανειοδραστικές ουσίες CHEMISTRY
surge έξαρση, υπέρταση ELECTRICAL
surge arrester σύστημα προστασίας από ηλεκτρικές εξάρσεις / υπερτάσεις ELECTRICAL
surge suppresser, surge suppressor καταστολέας εξάρσεων / υπερτάσεων ELECTRICAL
surging εξάρσεις GENERAL
surplus πλεόνασμα ECONOMICS
suspension εναιώρημα CHEMISTRY
suspensor αναρτήρας BOTANY
sustainable development αειφόρος ή συντηρούμενη ανάπτυξη ECONOMICS
sustainer engine κινητήρας διατήρησης προώθησης AEROSPACE
SVs (shutoff valves) βαλβίδες διακοπής INDUSTRY
swallowing capacity χωρητικότητα αναρρόφησης GENERAL
swap arrangement διασταυρούμενες πιστώσεις ECONOMICS
sweetener γλυκαντικό INDUSTRY
swing αιώρηση GENERAL
swirl συστροφή, στροφή, στροβιλισμός, δίνη, περιδίνηση GENERAL
switch μετάγω, μεταγωγή, διακόπτης GENERAL
switch box κιβώτιο διακοπτών ELECTRICAL
switch setting ρύθμιση διακόπτη ELECTRICAL
switchgear εγκατάσταση χειρισμού υψηλής τάσης, ηλεκτρικός πίνακας INDUSTRY
syllabification συλλαβισμός PHONETICS
syllable recognition rate ρυθμός αναγνώρισης συλλαβών I.T.
syllable-timed language συλλαβοχρονική γλώσσα I.T.
symbol σύμβολο GENERAL
symbol recognition αναγνώριση συμβόλων I.T.
symmetric cryptography συμμετρική κρυπτογράφηση I.T.
symptom σύμπτωμα MEDICINE
synapse σύναψη ANATOMY
synch check backup protection εφεδρική προστασία ελέγχου συγχρονισμού INDUSTRY
synchronizing relay ηλεκτρονόμος συγχρονισμού ELECTRONICS
synchronous bus σύγχρονη αρτηρία ELECTRONICS
synchronous exception σύγχρονη διακοπή I.T.
synchronous reactance σύγχρονη αντίδραση MECHANICS
synchronous rotation ταυτόχρονη περισφορά MECHANICS
synchroscope συγχρονοσκόπιο ELECTRICAL
syndrome σύνδρομο MEDICINE
synergy συνέργεια GENERAL
synesthesia, synæsthesia, synaesthesia συναισθησία, φαινόμενο νευρολογ. μεταφοράς αισθήσεων MEDICINE
synodic month συνοδικός μήνας (~29,53059 d) MEASUREMENT
synodic period συνοδική περίοδος MEASUREMENT
synoptic map συνοπτικός χάρτης CARTOGRAPHY
synthesis σύνθεση GENERAL
synthetic aperture τεχνητό άνοιγμα AEROSPACE
Synthetic Aperture Radar (SAR) Ραντάρ Συνθετικού Παραθύρου (ΡΣΠ) AEROSPACE
synthetic benchmarks σύνθετα προγράμματα δοκιμής I.T.
synthetic expression συνθετική έκφραση GENERAL
syphilis σύφιλη MEDICINE
syringe σύριγγα MEDICINE
system σύστημα GENERAL
System and Maintenance Σύστημα και συντήρηση I.T.
system control έλεγχος συστήματος ENGINEERING
system CPU time χρόνος συστήματος ΚΜΕ I.T.
system description περιγραφή συστήματος GENERAL
system devices Συσκευές συστήματος I.T.
system dispatcher συντονιστής συστήματος I.T.
System information Πληροφορίες Συστήματος I.T.
System operating instructions Οδηγίες χειρισμού συστήματος I.T.
system oriented συστηματοστρεφής GENERAL
system piping σωληνώσεις συστήματος INDUSTRY
system response time χρόνος απόκρισης συστήματος GENERAL
system running λειτουργία συστήματος GENERAL
system software λογισμικό συστημάτων I.T.
system trouble πρόβλημα συστήματος GENERAL
systemic resistance διασυστηματική αντοχή MEDICINE
systems analysis ανάλυση συστημάτων MANAGEMENT
systole συστολή MEDICINE
systolic anterior motion (SAM) συστολική πρόσθια κίνηση MEDICINE
systolic aortic valve diameter εύρος διανοίξεως αορτικής βαλβίδας κατά την συστολή MEDICINE
systolic blood pressure (SBP) συστολική αρτηριακή πίεση (ΣΑΠ) MEDICINE
systolic leakage συστολική διαφυγή MEDICINE
systolic murmur (SM) συστολικό φύσημα (ΣΦ) MEDICINE
systolic time interval (STI) συστολικό χρονικό διάστημα (ΣΧΔ) MEDICINE
syzygy συζυγία ASTRONOMY
tab καρτέλα, σελιδοδείκτης, στηλοθέτης, έλασμα, πτερυγίδιο I.T.
tab (v.) οριοθετώ με στηλοθέτη I.T.
tabbed οριοθετημένο με στηλοθέτη I.T.
tabbed dialog start σελιδοδείκτης διαλόγου έναρξης I.T.
tabes dorsales νωτιάδα φθίση PSYCHOLOGY
table of contents πίνακας περιεχομένων GENERAL
Tablet PC Settings Ρυθμίσεις Tablet PC I.T.
tabulate συνοψίζω, ταξινομώ σε πίνακες GENERAL
tael (China) 38 γραμμάρια MEASUREMENT
tag θεματική ετικέτα I.T.
tag cloud συγκρότημα θεματικών ετικετών σχετιζόμενης σημασίας I.T.
tag, tagging γραμματικός χαρακτηρισμός, σημάδεμα, σημάδι I.T.
tagged file επισημειωμένο αρχείο, αρχείο με ετικέτες I.T.
tagged out equipment χαρακτηρισμένος εξοπλισμός INDUSTRY
tail pipe σωλήνας εξαγωγής INDUSTRY
Tainter type gate θυρόφραγμα τύπου Tainter ENGINEERING
takeoff tower πύργος απογείωσης AEROSPACE
taking order παραγγελιοληψία INDUSTRY
talker verification εξακρίβωση ομιλητή I.T.
talking face ομιλόν πρόσωπ